Πέμπτη, 6 Μαρτίου 2003

3η Συνεδρίαση - 6/3/2003

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ο κύριος Κοττέας, ο συνήγορος του κ. Σερίφη Ιωάννη έχει τον λόγο.
κ. ΚΟΤΤΕΑΣ: Κύριε Πρόεδρε, αν λαμβάνω αυτή την στιγμή το λόγο είναι για έναν μόνο σκοπό. Κάποτε θα πρέπει σε αυτή τη χώρα οι θεσμοί να τηρηθούν. Αν θέλουμε να παγιωθεί το δημοκρατικό σύστημα, γιατί εσείς γνωρίζετε πολύ καλά όπως και οι κ.κ. Δικαστές ότι σε αυτή την χώρα κάθε 8 με 10 χρόνια εκτός της τελευταίας περιόδου είχαμε και μία δικτατορία η οποία κρατούσε κατά μέσο όρο 3,5 με 4,5 χρόνια.
Αν θέλουμε λοιπόν σε αυτή την χώρα να σταθεροποιηθούν οι θεσμοί πρώτοι και καλύτεροι είσαστε εσείς υποχρεωμένοι να τους θέσετε και να τους σταθεροποιήσετε. Πρώτος θεσμός, η Δικαιοσύνη. Γιατί το λέω;
Παρακολουθούμε καθημερινά την προσπάθεια που κάνει η Εκτελεστική Εξουσία να εισηγείται στην νομοθετική πώς θα περιορίσει τα δικαιώματα από την μια πλευρά της ελευθερίας της ανεξαρτησίας και της ευρύτητας που πρέπει να έχει η δικαστική εξουσία και από την άλλη πώς θα περιορίσει τα οποιαδήποτε ατομικά δικαιώματα των πολιτών.
Θέτω το θέμα επίσης για έναν δεύτερο ακόμα λόγο. Χθες σας ζήτησα αν είχατε κ. Πρόεδρε κενά στην δικογραφία, το πρακτικό της εκλογής της παρούσας συνθέσεως. Όχι γιατί αμφισβητώ τα πρόσωπα κι εσείς προσωπικά γνωρίζεται και εγώ δεν έχω ποτέ κανένα λόγο να κρύβω αυτά που σκέπτομαι, ότι έχω απεριόριστη εκτίμηση και σε σας και στο πρόσωπο κάποιων άλλων επί της Έδρας των οποίων γνωρίζω και ξέρω τον τρόπο που σκέπτονται και που δικάζουν.
Επίσης ξέρω ότι είστε εξ’ αυτών που θα προστατεύσουν τους θεσμούς. Αν ζήτησα λοιπόν αυτό το πρακτικό δεν το έκανα γιατί έτσι μου ήρθε στο κεφάλι, αλλά γιατί προκύπτουν κάποια θέματα που είσαστε υποχρεωμένοι πλέον να τα λύσετε εσείς.
Ποιος όρους έθετε ο 3090 κ. Πρόεδρε; Μετά όταν θα έρθει το θέμα της συνταγματικότητας θα δω αν είναι συνταγματικός. Δεν αναπτύσσω τώρα το θέμα ενόψει του ότι πιστεύω ότι θα τεθεί και πάλι. Ποιους όρους έθεσε ο νόμος αυτός προκειμένου να συσταθεί το Δικαστήριό σας; Είπε ότι θα κρατήσει επί μακρόν όπως ανέφερε και ο κ. συνάδελφος.
Ρωτώ λοιπόν και δεν έχω λόγο να ξέρω ότι θα απαντήσετε. Οι υποθέσεις πετρελαίων, της λαθρεμπορίας οι οποίες διαρκούν στον Πειραιά 3-3,5-4 μήνες η κάθε μία και οι οποίες υποθέσεις φρακάρισαν στο σύνολό τους το Εφετείο Πειραιά. Δεν είχαν ανάγκη ειδικής νομοθετικής ρύθμισης; Ένα το κρατούμενο.
Δεύτερον, τα κριτήρια που έθεσε ποια είναι αυτά; Το ότι υπάρχουν λόγοι υγείας σε κάποιους Δικαστές. Είμαι υποχρεωμένος επειδή δεν μετείχα κ. Πρόεδρε όταν η Ολομέλεια και δεν είχα δυνατότητα να μετέχω σε αυτήν, να ρωτήσω. Προεβλήθη από κανέναν Δικαστή λόγος υγείας για τον οποίο ζήτησε την εξαίρεσή του;
Τρίτον, η αρχαιότητα. Ερωτώ: υπήρξαν Δικαστές που είπαν ότι εμείς δεν θέλουμε γιατί είμαστε νεώτεροι να προηγηθούν οι αρχαιότεροι; Προηγήθηκαν οι αρχαιότεροι ή έγιναν μέσα στην επετηρίδα επεμβάσεις και άλματα τα οποία δεν δικαιολογούνται με τίποτα;
Τέταρτον, έθεσε ότι πρέπει να απέχουν εκείνοι οι οποίοι έκαναν ανακριτικά καθήκοντα ή έχουν άλλες υπηρεσιακές ανάγκες για να μην κωλυθεί περαιτέρω η εργασία τους. Ερωτώ και ερωτώ πάντοτε όταν αναφέρω ονόματα όχι για τους συγκεκριμένους Δικαστές για να μην γίνεται σύγχυση, ερωτώ για τον θεσμό. Γιατί κάποτε έστω και ένας αντισυνταγματικός νόμος πρέπει να εφαρμόζεται στην πράξη και στην ουσία μέχρις ούτω κριθεί αντισυνταγματικός.
Στην περίπτωση που συζητάμε πιστεύω απόλυτα γι’ αυτό τα λέω στο Δικαστήριό σας ότι δεν εφαρμόστηκε ούτε αυτός ο αντισυνταγματικός νόμος για την εκλογή σας. Όχι για σας προσωπικά, για να μην γίνεται σύγχυση κ. Πρόεδρε -όπως έχουν πει πολλοί συνάδελφοι το ίδιο λέω κι εγώ- αλλά από το σύνολο των Προέδρων Εφετών, θα προτιμούσα εσάς από οποιονδήποτε άλλον έστω κι αν αυτό, συγγνώμη κ. Πρόεδρε την άποψή μου εκθέτω. Εγώ λέω αυτό που πιστεύω.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Όχι, σας παρακαλώ δεν το θέλω. Δεν μου αρμόζει στο κάτω -κάτω.
κ. ΚΟΤΤΕΑΣ: Εντάξει, δεν το θέλετε. Κύριε Πρόεδρε, δεν έκανα στη ζωή μου ποτέ σε Δικαστή κομπλιμέντο, δεν πρόκειται να κάνω. Λέω πάντα αυτό που πιστεύω.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Η αμοιβαία εκτίμηση γνωρίζετε ότι υπάρχει, αλλά αυτό είναι τελείως διαφορετικό θέμα. Μιλάμε θεσμικά τώρα. Καταλάβατε;
κ. ΚΟΤΤΕΑΣ: Θεσμικά μιλάω κ. Πρόεδρε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Μην προσωποποιούμε.
κ. ΚΟΤΤΕΑΣ: Κύριε Πρόεδρε, γι’ αυτό το τονίζω ότι δεν έχει σχέση προς το πρόσωπο το δικό σας το πρόσωπο των κ. Εφετών στο πρόσωπο των κ. Εισαγγελέων ό,τι λέω.
Έχω εδώ την πρόταση που έκανε ο Προϊστάμενος των Εφετών Πειραιά ο κ. Χαρίδημος Παπαδάκης, γι’ αυτό είπα ότι δεν προσωποποιώ για κανέναν Δικαστή. Στην αιτιολογική του εισήγηση που κάνει ο κ. Προϊστάμενος λέει:
«Σκοπός των παραπάνω διατάξεων του νόμου δηλαδή είναι να οριστούν από τα μέλη του Δικαστηρίου για την εκδίκαση των υποθέσεων που θα έχουν πολύμηνη διάρκεια›.
Πρώτο θέμα, γιατί προδικάζει κάποιος αν έχει αυτή η υπόθεση πολύμηνη διάρκεια; Δεύτερο θέμα, εκείνα που δεν θα κωλυόταν εκ διαφόρων λόγων. Πρώτος λόγος και μάλιστα λέει, όπως υγείας -γι’ αυτό ρώτησα αν υπάρχει κάποιος Δικαστής που να έχει θέμα υγείας- σύντομης αποχώρησης από την υπηρεσία. Δεν συζητιέται αυτό, έτσι έπρεπε να είναι, εξαιρέσεως λόγω διαφόρων ιδιοτήτων.
Ερωτώ, ο κ. Χαρίδημος Παπαδάκης ως Προϊστάμενος του Εφετείου έχει υπηρεσίες τέτοιες που να είναι υποχρεωμένος να είναι στην υπηρεσία του; Βλέπω εδώ πέρα ότι τον πρώτο που προτείνει ο κ. Παπαδάκης είναι τον εαυτό του και δημιουργείται το πρώτο θέμα.
Διαβάζω στην «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ› της εποχής των κληρώσεων ότι «ο κ. Παπαδάκης δεν είναι μεταξύ αυτών που φέρεται ότι εισήχθησαν στην κληρωτίδα προκειμένου να εκλεγεί από τους επιλεγέντες›. Γι’ αυτό σας ζήτησα το πρακτικό, επειδή δεν έχω το πρακτικό ούτε είχα τη δυνατότητα γιατί έκατσα όλη την ημέρα εδώ πέρα να πάω στο Εφετείο, ούτε ήξερα αν θα μου το δώσουμε, γιατί θα το αναζητήσω.
Βλέπω όμως τη θέση του κ. Παπαδάκη ότι μπαίνει ο κ. Κλαπουτάκης. Έτσι έγινε κ. Πρόεδρε; Δεν σας ρωτάω, απάντηση περιμένω όταν θα ολοκληρώσω κ. Πρόεδρε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Όχι λέω μήπως δεν είναι αυτό που προκαθορίζει ποιοι θα είναι στην κληρωτίδα, τι πρότεινε ο κ. Παπαδάκης αλλά τι αποφάσισε η Ολομέλεια. Η Ολομέλεια αποφασίζει τους τάδε. Καταλάβατε; Ο κ. Παπαδάκης έκανε μία πρόταση. Η Ολομέλεια δεν μπορεί να ακολουθεί στο σύνολο.
κ. ΚΟΤΤΕΑΣ: Τότε ερωτώ ευθέως κ. Πρόεδρε. Μετείχε ο κ. Παπαδάκης στην κλήρωση και εάν ναι, έλαβε ψήφους και πόσους. Για εάν μετείχε, τότε δεν θα μπορούσε να μετέχει ο κύριος Παπαδάκης. Είναι πολύ απλό.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τι να σας πω; Εγώ σας έδωσα την απάντηση ότι η Ολομέλεια δεν είχε τον κ. Παπαδάκη, είχε τον κ. Χλαμπουτάκη τελικά. Είναι το δια ταύτα. Δηλαδή δεν έχει σημασία τα «επειδή› που λέμε, «προτείνω τον τάδε, τον τάδε, τον τάδε› εμείς μπορούσαμε κανέναν από τους προταθέντες, ή μερικούς από τους προταθέντες. Καταλάβατε;
κ.ΚΟΤΤΕΑΣ: Αν είχα στο χέρι μου το πρακτικό, θα διαφοροποιούσα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Σας καταλαβαίνω, απλώς σας δηλώνω δηλαδή ότι η απόφαση ήταν: όλοι μας είμαστε την Ολομέλεια, δημοσιεύτηκε η απόφαση. Τελείωσε.
κ.ΚΟΤΤΕΑΣ: Κύριε Πρόεδρε, όλα αυτά τα λέω γιατί αργότερα θα προσθέσω.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Να σας πω τώρα τι συζήτηση έγινε μέσα; Δεν επιτρέπεται όπως ξέρετε, είναι μυστικές οι συνεδριάσεις των Ολομελειών, δεν είναι δημόσιες. Το θέμα είναι το δια ταύτα. Το δια ταύτα δεν είχε τον κ. Παπαδάκη.
κ.ΚΟΤΤΕΑΣ: Κύριε Πρόεδρε η λεγόμενη μυστικότητα των συνεδριάσεων είναι σχήμα λόγου, γιατί τη μια μέρα συζητάτε εσείς και την άλλη τα γνωρίζουμε οι περισσότεροι. Για να μην κοροϊδευόμαστε εδώ πέρα σε αυτή την αίθουσα.
Δεύτερο θέμα. Υπήρχαν Εφέτες που μπήκαν στην κληρωτίδα, προτάθηκαν -δεν ξέρω αν μπήκαν, γιατί δεν το έχω πρακτικό- οι οποίοι να είχαν ασκήσει ανακριτικά καθήκοντα;
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Αυτούς, η Ολομέλεια δεν τους έβαλε. Γεννήθηκε ένα θέμα από ό,τι θυμάμαι, όσοι είχαν ανακριτικά καθήκοντα, όσοι είχαν έστω και παρεμπίπτοντα βουλεύματα, τα είχαμε πει αυτά τα πράγματα, ότι η αρχή της δίκαιης δίκης θα παραβιαζόταν.
Σκεφτείτε τώρα κάποιος να είχε αποφανθεί σε κάποιο παρεμπίπτον βούλευμα ότι είχε ζητήσει κάποιος αντικατάσταση πρωινής κρατήσεως με περιοριστικούς όρους και να έλεγε «όχι, άστε τον να κάθεται μέσα›. Αυτό σημαίνει ότι είχε πλέον μια αξιακή κρίση επί της υπόθεσης εκφέρει και δεν θα ήταν σωστό και δόκιμο να βρίσκεται εδώ πάνω στην έδρα.
κ.ΚΟΤΤΕΑΣ: Ασφαλώς κ. Πρόεδρε. Το πρόβλημά μου δεν είναι αυτό. Το πρόβλημά μου είναι εάν ο κ. προϊστάμενος στην εισήγησή του περιέλαβε και τέτοιους Εφέτες. Ερωτώ τώρα πλέον γιατί έχω αυτό το δικαίωμα. Πέστε μου.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Είναι ρητορικές πολλές φορές οι ερωτήσεις.
κ.ΚΟΤΤΕΑΣ: Ρωτώ εγώ τώρα ο απλός πολίτης, που θέλει να πιστεύει ότι δεν στήθηκε τίποτα. Όταν ο κ. προϊστάμενος που γνωρίζει, εισηγείται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, στην Ολομέλεια των Εφετών κάποια πράγματα, αντίθετα με τα όσα ο νόμος προβλέπει, αυτός ο νόμος πρέπει κατά τη λογική να εφαρμοστεί; Και αν εφαρμόστηκε και για να ξεκαθαρίζω το θέμα που συζητάω, εγώ προσβάλλω τη νομιμότητα της εκλογής, του ήδη κατά την άποψή μου αντισυνταγματικού νόμου.
Για να τελειώνω με αυτό το θέμα. Όλη αυτή η ιστορία της δημιουργίας του Ν.3090/2002 μέσα στην περίοδο των εορτών και κάτω από τις συνθήκες και ενόψει αυτής της Δίκης, που ψηφίστηκε, δημοσιεύτηκε και εφαρμόστηκε και γνωστού όντως πως λειτουργούν κάποια πράγματα και που οδηγούν και όταν θα έρθει η ώρα της αντισυνταγματικότητας θα τα θέσω, αυτός ο νόμος από τη φύση του και από τον τρόπο που λειτούργησε, δεν λειτούργησε σύννομα.
Κατά συνέπεια τίθεται ευθέως πιστεύω σε εσάς το θέμα, εγώ το θέτω, ότι η παρούσα σύνθεση, ακόμη και με τις αγαθότερες προθέσεις της, δεν είναι εκείνη η οποία είναι αρμόδια να δικάσει τους παρόντες κατηγορούμενους.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ευχαριστούμε. Έχετε τον λόγο.
Ν. ΠΡΩΤΕΚΔΙΚΟΣ: Είμαι ο συνήγορος του Κων/νου Τέλιου. Θα ήθελα να κάνω μόνο μια παρατήρηση μόνο κ. Πρόεδρε, είναι προφανής η θέσπιση του 3090 ειδικά για αυτή την περίπτωση. Το «προφανές› προκύπτει και από τον ίδιο το νόμο, ο οποίος περιορίζει τον συγκεκριμένο τρόπο σύνθεσης του Δικαστηρίου, μόνο στα κακουργήματα, τα οποία έχουν παραπεμφθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων.
Προκαλεί κατάπληξη, ότι ο νομοθέτης ξέχασε ότι σοβαρότατα κακουργήματα, τα οποία αναμένεται να κρατήσουν επί μακρό χρονικό διάστημα, είναι κατ’ εξοχήν τα κακουργήματα τα οποία παραπέμπονται ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου και του Μικτού Ορκωτού Εφετείου.
¶ρα μου προκαλεί μια κατάπληξη, εάν έχετε μια ανθρωποκτονία με 10 - 15 κατηγορουμένους και χωρίς να έχουμε θέμα εφαρμογής, ασχέτως τι θα πούμε στη συνέχεια, του άρθρου 187 αυτοί, γιατί θα πρέπει να δικαστούν σε δεύτερο βαθμό, από Εφέτες οι οποίοι δεν θα προκληρωθούν ή δεν θα προοριστούν πριν την κλήρωσή τους και οι οποίοι προφανώς θα έχουν τα ίδια προβλήματα υγείας, συνταξιοδότησης και όλα τα σχετικά. Αυτό, συμπληρωματικά μόνο, για να δείξουμε ότι ο νόμος αυτός, έχει τεθεί μόνο για την προκειμένη περίπτωση.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ευχαριστούμε πολύ.
Κ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ: Είμαι ο συνήγορος του κ. Τζωρτζάτου. Κύριε Πρόεδρε, κύριοι Εφέτες, θέλω να προσθέσω λίγα λόγια σε όσα ορθά λέχθηκαν από τους εκλεκτούς συναδέλφους μου και από τον κ. Κοττέα ως προς το πώς έγινε αυτή η διάταξη και αν πραγματικά εγγίζει τη νομιμότητα.
Το λέω αυτό, διότι ομολογουμένως, έγιναν πολλές λεηλασίες της δικονομίας –και το λέω ευθέως- από τη νομοθετική εξουσία, η οποία εισήλατο κυριολεκτικά στο δικαστικό χώρο. Προσπαθεί η διάταξη αυτή, να εμφανιστεί ότι είναι μια γενική διάταξη και όχι διάταξη φωτογραφία.
Ερωτάται: όταν έχουμε την άσκηση διώξεως από τον Ιούλιο του 2002 και στη συνέχεια –δεν λέω για τη δημοσίευση, η ψήφιση έγινε μετά την άσκηση διώξεως- δηλαδή ήταν εν εκκρεμοδικία η υπόθεση και ξαφνικά εισέρχεται κυριολεκτικά η νομοθετική εξουσία με τον 390/2002 και μας λέει ότι σε υποθέσεις που έχουν παραπεμφθεί αρμοδίως για να εκδικαστούν στο Τριμελές Εφετείο κλπ. Ερωτώ: είναι ή δεν είναι φωτογραφία αυτός ο νόμος; Όταν έχει ξεκινήσει, πιστεύω ότι απαγορεύεται.
Θα πω επίσης το εξής: το άρθρο 8 του Συντάγματος όπως σωστά παρατηρήθηκε χτες από τον υπερασπιστή και συνάδελφό μου τον κ. Μυλωνά, που σας ανέφερε κάποια παραθέματα από τον Πατριάρχη -θα έλεγα- του Συνταγματικού Δικαίου τον Σμώλο, αναφέρθηκε στη λέξη «έκτακτα› σαφώς Δικαστήρια, ήταν στηριγμένο ακριβώς πάνω στο άρθρο 8 του Συντάγματος, που κι από αυτή την πλευρά έχετε δικαίωμα και καθήκον να το ελέγξετε. Γιατί αυτά ελέγχουμε εδώ και αυτό καλείστε να ελέγξετε.
Πέρα από αυτό, ας μου επιτρέψει ο κ. Κοττέας οι ερωτήσεις που ήταν ρητορικές, είναι και για εμένα ερωτήσεις, δηλαδή διερωτώμαι μια και δεν μπορώ να ρωτήσω το Δικαστήριο, θα πρέπει να διερωτώμαι πλέον, εάν και πως έγινε αυτή η διάταξη και πως εφαρμόστηκε, πως εκτελέστηκε. Είπαμε χτες ότι ενδεχομένως να είχαμε κάποιο πρακτικό της εκλογής. Όμως θα παρατηρήσω πέρα από τα όσα ελέγχθηκαν και κάτι άλλο:
Δεν προσβάλλει αυτό το ίδιο το σώμα των Δικαστών; Δεν προσβάλλει τους Δικαστές τους ιδίους, που οπωσδήποτε τίθενται έτσι σε διπλή τροχιά, η μεν μία in speed κατά την ορολογία την ξενόγλωσση σήμερα και οι άλλοι οι οποίοι έχουν βραδύτητα. Γιατί –υποθέτω- ότι ξέρετε η εισηγητική έκθεση της ιστορίας, είναι ότι θα πρέπει να επιλέξουμε μεταξύ των Εφετών που έχουν υγεία ακλόνητη -εύχομαι για όλους τους Εφέτες να έχουν ακλόνητη υγεία?
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Όλα υπό αίρεση. Για όνομα του Θεού.
Κ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ: Όμως με αυτό τον τρόπο –χωρίς να υπαινίσσομαι τίποτα και για τους 30 ή τους 10 ή τους 15 ή 45 Εφέτες, όσοι επελέγησαν- έτσι, έγινε μια διάκριση η οποία στερεί αναγκαίως τον οποιοδήποτε πολίτη από το φυσικό του δικαστή.
Το λέω αυτό, διότι ελέχθησαν πολλά περί της ορθότητας των κληρώσεων, διότι με «εκφοβισμούς› πάντοτε ξέραμε κι εμείς που παροικούμε στην Ιερουσαλήμ ότι λέγονται πολλά και εις βάρος του δικαστικού Σώματος και εις βάρος και δικηγόρων για τις επιλογές κλπ. Έπαψε κάποτε αυτό το γεγονός και ήρθε ο νόμος διευθέτησε αυτές τις διακρίσεις και είπε να κληρώνονται. Έρχεται επ’ ευκαιρία –το τονίζω αυτό- είναι νόμος φωτογραφία, μιας υποθέσεως βεβαίως σοβαροτάτης να δημιουργηθεί αυτός ο νόμος, να ψηφιστεί αυτός ο νόμος.
Περαιτέρω έχουμε δύο αρχές οι οποίες πραγματικά συνθλίβονται. Η μία είναι η αρχή της ίσης μεταχείρισης την οποία κάθε πολίτης αξιώνει από το Σύνταγμα. Ρωτώ εγώ ο οποίος είμαι ο εγκληματίας, ο παράνομος, παραβατικός, γιατί με τις ίδιες προϋποθέσεις θα δικαστώ από υμάς, οι οποίοι είναι επιλεγμένοι με αυτό τον τρόπο, ο οποίος είναι πράγματι μυστικός θα έλεγα, σε πολύ μυστικό Συμβούλιο και δεν θα μιλήσω, τα είπε ο κ. Κοττέας προηγούμενα και όχι από τον φυσικό μου δικαστή.
Καθώς επίσης και το άρθρο 8 το οποίο είναι συγκεκριμένο: δικαστικές Επιτροπές και έκτακτα Δικαστήρια, με οποιοδήποτε όνομα, δεν επιτρέπεται να συσταθούν. Που πάει αυτό το άρθρο 8; Το διώξατε από το Σύνταγμα; Δεν θέλω να επαναλάβω αξιότιμε κ. Πρόεδρε και κύριοι Εφέτες, τα όσα ορθότατα σας είπε χτες ο κ. Μυλωνάς.
Ενόψει όλων αυτών, σκεφτείτε πως αισθάνονται οι οποιοιδήποτε κατηγορούμενοι και δη οι παρόντες ότι βρίσκονται προ ενός εκτάκτου Δικαστηρίου.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Εδώ μας είπαν και Στρατοδικείο! Το έκτακτο είναι λίγο.
Κ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ: Δεν θα πω έκτακτο προς Θεού! Όμως πράγματι και για άλλες ενστάσεις τις οποίες έχουμε, το ίδιο έγινε. Δεν θα αναφερθώ γιατί δεν έχω δικαίωμα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Από πλευράς υπεράσπισης έχει ζητηθεί ο λόγος.
κ.ΣΟΦΟΣ: Εκπροσωπώ την υπεράσπιση του κ. Παύλου Σερίφη, του κ. Κωστάρη και του κ. Καρατσώλη μαζί με τον κ. Σταμούλη, την δεσποινίδα Σταμούλη και τον κ. Νίκα.
Κύριε Πρόεδρε, συντομότατα θα αναφερθώ σε μια περίπτωση που έχει ήδη απασχολήσει και την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, θα προσκομίσω βέβαια τις σχετικές αποφάσεις στο Δικαστήριό σας, με την διάταξη του άρθρου 16 του Ν.2331/95 η οποία αντικατέστησε την παρ. 1 του άρθρου 23 του Ν.1756/88 του κώδικα περί οργανισμού των Δικαστηρίων, ορίστηκε πλέον η σύνθεση της πλήρους Ολομέλειας και της τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία συντίθενται η μεν πλήρης Ολομέλεια από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, ή το νόμιμο αναπληρωτή του και από το ήμισυ των λοιπών μελών, η δε τακτική Ολομέλεια από τους Αντιπροέδρους προεδρεύοντα πρώτον και τους Αρεοπαγίτες και από την υπόλοιπη σύνθεση η οποία αποτελείται από τουλάχιστον 17 Αρεοπαγίτες, με εκάστοτε περιττό ή άρτιο κατά σειρά αρχαιότητας, η οποία αποτελεί και την τακτική Ολομέλεια.
Εξάλλου από τις συνταγματικές διατάξεις όπως ανέφεραν οι προλαλήσαντες συνάδελφοι και δεν θα αναπτυχθώ στις συνταγματικές διατάξεις που αφορούν τη συγκεκριμένη επιχειρηματολογία, τη διάταξη του άρθρου 26 του Συντάγματος που ορίζει την διάκριση της νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας, τη διάταξη του άρθρου 87 παρ. 1 που ορίζει ότι η Δικαιοσύνη ασκείται από τα Δικαστήρια και συγκροτείται από τακτικούς Δικαστές οι οποίοι απολαμβάνουν λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας, η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 που ορίζονται οι προαγωγές, τοποθετήσεις και οι μεταθέσεις των δικαστικών λειτουργών, ενεργούνται με Προεδρικό Διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από απόφαση Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου και τη διάταξη του άρθρου 93 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος, που ορίζει τα Δικαστήρια διακρίνονται σε διοικητικά, πολιτικά και ποινικά, τα οποία οργανώνονται με ειδικούς νόμους και υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο, που το περιεχόμενό του, είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.
Οι διατάξεις αυτές, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία θεσπίζει τόσο μεν το ατομικό δικαίωμα κατά του κράτους να μην στερείται ο Έλλην πολίτης του «in concreto› νομίμου δικαστή του, όσο δε και θεσμική εγγύηση της λειτουργίας της Δικαιοσύνης και της δικαστικής εξουσίας έναντι των άλλων εξουσιών, προκύπτει εξ όλων αυτών, ότι ο συνταγματικός νομοθέτης ανέθεσε μεν στον κοινό νομοθέτη τη σύσταση και την περαιτέρω οργάνωση των Δικαστηρίων και τη θέσπιση των αναγκαίων δικονομικών κανόνων για την αποτελεσματική επίλυση των διαφορών, πλην όμως –και τώρα σας αναγιγνώσκω το απόσπασμα περιεχομένου της υπ’ αριθμ. 1 του 96 αποφάσεως Ολομελείας του Αρείου Πάγου- η νομοθετική αυτή ρύθμιση δεν εκτείνεται τόσο, ώστε να πλήττεται η δικαστική ανεξαρτησία και το αυτοδιοίκητο των Δικαστηρίων. Όπως συμβαίνει, όταν ο νομοθέτης προσδιορίζει τους δικαστές που θα αποτελούν συγκεκριμένο τμήμα Δικαστηρίου.
Επαναλαμβάνω κ. Πρόεδρε ότι η διατύπωση της απόφασης της Ολομελείας όπως συμβαίνει όταν ο νομοθέτης προσδιορίζει τους δικαστές που θα αποτελούν συγκεκριμένο τμήμα Δικαστηρίου, ή θα συμμετέχουν σε ορισμένο Δικαστήριο για την εκδίκαση των ενώπιόν του υποθέσεων.
Διότι τούτο ενόψει των οριζομένων από τις συνταγματικές διατάξεις που προανέφερα, ανήκει στο ίδιο το Δικαστήριο χωρίς εξωτερική επέμβαση άλλου και ακολουθεί το σκεπτικό της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ως εξής:
Αντίθετη εκδοχή -και κατά την ταπεινή μου κρίση, πιστεύω ότι είναι η υπό κρίση περίπτωση- θα παρείχε στο κοινό νομοθέτη τη δυνατότητα να ορίζει τη σύνθεση και των δικαστηρίων της ουσίας, λέγοντας για παράδειγμα, ότι το Τριμελές Εφετείο συγκροτείται από τον πρώτον, τον τέταρτο ή τον πέμπτο κατά σειρά αρχαιότητα Εφέτη. Πράγμα το οποίο στο σκεπτικό της η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, αποδοκιμάζει και απορρίπτει. Γεγονός που θα επέτρεπε –λέει στη συνέχεια- στην εκάστοτε εκτελεστική εξουσία να επιλέγει τη σύνθεση της αρεσκείας της.
Κύριε Πρόεδρε, επιτρέψτε μου να πω ότι θα ήταν μεγάλη μου τιμή να μπορούσα κι εγώ ευθαρσώς να πω ότι σας γνωρίζω προσωπικά, σας θυμάμαι από το Εφετείο και πραγματικά κι εγώ προσωπικά, δεν θέλω να απέχω του θεσμικού χαρακτηρισμού των ως άνω διατυπώσεων. Αλλά θεωρώ ότι το σκεπτικό της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, της αποφάσεως που προανέφερα, της υπ’ αριθμ. 1 του 96 και της υπ’ αριθμ. 4 του 96 και της υπ’ αριθμ. 28 του 96, το σκεπτικό των οποίων είναι πανομοιότυπο, είναι σαφές ότι η διάταξη του άρθρου 11 του Ν.3090/2002 αντίκειται άμεσα στη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1, η οποία ορίζει «in concreto› το άμεσο δικαίωμα του πολίτη, να μην αποστερείται το νόμιμο δικαστή.
Θα συμπληρώσω μόνο όσον αφορά την παραβίαση της αρχής της ισότητας, κάτι το οποίο επιβεβαιώνει η υπ’ αριθμ. 28 του 96 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία δεν ορίζεται κατά τον ίδιο τρόπο όπως ορίστηκε για παράδειγμα η σύνθεση της πλήρους Ολομέλειας και της τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, το αυτό και για το άλλο ακυρωτικό για το Συμβούλιο της Επικρατείας. Κατ’ ανάλογο σκεπτικό, δεν ορίζεται για τα διοικητικά δικαστήρια ομοίως, σύμφωνα με το νόμο 3090 πράγμα το οποίο αντικρούει στην αρχή της ισότητας εμμέσως διότι και οι πολίτες οι οποίοι δεν καταλαμβάνονται από την έλλειψη πλέον της ρύθμισης αυτής, στερούνται και αυτό «in concreto› του δικαιώματος του νομίμου Δικατού. Σας ευχαριστώ πολύ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Αν έχετε την καλοσύνη μία από αυτές τις αποφάσεις, ειδικά την 28 η οποία αντικατοπτρίζει και τα δύο θέματα απ’ ότι είπατε. Ας τεθούν υπόψη γιατί αυτή την ώρα να μην ψάχνουμε. Μπορούμε να ψάξουμε βέβαια και να το βρούμε, αλλά απλώς διευκολύνεται η κατάσταση. Σε μένα δώστε την, δεν υπάρχει θέμα. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ. Τις έτερος βούλεται. Η κυρία Καραμπλιάνη.
κα ΚΑΡΑΜΠΛΙΑΝΗ: Θα ήθελα στη συνέχεια της σκέψης του κ. συναδέλφου να αναφερθώ κι εγώ στην αντισυνταγματικότητα βάσει του άρθρου 8 του Συντάγματος που επιβάλλει τον προσδιορισμό τόσο του Δικαστηρίου όσο και του Δικαστή με βάση γενικά και αφηρημένα κριτήρια και σε ανύποπτο χρόνο.
Πάνω σε αυτό θα ήθελα να πω ότι το άρθρο 8 ουσιαστικά υλοποιείται από την κλήρωση δηλαδή, από την εισαγωγή του τυχαίου για το οποίο έχει αναφερθεί ο ¶ρειος Πάγος στην υπ’ αριθμόν 61/93 απόφασή του σε Συμβούλιο, κρίνοντας αντισυνταγματική την διάταξη του τότε νομοσχεδίου του 2172/93 νόμου που κατήργησε και τον 1916/90 για τον οποίο αναφερθήκαμε χθες για την δημοσιότητα.
Σε αυτό λοιπόν το νομοσχέδιο τότε περιλαμβανόταν διάταξη που στερούσε από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου την αρμοδιότητα και την εξουσία, μάλλον τον εξαιρούσε από την ανάδειξη των μελών των Πειθαρχικών Συμβουλίων του Αρείου Πάγου. Ήταν μια διάταξη που ψηφιζόταν τότε το ’83, προσπαθούσε ουσιαστικά απ’ τον Πρόεδρο τότε, να εξαιρέσει τον Πρόεδρο τότε απ’ τα συμβούλια.
Θέλω να πω ότι εδώ ο ¶ρειος Πάγος έκρινε ότι αυτή η εξαίρεση είναι αντισυνταγματική και μάλιστα με πλειοψηφία 50 μελών υπέρ και ενός μόνο μέλους να μειοψηφεί. Κατά τούτο πιστεύω ότι στηρίζει την εισαγωγή ακριβώς του τυχαίου, θέλοντας να περιλαμβάνονται στην κλήρωση όλα τα μέλη εν προκειμένω της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Αυτό κύριε Πρόεδρε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Σας ευχαριστώ. Παρακαλώ, εκπροσωπείτε;
Ε. ΔΟΥΛΓΕΡΗ: Εκπροσωπώ τον κ. Θωμά Σερίφη. Μία παρατήρηση εν όψει του σχολίου σας σχετικά με το στρατοδικείο κύριε Πρόεδρε. Το συγκεκριμένο Δικαστήριο πράγματι δεν νομίζω να αμφισβήτησε κανείς ότι είναι ένα υφιστάμενο, ένα τακτικό Δικαστήριο. Πλην όμως στην ουσία και εν όψει του ότι του ανετέθη η εκδίκαση της συγκεκριμένης δίκης εκ των υστέρων, μετατρέπεται η δικαιοδοσία του από γενική σε ειδική.
Κατά τη γνώμη μας αυτό δεν είναι επιτρεπτό απ’ το Σύνταγμα, διότι η συγκρότηση της συνθέσεως ενός δικαστηρίου εν όψει και εν γνώσει της συζήτησης μιας υπόθεσης, είναι ασυμβίβαστη με το Σύνταγμα. Και ναι μεν του ανατέθηκε με νομοθετική πράξη, δηλαδή έχουμε μία παρέμβαση της νομοθετικής στη δικαστική εξουσία, όμως ο νομοθέτης μπορεί γενικά και αφηρημένα να μεταβάλει κάποιους κανόνες που αφορούν είτε την αρμοδιότητα των δικαστηρίων είτε τον οργανισμό, αλλά πάντα μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
Και τα δικαστήρια οφείλουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν απ’ το πρόσχημα αυτών των γενικών ρυθμίσεων ή με το πρόσχημα αυτών των γενικών ρυθμίσεων, επιχειρείται ή αποβλέπει ο νομοθέτης τη στέρηση ακριβώς του νομίμου δικαστή. Και αν διακρίνει κάτι τέτοιο, τότε πρέπει να αρνηθεί την εφαρμογή αυτού του νόμου. Μόνο αυτή την παρατήρηση κ. Πρόεδρε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Σας ευχαριστούμε πολύ. Ο κ. Δαλιάνης έχει τον λόγο.
Μ. ΔΑΛΙΑΝΗΣ: Εκπροσωπώ τον κ. Σωτήριο Κονδύλη. Αυτό που ήθελα να παρατηρήσω γιατί στα περισσότερα θέματα που εθίγησαν έχω ήδη καλυφθεί απ’ τους συναδέλφους μου, είναι ότι και απ’ αυτό το κείμενο της διάταξης του Ν. 3090/2002 προκύπτει το απερίγραπτο αυτού του νομοθετήματος. Αφού παρέχεται μία εξουσία σε ένα όργανο, με όλο το κύρος που βεβαίως έχει η ολομέλεια των εφετών, κατά τρόπο εντελώς ανεξέλεγκτο, χωρίς κανόνες μέσα στους οποίους υποχρεώνεται να κινηθεί.
Εδώ όμως θα ήθελα να θέσω και έναν άλλο προβληματισμό. Εξ όσων γνωρίζω το δικαστήριό σας, η ολομέλεια των εφετών αρνήθηκε να κάνει την ανεξέλεγκτη αυτή επιλογή που της παρέχει το δικαίωμα ο νόμος. Στην ουσία δηλαδή αρνήθηκε να εφαρμόσει αυτό το νόμο και είναι εύλογο αυτό το πράγμα και πιστεύω ότι είναι προς τιμή της ολομέλειας, γιατί είναι προφανής η αντισυνταγματικότητά της.
Βεβαίως δεν γνωρίζω το κείμενο της απόφασής σας. Απ΄ όσο όμως έχω ακούσει και έχουν λεχθεί από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, εξαιρέθηκαν μόνο οι δικαστές που είχαν πρόβλημα υγείας και εκείνοι των οποίων επέκειτο η συνταξιοδότηση, αν δεν κάνω λάθος. Αν κάνω λάθος παρακαλώ να με διορθώσετε, για να μην στηρίξω σε λαθεμένη βάση τον συλλογισμό μου.
Στην πραγματικότητα δηλαδή η Ολομέλεια των Εφετών δεν έκανε καμία απολύτως επιλογή. ΕΦήρμοσε τον προηγούμενο νόμο με κάποιες αρνητικές προϋποθέσεις που έθεσε. Και τίθεται το ερώτημα αξιότιμε κύριε Πρόεδρε και κύριοι δικαστές, τελικά ποιος νόμος εφαρμόστηκε για τη συγκρότηση του δικαστηρίου σας;
Ο Ν. 3090 είναι βέβαιο ότι δεν έχει εφαρμοστεί, αφού δεν έγινε καμία επιλογή και η επιλογή όπως περιγράφεται στη σχετική διάταξη, αυτή η ανεξέλεγκτη επιλογή είναι ποιοτική καθαρά επιλογή αφού δεν τίθεται κανένα άλλο κριτήριο. Δεν εφαρμόστηκε.
Υποτίθεται ότι η επιλογή των δικαστών, μεταξύ των οποίων και έγινε η κλήρωση, έγινε από το σύνολο των Εφετών από τους οποίους εξαιρέθηκαν αυτοί που ήταν φυσικό να εξαιρεθούν, οι έχοντες κωλύματα. Ερωτώ λοιπόν, θέτω αυτό τον προβληματισμό, σε ποια νόμιμη βάση, σε ποιο νόμο στηρίχθηκε η εκλογή του δικαστηρίου σας. Και βεβαίως δεν χρειάζεται να επαναλάβω την εμπιστοσύνη που τρέφω στη συγκεκριμένη σύνθεση. Ευχαριστώ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κι εγώ σας ευχαριστώ. Νομίζω τελειώσαμε από αυτή την πλευρά. Κύριε Αναγνωστόπουλε δυο-τρεις φορές σας δόθηκε ο λόγος, αλλά πάλι ανακλήθηκε δυστυχώς. Έχετε πλέον τον λόγο.
Η. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ: ¶κουσα με ενδιαφέρον τα επιχειρήματα της υπερασπίσεως, η οποία προβάλει ότι το άρθρο 11 παρ. 2 του Ν. 3090/2002 επί τη βάσει του οποίου προέκυψε η σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου, είναι αντίθετο προς το άρθρο 8 του Συντάγματος στο οποίο κατοχυρώνεται η αρχή του φυσικού ή ορθότερα του νόμιμου δικαστή.
Θυμίζω αξιότιμε κύριε Πρόεδρε, ότι η αρχή αυτή καθιερώθηκε για πρώτη φορά με σαφή τρόπο στο Σύνταγμα του έτους 1844. Εκεί περιελήφθηκε η διατύπωση η οποία έκτοτε επαναλήφθηκε σε όλα τα Συντάγματα, ότι ουδείς αφαιρείται άκων του παρά του νόμου ορισμένου εις αυτόν δικαστού.
Και έλεγε η διάταξη αυτή «ώθεν δικαστικαί επιτροπαί και έκτακτα δικαστήρια εις οιονδήποτε όνομα δεν επιτρέπεται να συστηθώσιν›. Αυτή είναι η συνταγματική διάταξη η οποία έκτοτε επαναλαμβάνεται σε όλα τα μεταγενέστερα Συντάγματα.
Είναι γνωστό επίσης αξιότιμοι κύριοι Εφέτες, κύριε Πρόεδρε, ότι νομοθέτημα περίπου της ίδιας εποχής με το Σύνταγμα του έτους 1844 είναι και ο παλαιός οργανισμός των δικαστηρίων επί τη βάσει του οποίου λειτούργησαν όλοι οι κλάδοι της δικαιοσύνης, μέχρι την ψήφιση των δικαστικών κωδίκων που ισχύουν σήμερα το έτος 1986.
Περίπου 150 χρόνια και υπό το κράτος του παλαιού οργανισμού των δικαστηρίων, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν εκληρούντο. Η κλήρωση ως τόπος αναδείξεως των δικαστών οι οποίοι συνθέτουν τα επιμέρους δικαστήρια, είναι κάτι το οποίο εισήλθε το έτος 1989 για πρώτη φορά με το Ν. 1806/1989.
Αναρωτήθηκα ακούγοντας την πλευρά της υπερασπίσεως, στην οποία περιλαμβάνονται και οι συνάδελφοι από παλαιότερες εποχές, πολλοί έγκριτοι και καθιερωμένοι, άραγε όλα αυτά τα χρόνια μέχρι το 1989 που ανακαλύφθηκε η κλήρωση ως ο μοναδικός τρόπος συγκροτήσεως δικαστηρίων, η σύνθεση των οποίων δεν αντίκειται στο άρθρο 8, όλα αυτά τα χρόνια τα δικαστήρια τα ελληνικά υπό τον Οργανισμό των Δικαστηρίων συνετίθεντο και εδίκαζαν εκτός νόμου, εκτός Συντάγματος;
Τόσα χρόνια δηλαδή η Ελλάδα μέχρι το 1989 ήταν μια πολιτεία της οποίας τα αρμόδια όργανα οι δικαστές, οι δικαιοδοτούσαν παρά το Σύνταγμα εναντίον και εκτός του Συντάγματος; Και αυτή όλη η συνταγματικά πρωτοφανής εκτροπή στην πλέον ευαίσθητη εξουσία, στη δικαστική εξουσία, είχε αφήσει ασυγκίνητους τους κυρίους υπερασπιστές και άλλους, οι οποίοι θα έπρεπε να είχαν σηκώσει επανάσταση με τα παράνομα δικαστήρια τα οποία συγκροτούνται.
Αναρωτιέμαι, κάποιος εκ των κυρίων συναδέλφων της υπερασπίσεως μέχρι το τέλος 1989 είχε ποτέ προβάλει σε ελληνικό δικαστήριο ένσταση κακής συνθέσεως, διότι παραβιάζεται το άρθρο 8 του Συντάγματος; Είναι άρα ο νομοθέτης ο πρόσφατος, ο νεότερος, ο οποίος εφηύρε όπως υποστηρίζει η υπεράσπιση νόμους ή θα έλεγα δικαιούμαι να το πω, η υπεράσπιση εκείνη η οποία εφευρίσκει δήθεν αντισυνταγματικότητες, εκείνη επ’ ευκαιρία και με αφορμή αυτή τη μία και μοναδική δίκη. Η οποία όπως είπα και την άλλη φορά έχει το προνόμιο να έχει περισσότερες από πλευράς υπερασπίσεως ενστάσεις αντισυνταγματικότητας. Εξ αίφνης διαπιστώνει η υπεράσπιση ότι το Σύνταγμα είναι διάτρητο και παραβιάζεται απ’ όλες τις απόψεις.
Αλλά έρχομαι στο θέμα μετά απ’ αυτή την ιστορική παρατήρηση και την απορία μου γιατί μέχρι το ’89 που η Ελλάς ανακάλυψε την κλήρωση, αποδέχονταν όλα τα δικαστήρια ως νομίμως συντεθιμένα.
Θυμίζω και πάλι κύριε Πρόεδρε ότι η κριτική η οποία είχε διατυπωθεί στο παλαιό καθεστώς του ορισμού των δικαστών οι οποίοι απήρτιζαν τα δικαστήρια, υπήρχε και είχε διατυπωθεί με διακριτικό θα έλεγα τρόπο και χωρίς υπέρβαση του μέτρου, πράγμα που χαρακτηρίζει άλλωστε πάντοτε την σοβαρή επιστημονική κριτική.
Παρατηρούσε δηλαδή η επιστήμη και ο κ. Μάνεσης στο βιβλίο του για τις ατομικές ελευθερίες και ο κ. Μπέης σε ένα άρθρο του της δεκαετίας του ’70, ότι με το Σύνταγμα δεν συμβιβάζεται απολύτως χωρίς να προβάλλεται ευθέως παραβίαση του Συντάγματος, περισσότερο γίνονταν υποδείξεις για να εναρμονιστεί η κοινή νομοθεσία, να είναι αν θέλετε περισσότερο εναρμονισμένη προς το Σύνταγμα.
Κάποιες δηλαδή τριβές, όχι αντισυνταγματικότητα, διαπίστωνε η θεωρία μόνο για τις περιπτώσεις εκείνες όπου η σύνθεση του δικαστηρίου καθοριζόταν δυο-τρεις μέρες προτού εκδικαστεί μια υπόθεση. Έλεγαν δηλαδή οι συνταγματολόγοι και οι δικονομολόγοι, ότι αυτό το οποίο καμιά φορά συνέβαινε, θα μπορούσε να πει κανείς ότι δημιουργούσε μια τριβή με το άρθρο 8 του Συντάγματος, χωρίς πάντως να προβάλλεται με τρόπο σαφή και ευθύ αντισυνταγματικότητα, παράβαση δηλαδή του Συντάγματος και δη του άρθρου 8 για τον νόμιμο δικαστή.
Αυτό ήταν το καθεστώς προ των κληρώσεων. Εισήχθη ο θεσμός αυτός των κληρώσεων, από την πλευρά της υπερασπίσεως ο θεσμός αυτός εκθιάζεται ως μοναδική μέθοδος αναδείξεως δικαστών οι οποίοι έχουν το τεκμήριο της αμεροληψίας για να εκδικάζουν ποινικές υποθέσεις.
Ερωτήθηκε εύστοχα από έδρας αξιότιμε κύριε Πρόεδρε εάν υπάρχουν παραδείγματα από άλλες νομοθεσίες, οι οποίες να καθιερώνουν ανάλογο σύστημα κληρώσεων. Η υπεράσπιση η οποία ασφαλώς έχει μελετήσει το θέμα αρκέστηκε να αναφέρει ότι μάλλον ίσως στη Γαλλία κάτι υπάρχει ή στην Ιταλία.
Εν πάση περιπτώσει βέβαιον είναι ότι πολιτισμένες έννομες τάξεις ανά τον κόσμο, αν όχι όλων, σχεδόν όλων των κρατών, εμπιστεύονται τους δικαστές και τις συνθέσεις των δικαστηρίων και δεν τους κληρώνουν. Αυτή είναι άλλη μία ελληνική πρωτοτυπία, η οποία αν θέλετε την άποψή μου, δεν εκφράζει την εμπιστοσύνη των Ελλήνων στους θεσμούς τους, αλλά τη δυσπιστία τους.
Και θα έλεγα ότι έκφραση δυσπιστίας στα δικαστήρια και στους θεσμούς εν έτει 1989 την βρίσκω παράταιρη και η άποψή μου πάλι εάν ενδιαφέρει είναι ότι ο θεσμός αυτός κακώς εισήχθη με τον τρόπο που εισήχθη, δεν χρειαζόταν και αντί να τονούται η εμπιστοσύνη και το κύρος προς τη δικαστική εξουσία, οι δικαστές υποβιβάζονται εις τη θέση τω ενόρκων.
Διότι εκεί για τους ενόρκους ανέκαθεν προέβλεπε η νομοθεσία την κλήρωση για ευνόητους λόγους. Αλλά ο τακτικός δικαστής δεν είναι ένορκος και επειδή δεν είναι ένορκος, ουδείς θα έπρεπε κανονικά να αξιώνει να κληρούται αυτός ωσάν εάν δεν κληρωθεί τότε πλέον δικαιολογείται η δυσπιστία και η έλλειψη εμπιστοσύνης στην αμερόληπτη και ανεξάρτητη κρίση του.
Μα η ανεξαρτησία και η αμεροληψία των δικαστών κατοχυρώνεται με την σειρά των συνταγματικών εγγυήσεων προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας τις οποίες παρέχει το ίδιο το Σύνταγμα. Και με τους άλλους δηλαδή ασφαλώς τρόπους, με τους οποίους η κοινή νομοθεσία τον περιβάλει με τις εγγυήσεις εκείνες που τον καθιστούν άτρωτο απέναντι σε επιρροές έξω.
Τι θα αποτελούσε γι’ αυτή την υπόθεση παραβίαση της αρχής. Από τις αποφάσεις που ανέγνωσε ένας εκ των συναδέλφων της υπερασπίσεως, προέκυψε νομίζω σαφώς κύριε Πρόεδρε, εάν γινόταν μία νομοθετική ρύθμιση όπου ο νομοθέτης η νομοθετική εξουσία θα έλεγε ότι την υπόθεση των κατηγορουμένων ως μελών της οργάνωσης 17Ν θα την εκδικάσουν οι δικαστές κύριοι τάδε, τάδε και τάδε, αυτό βεβαίως θα ήταν μία παραβίαση του άρθρου 8 του Συντάγματος.
Η υπεράσπιση ενώ αυτό ανέγνωσε, ότι δηλαδή θα παραβιαζόταν το άρθρο 8 του Συντάγματος αν ο νομοθέτης υπαγόρευε τα ονόματα των δικαστών που θα δικάσουν αυτή την υπόθεση, στη συνέχεια απ’ αυτή την ορθή θέση, εξήγαγε το παράδοξο τουλάχιστον συμπέρασμα, ότι αυτή η σύνθεση άρα -λέει η υπεράσπιση- είναι παράνομη.
Γιατί λέει η υπεράσπιση συντονιζόμενη με τους κυρίους κατηγορουμένους, σας όρισαν κύριοι δικαστές η εκτελεστική νομοθετική εξουσία για να μας δικάσετε. Ποιος σας όρισε; Όρισε κανείς ότι το δικαστήριο αυτό θα συντίθεται από τον Πρόεδρο και τους κυρίους Εφέτες οι οποίοι το συνθέτουν;
Υπήρξε εδώ παρέμβαση του νομοθέτη ή της εκτελεστικής εξουσίας, ο οποίος τάχα υπέδειξε τα ονόματα των μελών του δικαστηρίου; Ή αντιθέτως η ολομέλεια των Εφετών ως έκφραση της ανεξαρτησίας την οποία έχει ως ολομέλεια του Εφετείου των Αθηνών, εκείνη όρισε αριθμό μελών της, εκ των οποίων κληρώθηκαν τα μέλη της συνθέσεως αυτού του δικαστηρίου. Αυτό δεν έγινε; Δεν είναι αυτό έκφραση ανεξαρτησίας αυτοδιοικήσεως και αυτονομίας της δικαστικής εξουσίας η οποία ρυθμίζει εκείνη με την κυριαρχική βούληση των μελών της τα internal corporis και αποφασίζει και δημιουργεί μία ευρύτερη ομάδα απ’ την οποία κληρώνονται οι δικαστές;
Προχωρώ κύριε Πρόεδρε. Γιατί δεν ενοχλείται η υπεράσπιση από το γεγονός ότι η Ολομέλεια των Εφετών συνήλθε στην υπόθεση αυτή σύμφωνα με το άρθρο 29 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και δεν επέλεξε μείζονα αριθμό Ανακριτών εκ των οποίων κληρώθηκε κάποιος, αλλά όρισε ότι Ανακριτές στην υπόθεση αυτή θα είναι οι εξής τρεις Εφέτες. Είναι αυτό ορισμός μελών δικαστών και μάλιστα με όνομα, οι οποίοι ανέλαβαν την ανάκριση στην υπόθεση αυτή;
Γιατί κανείς εκ των κυρίων κατηγορουμένων δεν εξέφρασε την δυσπιστία του ή δεν παραπονέθηκε στην ανάκριση, γιατί ήταν αυτοί οι ανακριτές που δεν είναι εκείνοι που θα τους έλαχαν, εκείνοι οι οποίοι θα κληρώνονταν υπό διαφορετικές περιστάσεις;
Όταν η ίδια η ποινική δικονομία επιτρέπει στην Ολομέλεια των Εφετών να συνέρχεται, να επιλαμβάνεται μιας υποθέσεως που και αυτό αποτελεί αφαίρεση της υποθέσεως απ’ τον ανακριτή και ανάθεσή του σε εφέτη και όταν της επιτρέπει επίσης να ορίζει ονομαστικώς ποιοι θα είναι οι ανακριτές αυτοί, αυτή η διάταξη τελεί εκτός Συντάγματος; Αν κανείς αποδεχθεί την αφελή επιτρέψτε μου ερμηνεία την οποία προβάλει η υπεράσπιση περί του τι σημαίνει νόμιμος και φυσικός δικαστής, τον οποίο ταυτίζει μ’ αυτό το δικαστή που μου έλαχε, που μου κληρώθηκε, αλίμονο αν έτσι είχαν τα πράγματα, τότε θα έπρεπε να πούμε ότι αντισυνταγματική υπήρξε και η προδικασία υπ’ αυτή την έννοια, εκτός κύριε Πρόεδρε εάν απατώμαι και προβληθεί και τέτοιου είδους ένσταση αργότερα, αν η υπεράσπιση αναφερθεί σε τυχόν ακυρότητα της προδικασίας. Δεν το ξέρω.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Θα σας παρακαλούσα να αποφορτίσετε τον λόγο σας απ’ τη λέξη «αφελή›. Δεν χρειάζεται.
Η. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ: Αυτό δεν χαρακτηρίζει τους προβάλλοντες την άποψη κύριε Πρόεδρε. Εγώ δεν έχω καμία αντίρρηση να την ανακαλέσω, αλλά είναι φανερό και η εκτίμηση, εγώ είπα κύριε Πρόεδρε ότι η εξίσωση φυσικός δικαστής, νόμιμος δικαστής ίσον κληρωθείς δικαστής, είναι αφελής, πώς να το κάνουμε. Αφού είναι; Να μην το πω;
Αυτό δεν αφορά τους συναδέλφους τους οποίους τιμώ και την υποστηρίζουν. Και εκείνοι μπορεί να υποστηρίξουν ότι η δική μου άποψη ότι το 29 έχει εδώ κάποια σχέση, δεν έχει καμία σχέση και μπορεί να είναι αφελής. Δεν έχω πρόβλημα. Αλλά δέχομαι την παρατήρησή σας και να την πω ότι είναι απλουστευτική. Να το διορθώσω αν μου επιτρέπετε και ζητώ συγνώμη εάν στη ρύμη του λόγου υπήρξε μια διατύπωση που μπορεί να ήταν υπερβολική.
Δεν πιστεύω να με χαρακτηρίζει και δεν έχω καμία πρόθεση προς τους κυρίους συναδέλφους τους οποίους τιμώ απεριόριστα, υπ’ αυτή την έννοια να θίξω τις απόψεις τους. Απόψεις συζητούμε εδώ. Τα πρόσωπα είναι γνωστά και πάρα πολύ σεβαστά.
Λέγω κύριε Πρόεδρε, ότι η Ολομέλεια των Εφετών η οποία συνήλθε επί τη βάσει της νέας διατάξεως και όρισε αριθμό μελών της εκ των οποίων κληρώθηκε η παρούσα σύνθεση, το έκανε κατ’ εφαρμογή αυτής της διατάξεως, η οποία είναι μια διάταξη που δίνει τη δυνατότητα στο Εφετείο να προβαίνει σε μία εσωτερική λειτουργική οργάνωση του τρόπου λειτουργίας, προκειμένου να απονεμηθεί με τρόπο ορθολογικό και αποτελεσματικό με τον καλή έννοια η δικαιοσύνη.
Λέω δηλαδή, εάν γινόταν ένας νόμος που έλεγε ότι στα μεγάλα Εφετεία δικαιούται να συνέλθει η Ολομέλεια των Εφετών, συνέρχεται η ολομέλεια των Εφετών και επιλέγει έναν αριθμό εκ των μελών της, το 1/10, το 1/5, δεν έχει σημασία, οι οποίοι θα εκδικάζουν εφ’ εξής με κλήρωση των μελών των αντίστοιχων δικαστηρίων, υποθέσεις οι οποίες αφορούν οικονομικά εγκλήματα. Έχω μια ιδέα: Θεσμοί οι οποίοι υπάρχουν και είναι κατοχυρωμένοι σε άλλες νομοθεσίες. Επειδή οι υποθέσεις που έχουν ως αντικείμενο οικονομικά εγκλήματα πολύ συχνά είναι υποθέσεις με πολύπλοκα αποδεικτικά θέματα και έχουν δίκες, είναι υποθέσεις οι οποίες διαρκούν πολύ.

B΄ ΜΕΡΟΣ
10:35 – 12:45
Η. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ: Θα ήταν αυτή η διάταξη αντίθετη προς το άρθρο 8 του Συντάγματος. Δεν επιτρέπεται δηλαδή -αυτό νομίζω ότι υποστηρίζει η υπεράσπιση- να νομοθετηθούν διατάξεις επί τη βάση των οποίων το δικαστήριο οργανώνεται εσωτερικά και επιλέγει μέλη του τα οποία καθίστανται αρμόδια για να εκδικάσουν ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων.
Κι εδώ νομίζω ότι είναι το κλειδί για την απόδειξη της συμφωνίας της διατάξεως προς το Σύνταγμα. Η διάταξη αυτή δεν λέει ότι η υπόθεση της 17Ν -ασφαλώς δεν το λέει- ούτε οτιδήποτε άλλο το οποίο να αφορά ειδικώς αυτή την υπόθεση, αλλά θέτει ως κριτήρια υποθέσεις με σοβαρό αντικείμενο και με πρόβλεψη μακράς διαρκείας. Αυτά είναι τα κριτήρια. Οι υποθέσεις αυτές μπορεί να είναι υποθέσεις τρομοκρατίας, μπορεί να είναι υποθέσεις οικονομικών εγκλημάτων, μπορεί να είναι υποθέσεις άλλου είδους.
Εδώ λοιπόν πρόκειται για κατηγορία υποθέσεων πρώτον, επομένως το κριτήριο είναι γενικό και δεν αφορά ορισμένη υπόθεση και δεύτερον πρόκειται για παροχή εξουσίας προς το Δικαστήριο, την Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κυριαρχικά να ορίσει εκείνη ποια από τα μέλη της θα απαρτίσουν το τμήμα αν θέλετε αυτό, το οποίο θα εκδικάζει υποθέσεις.
Το ότι ο νομοθέτης το κάνει αυτό, δεν το θεσπίζει ως μόνιμο θεσμό, αλλά το αφήνει στην διακριτική ευχέρεια της Ολομέλειας του Εφετείου, επίσης δεν δημιουργεί κάποιο πρόβλημα. Διότι αν οι υποθέσεις αυτές δεν είναι τόσες πολλές ώστε να χρειαζόμαστε να έχουμε μονίμως κάποιο τμήμα, γίνεται κατά περίπτωση, υποθέσεως με αυτά τα χαρακτηριστικά.
Αν κριθεί στο μέλλον –σκέφτομαι- ότι οι υποθέσεις αυτές είναι επί μονίμου βάσεως τόσες ώστε να χρειάζεται ένα τμήμα να απασχολείται μόνο με αυτές, θα ιδρυθεί ενδεχομένως ένα τμήμα.
¶λλωστε και πάλι στην Ποινική Δικονομία όταν προβλέπει η Ποινική Δικονομία στο άρθρο 11 ότι στα Εφετεία δημιουργούνται ποινικά τμήματα, όπου τα μέλη των ποινικών τμημάτων θα ορίζονται με κριτήρια που ορίζει η ίδια η Ολομέλεια του Δικαστηρίου. Υποστήριξε ποτέ κανείς, υπήρξαν επιχειρήματα υπέρ ή κατά της δημιουργίας ποινικών τμημάτων; Δεν άκουσα όμως τότε αντίλογο που να προβάλει ότι η δημιουργία ποινικού τμήματος παραβιάζει την αρχή του φυσικού δικαστού κατά το άρθρο 8 του Συντάγματος.
Διατυπώθηκαν αντιρρήσεις από ορισμένους που είπαν ότι υπάρχουν κίνδυνοι για παρενέργειες ή οτιδήποτε άλλο, αλλά αντίρρηση επί συνταγματικού εδάφους, ότι δηλαδή αν δημιουργείτο ποινικό τμήμα που θα ήταν κάτι ανάλογο, απλώς θα είχε την έννοια ότι υπάρχει για έναν ολόκληρο χρόνο ή για δύο ολόκληρα χρόνια, ή αν δημιουργούνταν τμήματα για οικονομικά εγκλήματα και άλλες προτάσεις που κατά καιρούς έχουν γίνει.
Όλα αυτά αφορούν την εσωτερική οργάνωση του συγκεκριμένου Δικαστηρίου, η οποία γίνεται κυριαρχικά από την Ολομέλεια των μελών του και επομένως δεν υφίσταται θέμα αντιθέσεως προς το άρθρο 8.
Ολοκληρώνω κ. Πρόεδρε αναφερόμενος στον αείμνηστο Αριστόβουλο Μάνεση, ο οποίος στο εγχειρίδιο αυτό για τις ατομικές ελευθερίες λέει πολύ χαρακτηριστικά ότι «η αρχή του νόμιμου δικαστή δεν έχει την έννοια ότι αποκλείονται μεταβολές ενεργούμενες με νόμο στην συγκρότηση, οργάνωση και λειτουργία των δικαστηρίων›. Αυτό είναι παράθεμα, όπως λέει και ο κ. Μυλωνάς, λέξη που είναι προσφιλής του, από τον κ. Αριστόβουλο Μάνεση, σελίς 215 των ατομικών ελευθεριών.
Είναι επίσης γνωστό ότι οι δικονομικοί νόμοι καταλαμβάνουν τις υποθέσεις πάντοτε στο στάδιο εκείνο το διαδικαστικό στο οποίο ευρίσκονται και ζήτημα απαγόρευσης αναδρομής στον δικονομικό νόμο δεν τίθεται, διότι οι δικονομικοί νόμοι από τη φύση τους δεν μπορούν να είναι αναδρομικοί. Καταλαμβάνουν την διαδικαστική πράξη στο στάδιο εκείνο το οποίο βρίσκεται.
Αυτό δε το οποίο υποστηρίζει η υπεράσπιση ότι η υπόθεση ήταν γνωστή, και λοιπόν; Όταν δημιουργήθηκαν τα τριμελή Εφετεία Κακουργημάτων τα οποία αντικατέστησαν τα πενταμελή, εκκρεμούσαν υποθέσεις στα 5μελή Εφετεία Κακουργημάτων ως πρωτοβάθμια δικαστήρια. Το έβαλε κανείς ότι εθίγετο το Σύνταγμα επειδή αντί για 5 Εφέτες θα δίκαζαν την υπόθεση πλέον 3 Εφέτες;
Σκεφτείτε δε το χάος το οποίο θα εδημιουργείτο αν κάθε υπόθεση έπρεπε να εκδικάζεται με τον δικονομικό νόμο ο οποίος ίσχυε καθ’ ο χρόνο τελέστηκε η πράξη ή καθ’ ο χρόνο άνοιξε η διαδικασία που αφορά την υπόθεση αυτή. Θα έπρεπε σήμερα να εφαρμόζουμε περίπου 10 διαφορετικές δικονομίες στην ποινική και στην πολιτική δίκη και βεβαίως εκεί να μη γνωρίζει κανείς ποιος δικονομικός νόμος διέπει την περίπτωση του.
Ένα τελευταίο. Προβάλει η υπεράσπιση ότι η παρούσα υπόθεση δεν είναι αμέτοχος στην ψήφιση του νέου νόμου κι εγώ δεν διστάζω να το δεχτώ αυτό. Βεβαίως και έδωσε αυτή και άλλα στοιχεία αφορμής, αλλά αυτό γιατί είναι επιλήψιμο; Ο δικονομικός νομοθέτης δεν προσαρμόζει την νομοθεσία σύμφωνα με τις αφορμές και τις εμπειρίες τις οποίες έχει από τις εκκρεμείς υποθέσεις;
Αμφισβητεί κανείς –και το γνωρίζει πολύ καλά ο αγαπητός συνάδελφος ο κ. Κοττέας- ότι το Εφετείο Πειραιώς ευρέθη απροετοίμαστο να εκδικάσει με την οργάνωση την οποία διέθετε τις περίφημες υποθέσεις των πετρελαίων; Αν γινόταν μια ρύθμιση, η οποία θα προσπαθούσε επί το ορθολογικότερο να αναδιοργανώσει τα σχετικά με την εκδίκαση αυτών των υποθέσεων, αυτή θα ήταν αντίθετη προς το Σύνταγμα;
Δεν νομίζω λοιπόν ότι το επιχείρημα πως η υπόθεση αυτή δεν είναι άσχετη με τον καινούριο νόμο θεμελιώνει κάποιο συμπέρασμα περί αντιθέσεως του νόμου αυτού προς το Σύνταγμα. Εγώ θα έλεγα ότι αντίθετα, υποχρέωση του νομοθέτη είναι να αξιοποιεί τις εμπειρίες τις οποίες έχει από την εκδίκαση των υποθέσεων και να προσπαθεί με νέους νόμους να διοργανώνει επί το καλύτερον τις λειτουργίες των δικαστηρίων.
Τώρα αν αυτός ο νόμος είναι περισσότερο ή λιγότερο επιτυχής, αν θα μπορούσε κάτι στη διατύπωση του να είναι καλύτερο, αυτό είναι κάτι που δεν αφορά το Δικαστήριο και τη δίκη. Η κριτική αυτή αφορά τον νομοθέτη και επομένως εκφεύγει της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, άρα και των δικαιωμάτων ημών των αγορευόντων να αναφερθούμε.
Με αυτά κ. Πρόεδρε, υποστηρίζω ότι θέμα παραβιάσεως του άρθρου 8 του Συντάγματος δεν τίθεται και τα λοιπά επιχειρήματα της υπερασπίσεως δεν ευσταθούν, ούτε επί συνταγματικής, ούτε επί άλλης βάσεως.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Αγορεύσατε επί των υποθέσεων την πρώτη, Ρόμπερτ Τσάντ και όλους τους άλλους. Για να τηρούμε τη δικονομική τάξη όπως είπαμε. Συνεχίζει επί της ανθρωποκτονίας του Χρήστου Μάτη η πολιτική αγωγή.
ΣΤ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ: Κύριε Πρόεδρε, δεν είναι ανάγκη να τοποθετούμεθα σε όλα, εμείς δεν θα τοποθετηθούμε σε όλα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Όπου θέλετε. Τότε όποιος θέλει μπορεί να λάβει τον λόγο. Δίνω τον λόγο σε όλους και ζήτησαν να λάβουν τον λόγο οι κύριοι Γιαννίδης, ο κ. Λίβος, ο κ. Κατσαντώνης, εσείς πριν απ’ όλους τους άλλους. Ο κ. Γιαννίδης είχε ζητήσει πρώτα, μετά εσείς.
Ο κ. Γιαννίδης έχει τον λόγο.
Ι. ΓΙΑΝΝΙΔΗΣ: Ευχαριστώ κ. Πρόεδρε. Πιστεύω ότι ο κ. Αναγνωστόπουλος σε μεγάλο βαθμό έχει καλύψει το θέμα και γι’ αυτό δεν πρόκειται να μακρηγορήσω ιδιαιτέρως. Θέλω να πω ότι από τις πιθανές προβλέψιμες ενστάσεις της υπεράσπισης, δεν ξέρω βέβαια στο σύνολο τους ποιες μπορεί να είναι, θεωρώ τη συγκεκριμένη ένσταση ως την πλέον αδύνατη.
Τούτο, διότι αν ενσκύψει κανείς έστω και λίγο στην έννοια του φυσικού δικαστή, ή ορθότερον νόμιμου δικαστή, θα δει ότι εκείνο το οποίο κάνει το Σύνταγμα στο άρθρο 8 δεν είναι τίποτε άλλο από το να προσδιορίζει το γεγονός ότι ο δικαστής πρέπει να ορίζεται γενικά και αντικειμενικά πριν από την πράξη με νόμο.
Τι σημαίνει αυτό το πράγμα. Παραπέμπει αφενός στον κοινό νομοθέτη για τον τρόπο με τον οποίον θα καθορίσει την αρμοδιότητα των δικαστηρίων και τη σύνθεση των δικαστηρίων. Από κει και πέρα όμως δεν είναι ο νόμος εκείνος ο οποίος θα καθορίσει το συγκεκριμένο πρόσωπο. Ο φυσικός δικαστής από τον νόμο ορίζεται «in abstracto›.
Ερωτώ λοιπόν: εσείς, η παρούσα σύνθεση δεν θα είσαστε ούτως ή άλλως φυσικοί δικαστές; Υπάρχει κάτι το οποίο μεταβάλλει την ιδιότητα σας ως των ορισμένων από το Σύνταγμα και των νόμων δικαστών να δικάσουν αυτή την υπόθεση ακόμη κι αν δεν είχε μεσολαβήσει ο συγκεκριμένος νόμος;
Νομίζω ότι η παρεξήγηση οφείλεται στο εξής: οφείλεται σε μια σύγχυση μεταξύ του «in abstracto› ορισμού, του ποιος είναι ο φυσικός δικαστής με τον τρόπο της συγκεκριμενοποιήσεως των προσώπων που αποτελούν την σύνθεση in concreto.
Για τον τρόπο με τον οποίον μπορεί in concreto να προσδιοριστεί η σύνθεση, υπάρχουν διάφορα συστήματα. Το δικό μας σύστημα, το σύστημα της κληρώσεως, είναι σύστημα που όπως ορθώς επισημάνθηκε ήδη από τον κύριο συνάδελφο δεν θεωρείται ως επιτυχές, είναι χαρακτηριστικό όχι προηγμένων αρχικών εννόμων τάξεων.
Διότι στην ουσία προδίδει μια καχυποψία και έλλειψη εμπιστοσύνης στα πρόσωπα των δικαστών, που από τη φύση του αξιώματος τους και του λειτουργήματος τους έχουν τα εχέγγυα να επιλέξουν αυτοί τα in concreto πρόσωπα, πράγμα που άλλωστε γίνεται στις περισσότερες ευρωπαϊκές δημοκρατίες.
Θα αναφερθώ στο άρθρο 21Ε του γερμανικού κανονισμού δικαστηρίων, θα αναφερθώ στο Supreme Court Act του 1981 στην Αγγλία, όπου και στις δύο περιπτώσεις η κατανομή των υποθέσεων γίνεται είτε από το Προεδρείο, είτε από προεδρεύοντα δικαστή, χωρίς αυτό να έχει εγείρει ποτέ αμφιβολίες, αλλά πάντοτε έχει και παρεμπιπτόντως επιβεβαιωθεί από αριθμό αποφάσεων του συνταγματικού δικαστηρίου. Έχω τουλάχιστον εδώ 5-6 μπροστά μου τις οποίες μπορώ να σας τις προσκομίσω.
Το συμπέρασμα είναι δηλαδή ότι εκείνο το οποίο πρέπει να αποφεύγεται, είναι η αφαίρεση του νομίμου δικαστή. Δηλαδή αν ο νόμιμος δικαστής προσδιοριστεί με οποιοδήποτε σύστημα, είτε με την κλήρωση, είτε με την επιλογή από τον Πρόεδρο του δικαστηρίου, ή το Προεδρείο, ή την Ολομέλεια του δικαστηρίου.
Θα σας υπενθυμίσω στο σημείο αυτό ότι υπάρχει απόφαση και προς τους κυρίους συναδέλφους του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, η οποία έλεγε ότι ορθόν είναι να αποφασίζεται από την Ολομέλεια και υπάρχει και ανάλογη γνωμοδότηση του Αρείου Πάγου 63/89 η οποία επίσης προέτεινε αυτό το πράγμα και σύμφωνα με την οποία εμποδίζεται δια του συστήματος της κληρώσεως η αρίστη από την άποψη υπηρεσιακών ικανοτήτων και λειτουργών που θα μετάσχουν σύνθεση.
Τα κριτήρια του γερμανικού νόμου είναι ουσιαστικά κριτήρια. Δηλαδή επιλέγει το Προεδρείο και ο Πρόεδρος εκείνους που κατά εκτίμηση του, ελεγχόμενη μεν αλλά εκτίμηση του, είναι αντικειμενικά οι καταλληλότεροι για να δικάσουν πολύπλοκες ή πιο σύνθετες υποθέσεις.
Η έννοια του φυσικού δικαστή είναι ότι άπαξ οριστεί αυτός ο δικαστής με όποιο σύστημα δεν οριστεί, δεν μπορεί μετά να αφαιρεθεί. Δηλαδή δεν μπορεί να έρθει μετά ένας νόμος ή μια απόφαση και να πει «δεν μας κάνει ο κύριος Πρόεδρος, μας κάνει ένας άλλος Πρόεδρος›. Αυτή είναι η έννοια του φυσικού δικαστή.
Εδώ φοβούμαι ότι εκείνο το οποίο συνέβη είναι η απολυτοποίηση του συστήματος της κληρώσεως στο σύνολο του. Το σύστημα της κλήρωσης είναι ενδεχομένως για τις ελληνικές συνθήκες κάποια εγγύηση. Επαναλαμβάνω για τις ελληνικές συνθήκες, επειδή κατά καιρούς είχαν διατυπωθεί αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία της επιλογής της θέσεως.
Αποτελεί παθολογία του συστήματος και όχι αρετή του το ότι καταφύγαμε στο σύστημα της κληρώσεως. Διότι σε ένα ορθά λειτουργούν σύστημα δεν θα χρειαζόταν η κλήρωση.
Συμπεραίνω λοιπόν εκ του μείζονος εις το έλασσον, ότι εδώ που πολύ περισσότερο υπάρχει σύνθεση και στο κάτω – κάτω επελέγησαν κάποιοι εκ των φυσικών δικαστών και επελέγησαν με τη διαδικασία που προβλέπει ο νόμος, ο οποίος όπως εξήγησε και ο κύριος συνάδελφος έχει το δικαίωμα να ορίσει ορισμένα αντικειμενικά, γενικά κριτήρια, αυτό δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανένας, τι θα πείτε;
Θα πείτε δηλαδή, όταν προ ετών μετεβλήθη η αρμοδιότης για την εκδίκαση των υποθέσεων παραβάσεως καθήκοντος από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο στο Μονομελές, ότι οι προηγηθείσες υποθέσεις που είχαν οριστεί, στερούνται του φυσικού δικαστή διότι στην κλήρωση του Μονομελούς δεν παίρνουν μέρος οι Πρόεδροι και οι αρχαιότεροι πλημμελειοδίκες; Κι εκεί δεν υπήρχε περιορισμός της κληρώσεως;
Φοβούμαι ότι η απολυτοποίηση της κλήρωσης σε συνδυασμό με μια θεμιτή ως κριτική του νομοθέτη άποψη ότι ο νόμος έγινε για να προβλέψει και αυτή και κυρίως αυτή την περίπτωση, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι έχουμε στέρηση του φυσικού δικαστή. Δεν έχουμε στέρηση του φυσικού δικαστή.
Τα κίνητρα του νομοθέτη δεν αποτελούν στέρηση του φυσικού δικαστή. Οι δικαστές αυτοί είναι οι φυσικοί δικαστές γιατί θα μπορούσαν να είναι ούτως ή άλλως και διότι εξειδικεύτηκαν ως σύνθεση μέσω ενός νόμου ορθά και με αντικειμενικά και γενικά κριτήρια.
Πιστεύω λοιπόν ότι θα έπρεπε να είμαστε πιο προσεκτικοί όχι ως προς την ένσταση, το καταλαβαίνω, αλλά τουλάχιστον ως προς χαρακτηρισμούς ότι μπορεί να εφαρμοστεί εδώ και το 8 παρ. 2. Θεωρώ ότι βεβαίως είναι νόμιμο δικαίωμα το να υπερασπίζεται κανείς μια άποψη, έστω και με υπερβολή, αλλά όχι και με τρόπο ο οποίος μπορεί να αποτελέσει ακόμη και προσβολή του Δικαστηρίου. Δεν έχουμε στρατοδικείο. Διότι φτάσαμε σχεδόν μέχρι εκεί. Λυπούμαι γι’ αυτό.
Έχουμε αναμφισβήτητα φυσικούς δικαστές και θα έλεγα επιλεγμένους με σαφέστερα γενικά και καλύτερα γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, από αυτά που θα προέβλεπε το σύστημα ανάγκης και σύστημα σχεδόν τριτοκοσμικό, το σύστημα της κληρώσεως. Ευχαριστώ.
Ι. ΜΥΛΩΝΑΣ: Επί προσωπικού αν επιτρέπετε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν έχετε τον λόγο τώρα.
Ι. ΜΥΛΩΝΑΣ: Ναι, αλλά πείτε ότι μπορεί να θεωρηθεί και προσβολή Δικαστηρίου.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Είπα, δεν θεωρεί το Δικαστήριο ότι προσβάλλεται με τίποτα. Εδώ χτες μας είπαν ότι είμαστε και Στρατοδικείο.
Ι. ΜΥΛΩΝΑΣ: Είναι έκτακτο Δικαστήριο, καμία σχέση με Στρατοδικείο. Είναι δύο ξεχωριστές έννοιες.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν έχω αισθανθεί προσβολή εκ μέρους κάποιου. Επομένως εν τη ρύμη του λόγου κάτι θα πει κανένας παραπάνω.
Ι. ΜΥΛΩΝΑΣ: Είμαι πάντα πολύ προσεκτικός στις νομικές διατυπώσεις που χρησιμοποιώ. ¶λλο απαγορευμένο έκτακτο Δικαστήριο ρθρο 8 παρ. 2, άλλο Στρατοδικείο. Δεν είχα καμία διάθεση προσβολής του Δικαστηρίου.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Συμφωνούμε απόλυτα ότι είστε κι εσείς πάρα πολύ προσεκτικός και έτσι κατανοήθηκαν όπως ακριβώς τα είπατε. Δεν υπάρχει θέμα και δεν υπάρχει λόγος να αποδίδεται από το άλλο μέρος έννοια διαφορετική από την οποία εσείς δώσατε και με σαφήνεια απόλυτη. Για όνομα του Θεού, δεν είπαμε εμείς τέτοιο πράγμα. Μη στενοχωριέστε άλλωστε γι’ αυτά.
Εδώ είναι να επιχειρηματολογήσετε επάνω σ’ αυτό το ζήτημα, αυτό είναι ο λόγος. Η ρητορεία, οι χαρακτηρισμοί κλπ. δεν νομίζω ότι έχουν εδώ χώρο σ’ αυτό το Δικαστήριο, μόνο η επιχειρηματολογία. Και οι κανόνες της νομικής επιχειρηματολογίας είναι πια καθορισμένα τα πλαίσια τους. Εκεί θα περιοριστείτε για να βρούμε κι εμείς κάποια άκρη.
Δεν είναι δηλαδή μετά που θα αξιολογούμε αποδεικτικό υλικό αν φτάσουμε κάποτε εκεί πέρα ή αν δεν φτάσουμε εμείς κάποιοι άλλοι. Είναι σ’ αυτό το στάδιο της νομικής επιχειρηματολόγησης, γι’ αυτό θέλω να περιοριζόμαστε μόνο εκεί.
Είχε ζητήσει τον λόγο ο κ. Λίβος.
Ν. ΛΙΒΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, δεν έχω αντίρρηση, για λόγους τάξεως αλλά κι επειδή είμαστε στην ίδια υπόθεση, να δοθεί πρώτα ο λόγος στον κ. Κατσαντώνη.
ΑΛ. ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΗΣ: Οι εκλεκτοί συνάδελφοι και φίλοι της Υπερασπίσεως, εξέφρασαν εναντίον ενός νόμου κάποια παράπονα. Θα έλεγα μάλιστα ότι μερικά από αυτά ήταν και δικαιολογημένα. Από το σημείο όμως αυτό, να μιλάμε για αντισυνταγματικότητα του νόμου, για φυσικό Δικαστή, για Έκτακτα Δικαστήρια, είναι μεγάλη η απόσταση.
Και ο ομιλών προς υμάς κάποτε, αντιμετώπισε την ιδίαν σύνθεσιν σε τέσσερις συνεχείς αναβολές μετά 15νθήμερον, διότι επρόκειτο για αυτόφωρο αδίκημα Τύπου. Διαμαρτυρήθηκα, φώναξα, δεν σκέφθηκα ποτέ όμως ότι βρισκόμουν σε τέτοια παράβαση του νόμου, σε τέτοια προσβολή συνταγματικότητος, ή φυσικού Δικαστού. Επομένως, λογικό είναι να διαμαρτύρονται, δεν βρίσκω ότι θεμελιούν όλα αυτά τα παράπονα, προσβολήν, προβολήν αντισυνταγματικότητος απωλείας του φυσικού Δικαστού κτλ.
Την εποχή μάλιστα την οποίαν αναφέρω κύριοι Δικασταί, ήταν εποχή που οι συνθέσεις των Δικαστηρίων, ορίζοντο. Είχα λοιπόν πρόσθετα παράπονα κατά του κ. Θεοδωρόπουλου, εάν θυμάμαι καλά, ο οποίος επί τέσσερις συνεχείς ημέρες μου έβαλε τους ίδιους Δικαστές επάνω. Τελικά ωφελήθηκα διότι με αθώωσαν, εκ των διαμαρτυριών των πολλών, φυσικόν ήταν να αντιδράσουν με τον τρόπο τους.
Εδώ δεν υπάρχει ίχνος αντισυνταγματικότητος. Δεν υπάρχει προσβολή του φυσικού Δικαστού. Εδώ κρίνουν Δικασταί, τους οποίους ορίζει ο νόμος, ανήκουν εις τον κύκλον εκείνο των Δικαστών που ορίζονται από τον νόμο και επομένως είναι φυσικοί Δικαστές.
Τώρα, αν μπλέκουμε την κλήρωση και φτάσουμε μέχρι του σημείου να πούμε ότι ο φυσικός Δικαστής μετατρέπεται σε όχι φυσικόν Δικαστήν, διότι δεν εκληρώθη μεταξύ των 150 αλλά μεταξύ των 130 ή μεταξύ των 30, μεταξύ του αριθμού του οριζομένου από τον νόμο, είναι υπερβολή.
¶λλωστε, είναι λογικότερο αυτό, διότι σε συγκεκριμένες περιπτώσεις υπάρχουν Δικασταί οι οποίοι δεν θέλουν να μετάσχουν εις τον κύκλον εκείνον από τον οποίον επιλέγονται οι Δικασταί του Δικαστηρίου αυτού, ή κρίνει η Ολομέλεια των Εφετών.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Συγνώμη, ο Δικαστής δεν ερωτάται αν θέλει ή δεν θέλει. Αυτό το αποφασίζει η Ολομέλεια. Μη νομίζετε ότι ρωτάμε «θέλεις εσύ ή δεν θέλεις εσύ›. Για όνομα του Θεού, τότε δεν κάνουμε Δικαστήριο.
ΑΛ. ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, εγώ ομιλώ βάσει της πείρας μου στο σημείο αυτό. Υπάρχει κάποιος Δικαστής ο οποίος ενδεχομένως έχει κάποιους λόγους να μη μετάσχει. Υπάρχει και έχει αντίστοιχο δικαίωμα η Ολομέλεια να ορίσει εκείνους που κρίνει πιο κατάλληλους για την απονομή, για την εκδίκαση μιας ποινικής υποθέσεως όπως αν ήταν ανήκουσα εις το Εμπορικόν Δίκαιον ή εις το Διοικητικόν Δίκαιον να επέλεγε άλλη ομάδα Δικαστών.
Και αιτιολογεί και για ποιο λόγο το κάνει ο νομοθέτης. Αιτιολογεί για ποιο λόγο το κάνει. Βρίσκω λοιπόν ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος αντισυνταγματικότητος και επομένως, μάλλον κωλυσιεργούμε με αυτού του είδους τις ενστάσεις.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Να συμπληρώσει ο κ. Λίβος ο οποίος είναι στην ίδια πλευρά.
Ν. ΛΙΒΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, η ένσταση του συναδέλφου της υπερασπίσεως του κ. Ζώτου ότι με διατάξεις αυτού του είδους μπορεί να παραβιάζεται η αρχή της ισότητας, διότι δεν μπορεί ο κάθε πολίτης να ζητήσει να θεωρηθεί η υπόθεσή του σοβαρή και επομένως να παραπεμφθεί στο ένα ή στο άλλο Δικαστήριο, είναι σοβαρή αλλά δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια, ο νομοθέτης και σε άλλες υποθέσεις, έχει παρέμβει σε εν εξελίξει ποινικές διαδικασίες, στην Ποινική Δικονομία, και έχει τροποποιήσει το καθεστώς.
Σας θυμίζω από το πρόσφατο γεγονός του πλοίου ΣΑΜΙΝΑ, ότι προσετέθη στο άρθρο 30 παρ. 3, καινούρια διάταξη σύμφωνα με την οποία σε υποθέσεις εξαιρετικής φύσεως που συνταράσσουν την κοινή γνώμη, ο Υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί να ζητήσει απ’ τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κτλ. να δοθεί μία προτεραιότητα στην εκδίκαση της υποθέσεως.
Εκεί, ο πολίτης πάλι δεν έχει αυτό το δικαίωμα να ζητήσει και η δική του υπόθεση, την οποία αυτός θεωρεί επίσης μεγάλης προτεραιότητας, να δικαστεί ταχύτερα από άλλες. Δυστυχώς, αυτές οι επεμβάσεις του νομοθέτη –το λέω δυστυχώς– συμβαίνουν διότι το νομοθέτημα του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας με τις όποιες αρετές και τις όποιες αδυναμίες του, έχει πλέον κλείσει μια 50ετία και η ελληνική κοινωνία έχει εξελιχθεί και δεν μπορεί και αυτό το νομοθέτημα, όπως αργότερα θα έχω την ευκαιρία να εκθέσω και ο Ποινικός Κώδικας, να ανταποκριθούν πλέον στοιχειωδώς σε σοβαρές δίκες με μεγάλο αντικείμενο. Επομένως, πρέπει να αντιμετωπισθεί αυτό το φαινόμενο.
Τα τελευταία χρόνια ζούμε διαρκώς δίκες μακράς διάρκειας, τις οποίες κάποια στιγμή, με κάποιον τρόπο πρέπει ο νομοθέτης να αντιμετωπίσει. Το κάνει με τη χειρότερη οδό. Το κάνει με ad hoc διατάξεις. Δεν είναι καλές αυτές οι διατάξεις. Όμως, από το σημείο αυτό έως ότου φθάσουμε να πούμε ότι είναι και αντισυνταγματικές, υπάρχει μεγάλη απόσταση.
Πρέπει λοιπόν να πούμε ότι πράγματι, η αφορμή της συγκεκριμένης διατάξεως, της επίμαχης, την οποία συζητούμε, υπήρξε η συγκεκριμένη δίκη. Δεν είναι όπως σας είπα, πρωτοφανές, διότι και στην υπόθεση του ΣΑΜΙΝΑ υπάρχει άλλη διάταξη αναλόγου, ας πούμε, αντιμετωπίσεως της υποθέσεως, της σοβαρότητας της υποθέσεως. Δεν είναι ευτυχής αυτή η αντιμετώπιση εκ μέρους του νομοθέτη.
Δεν μπορούμε όμως, από την άλλη μεριά, να περιμένουμε μία συνολική μεταρρύθμιση του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, έως ότου αντιμετωπισθούν με τη σοβαρότητα που τους αρμόζει, νομοθετικά, τέτοια ζητήματα. ¶ρα, δέχομαι ότι είναι ατυχής η διάταξη για τους λόγους όμως που θα εκθέσω, δεν μπορώ να πω βεβαίως καθόλου ότι είναι και αντισυνταγματική.
Η έννοια του νόμιμου ή φυσικού Δικαστή, όπως συνηθίζεται να λέμε, η μεν κύριε Πρόεδρε, κύριοι Δικαστές, ότι απαγορεύεται να επιλεγεί ένας δικαστικός σχηματισμός με κριτήρια σκοπιμότητας, ώστε με τον τρόπο αυτό να προδικαστεί κάποια απόφαση. Δεν είναι δικός μου ορισμός, τον δανείζομαι από απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας, την οποία θα επικαλεστώ στην συνέχεια και την οποία θα θέσω κατόπιν υπ’ όψιν σας.
Για να μη γίνεται αυτό, ο νομοθέτης, ο συνταγματικός νομοθέτης, επιτάσσει οι νόμοι οι οποίοι ορίζουν τη σύνθεση των Δικαστηρίων, να έχουν γενικά αφηρημένα και αντικειμενικά κριτήρια, καθολικής ισχύος, έτσι ώστε να μην είναι δυνατόν εκ των προτέρων, διαβάζοντας κανείς αυτό το νόμο, να άγεται στο συμπέρασμα «ο νομοθέτης εδώ εννοεί αυτή την σύνθεση ή τη δείνα σύνθεση›.
Πρέπει να εξετάσουμε λοιπόν αν τα χαρακτηριστικά που περιέχει η διάταξη του νόμου αυτού, είναι γενικά, αντικειμενικά, αφηρημένα και καθολικής ισχύος. Κατά την άποψή μου, αυτό συμβαίνει. Δεν είναι βεβαίως καινοφανείς αυτοί οι όροι του αντικειμένου του σοβαρού της δίκης ή της υποθέσεως ότι η δίκη θα κρατήσει επί μακρόν, δεν έχουν ακόμα αποκτήσει το περιεχόμενο, το οποίο έχουν άλλοι όροι της Δικονομίας, δεν έχουν κριθεί από τα Δικαστήρια, δεν έχουν δοκιμαστεί στην πράξη και έτσι, οι εφαρμοστές του Δικαίου και εμείς εδώ, πράγματι έχουμε κάποια αβεβαιότητα ως προς το περιεχόμενό τους.
Όμως δεν μπορεί να υπάρξει αμφισβήτηση ότι τα κριτήρια αυτά εμπίπτουν και στη γενικότητα και στην αντικειμενικότητα και στο αφηρημένο και αφορούν αυτές τις δίκες. Ο αξιότιμος κύριος συνάδελφος της υπερασπίσεως, ο κ. Χρυσικόπουλος είπε: «ποιος θα το κρίνει αυτό, και με ποια κριτήρια, με ποια δικαδιασία η Ολομέλεια των Εφετών θα προβεί σε αυτού του είδους τη διαπίστωση;› και «Γιατί να γίνεται αυτό σε μία υπόθεση και να μη γίνεται σε άλλη; Πώς εγώ, που θεωρώ επίσης ότι η δίκη μου έχει σοβαρό αντικείμενο, πώς θα προβάλλω αυτόν τον ισχυρισμό και πώς θα τύχω αναλόγου προστασίας;›. Μα, με την ένσταση αυτή που συζητάμε τώρα.
Η Ολομέλεια Εφετών, όταν προβαίνει στην επιλογή αυτή, προηγουμένως εκφέρει κρίση σιωπηρά ή ρητά, δεν το ξέρουμε, δεν έχουμε πρακτικά αυτής της Συνεδριάσεως, αλλά, εκ των ων ουκ άνευ, πρέπει να προβεί στην κρίση, ότι η δίκη αυτή για την οποία εγώ ορίζω τους συγκεκριμένους Δικαστές, επιλέγω, δηλαδή τους ορίζω για να μπουν στην κληρωτίδα κατόπιν, είναι σοβαρού αντικειμένου και πρόκειται να έχει μακρά διάρκεια.
Αυτό, σιωπηρά αν θέλετε, κρίνεται από την Ολομέλεια και η δικαστική προστασία, οι ενστάσεις του πολίτη ως προς την κρίση αυτή, θα τεθούν εκ των πραγμάτων αργότερα, κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία με τον τρόπο που τέθηκαν και εδώ. Επομένως, ούτε και σε αυτό το σημείο νομίζω ότι μπορούν να υπάρξουν ενστάσεις.
Υπεβλήθη το παράπονο ότι η υπόθεση ήταν εκκρεμής όταν ο νομοθέτης επενέβη με τη συγκεκριμένη του διάταξη για να ορίσει τον τρόπο κληρώσεως του συγκεκριμένου δικαστικού σχηματισμού. Δηλαδή ο νόμος τέθηκε σε ισχύ στις 24 Δεκεμβρίου, το δε βούλευμα εκδόθηκε στις 30 Δεκεμβρίου του 2002.
Επομένως καίτοι υπάρχει η αρχή στο Δικονομικό Δίκαιο ότι ο νομοθέτης μπορεί να επεμβαίνει σε εν εξελίξει ποινικές διαδικασίες και με νέους κανόνες να θέτει κανόνες ως προς την εκδίκασή τους υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι δεν περιορίζονται φυσικά δικαιώματα του κατηγορουμένου και φαντάζομαι ότι αυτή είναι η ένσταση εδώ της Υπερασπίσεως, ότι εδώ παραβιάζεται ακριβώς –όχι φαντάζομαι, ειπώθηκε- το δικαίωμα περί του φυσικού Δικαστή.
Λέω λοιπόν ότι μπορεί ο νομοθέτης να επεμβαίνει σε εκκρεμείς δίκες. Γιατί μπορεί να το κάνει αυτό; Γιατί η ποινική δίκη, δεν είναι ενιαίο νομικό γεγονός. Η ποινική δίκη, η διαδικασία στο ακροατήριο, είναι ενιαίο νομικό γεγονός. Γι’ αυτό και δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στη μετάδοση των δικών, μόνο τη μερική αναμετάδοση και όχι την σύνολη, εφ’ όσον είμαστε όλοι παράγοντες εδώ πέρα.
Αλλά, επειδή η διαδικασία, επαναλαμβάνω, στο ακροατήριο όπως προκύπτει από τις διατάξεις της επ’ ακροατηρίου διαδικασίας του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας, την αφορούν, ως ενιαίο νομικό γεγονός. Αλλά η ποινική δίκη, δεν είναι, η ποινική δίκη έχει φάσεις και σε αυτές τις φάσεις, μπορεί να επέμβει ο νομοθέτης, πριν, αν θέλετε, αρχίσει μια καινούργια φάση, όπως στην προκειμένη περίπτωση, και να ρυθμίσει ένα ζήτημα που τίθεται.
Νομίζω λοιπόν ότι και ως προς το σημείο αυτό, το εκκρεμές δηλαδή, ή την εν εξελίξει ποινική δίκη που έχουμε να αντιμετωπίσουμε, δεν μπορεί να υπάρχει πρόβλημα από το γεγονός ότι ο νομοθέτης επενέβη.
Θέλω να υπερβώ τον ρόλο μου ως πολιτικώς ενάγοντος και να λειτουργήσω περισσότερο εδώ ως συνλειτουργός κι εγώ της Δικαιοσύνης και να θέσω υπ’ όψιν σας κύριοι Δικαστές, μία απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών την οποία δεν άκουσα να προβάλλει, ίσως στη δευτερολογία να προβάλλει η υπεράσπιση, είναι η υπ’ αρ. 257/93, -θα τη θέσω υπ’ όψιν σας, έχω τις φωτοτυπίες εδώ καθώς και την τοποθέτησή μου κατόπιν- δημοσιευθείσα στην υπεράσπιση του 1996, στη σελ. 539.
Εκεί το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η αρχή του νόμιμου Δικαστή, αποτρέπει κάθε είδους αυθαιρεσία επιτάσσοντας την παραπομπή του κατηγορουμένου στον Δικαστή που έχει, πριν από την πράξη ορισθεί. Πριν από την πράξη, δηλαδή πριν καν από την άσκηση της Ποινικής Δίωξης. Επί της αυτής υποθέσεως όμως, αργότερα, εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 362/1995 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία επίσης έχει δημοσιευθεί στην υπεράσπιση, η οποία λέει ότι κατά την από το άρθρο 8 παρ. 1 του Συντάγματος –είναι στην υπεράσπιση του 1996, σελ. 487- λέει λοιπόν ο ¶ρειος Πάγος, ότι κατά την από το άρθρο 8 παρ. 1 του Συντάγματος, θεσπισμένη Αρχή, νόμιμος Δικαστής που η στέρησή του απαγορεύεται, νοείται ο προβλεπόμενος από νόμο, όχι ατομικό, αλλά που καθορίζει την δικαιοδοσία και την αρμοδιότητα ή τη σύνθεση του Δικαστηρίου και που μπορεί να καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς δίκες κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο και με αντικειμενικά κριτήρια.
Προς την ίδια αυτή κατεύθυνση, κ. Πρόεδρε, πρόσφατα, πολύ πρόσφατα, υπήρξε απόφαση στις 27-9-2002 συγκεκριμένα, απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας, η οποία λέει τα εξής –επιτρέψτε μου, είναι λίγο εκτεταμένο το χωρίον, και όχι το παράθεμα- να σας το αναφέρω:
«Η απορρέουσα από το Σύνταγμα επιταγή να προσδιορίζεται ο νόμιμος δικαστής εκ των προτέρων, με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια και ακρίβεια, δεν αποκλείει την θέσπιση νέων ρυθμίσεων που μεταβάλλουν το μέχρι πρότινος ισχύον Δίκαιο για τον νόμιμο Δικαστή.
Η δικαιοδοτική δραστηριότητα των Δικαστηρίων και των τμημάτων τους, έρχεται συχνά αντιμέτωπη με γεγονότα που δεν είναι κατά συγκεκριμένο τρόπο προβλέψιμα, όπως είναι η υπερφόρτωσή τους ή μη επαρκής λειτουργία τους, οι αλλαγές ή τα κωλύματα των εκάστοτε Δικαστών.
Κατά την θέσπιση των ρυθμίσεων για τον προσδιορισμό του νόμιμου Δικαστή, μπορούν να λαμβάνονται υπόψη και τέτοιες περιστάσεις. Συνεπώς, δεν προσκρούει στο οικείο άρθρο του Συντάγματος, η μεταβολή της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, ακόμα και για ήδη εκκρεμείς δίκες, όταν η νέα ρύθμιση έχει γενική ισχύ, δηλαδή καταλαμβάνει εκτός της εκκρεμούς δίκης και έναν αόριστο αριθμό πολλών ομοειδών περιπτώσεων, που θα κριθούν στο μέλλον και επιπλέον δεν υπαγορεύεται από λόγους αντίθετους προς την ουσία της υπόθεσης›.
Για τους συναδέλφους της Υπεράσπισης, η απόφαση αυτή έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό «ENTGIOR TWE› του 2002 σελ. 345.
¶ρα, ούτε πρόβλημα συνταγματικότητας μπορεί να τεθεί νομίζω με τη νομολογία που προανέφερα, ως προς τη συγκεκριμένη διάταξη. Μένει το τελευταίο θέμα κ. Πρόεδρε, κύριοι Δικαστές: Το θέμα της κληρώσεως.
Γίνεται τόσος λόγος εδώ για την κλήρωση, ο κ. Αναγνωστόπουλος αναφέρθηκε στο προηγούμενο καθεστώς κι εγώ επικαλούμαι αυτά που είπε, αλλά θέλω να θέσω υπ’ όψιν σας τα εξής:
Αν ήταν η κλήρωση τόσο σημαντικός θεσμός, αν έφτανε αν θέλετε σε συνταγματική περιωπή, ήταν ένα θεσμικό κεκτημένο -όπως αναφέρει ο Χρυσόγονος στο βιβλίο του για τα «Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα›, ο συνταγματολόγος- αν ήταν λοιπόν ένα θεσμικό κεκτημένο πλησίστιο προς άλλα θεσμικά κεκτημένα συνταγματικής περιωπής, η κλήρωση του Δικαστηρίου, τότε αναρωτιέμαι, γιατί στα πολιτικά και τα διοικητικά Δικαστήρια δεν γίνεται με τον ίδιο τρόπο, αφού είναι αντικειμενική αρχή της εννόμου τάξεως;
Γνωρίζουμε όλοι ότι οι κληρώσεις εκεί είναι διαφορετικές, με άλλον τρόπο. Θα έπρεπε, αν ήταν ένα κεκτημένο θεσμικό, να αντιμετωπίζεται με ενιαίο τρόπο αυτό το πράγμα. Ξέρουμε όλοι ότι αυτό δεν γίνεται. Αλλά, ακόμα και αν το δεχθούμε, εγώ επικαλούμαι τα όσα είπε ο κ. Αναγνωστόπουλος ότι η κλήρωση υποβιβάζει μάλλον παρά αναβιβάζει τους Δικαστές και δίνει τροφή στην δυσπιστία των Ελλήνων στα Δικαστήριά τους, αλλά ακόμα και αν το παραβλέψουμε αυτό και δεχθούμε ότι πράγματι η κλήρωση έχει ή πρέπει να έχει και στα άλλα Δικαστήρια την ίδια ισχύ, τότε και πάλι νομίζω ότι δεν μπορεί να τεθεί πρόβλημα εδώ, διότι ο νομοθέτης στην προκειμένη περίπτωση, με τη θέσπιση της επίμαχης διατάξεως, δεν κατήργησε την κλήρωση, απλώς νομίζω, την εξορθολόγισε, για τους λόγους που ανέφερε ο κ. Κοττέας.
Δηλαδή, εάν για τις δίκες αυτές της μεγάλης διάρκειας και του σοβαρού αντικειμένου δεν επενέβαινε με κάποιον τρόπο στην κλήρωση ο νομοθέτης αλλά άφηνε χύμα όλους τους δικαστές –επιτρέψτε μου την έκφραση- να τίθενται στην κληρωτίδα, να εδημιουργούντο φυσικά προβλήματα στην πράξη, που θα ακύρωναν τον θεσμό της κληρώσεως.
Γιατί κάποιοι θα συνταξιοδοτηθούν, γιατί κάποιοι έχουν ασθενή υγεία και δεν μπορούν να αντέξουν τέτοιας διάρκειας δίκες, διότι άλλοι έχουν υπηρεσιακά καθήκοντα, κτλ.. ¶ρα πρόκειται, για έναν εξορθολογισμό, νομίζω, του συστήματος, με τη συγκεκριμένη διάταξη και όχι για κατάργησή της. Και γι αυτό το λόγο νομίζω ότι δεν υπάρχει πρόβλημα κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου σας. Ευχαριστώ.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κάτι αποφάσεις είπατε θα μας τις δώσετε, για να τα δούμε κι εμείς. Δεν είναι απαραίτητο να πάρετε, όπως είπαμε, να πάρετε όλοι τον λόγο. Αν η Πολιτική Αγωγή βέβαια το θεωρεί αναγκαίο να παίρνει τον λόγο, αλλά όπου δε νομίζει ότι την αφορά άμεσα, ας το αφήνει καλύτερα.
Ελάτε.
Π. ΜΑΧΑΣ: Κύριε Πρόεδρε, κύριοι Δικαστές, δεν θα απασχολήσω πολύ το Δικαστήριό σας. Αναφέρομαι σε όσα αναφέρθηκαν οι συνάδελφοι της Πολιτικής Αγωγής πριν από λίγο. Δύο μόνο επισημάνσεις: Κατ’ αρχήν, όπως ειπώθηκε, οι δυο διατάξεις οι οποίες αναφέρονται στον τρόπο λειτουργίας της απονομής της δικαιοσύνης στη χώρα μας, οι δυο βασικές συνταγματικές διατάξεις είναι το 8 παρ. 1 και το 87 παρ. 1 του Συντάγματος.
Το 8 παρ. 1 αναφέρεται στο ότι δεν στερείται κανένας του δικαστή τον οποίο έχει ορίσει ο νόμος. Αναφέρεται λοιπόν στο νόμο και θέτει ως βασική προϋπόθεση του ορισμού του τρόπου που θα γίνει η διεξαγωγή της δίκης, στο νόμο.
Δεύτερον, η διάταξη του 87 η οποία ερμηνεύει το ποιος είναι ο Δικαστής, ο φυσικός Δικαστής του άρθρου 8 παρ. 1, είναι ο τακτικός Δικαστής ο οποίος απολαμβάνει λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας.
Αναφέρθηκαν από τους προλαλήσαντες συναδέλφους και νομίζω θα κουράσω το Δικαστήριό σας αν τα επαναλάβω. Δύο μόνο παρατηρήσεις: Αναφέρθηκε τι ίσχυε στο προϊσχύσαν καθεστώς, πριν από το 1988 οπότε εισήχθη με το άρθρο 17 του Κανονισμού των Δικαστηρίων, κεφάλαιο Β΄, ο τρόπος ορισμού των συνθέσεων διά της κληρώσεως.
Θέλω να κάνω δύο επιπλέον επισημάνσεις κ. Πρόεδρε, αν μου επιτρέπετε: Πρώτον, ακόμη και σήμερα, στα περισσότερα Εφετεία της χώρας δεν υπάρχει κλήρωση, διότι όπως πολύ καλά γνωρίζει το Δικαστήριό σας, ο Κανονισμός των Δικαστηρίων αναφέρει ότι πρέπει να αποτελείται από τουλάχιστον 15 οργανικές θέσεις το Εφετείο, να έχει τουλάχιστον 15 οργανικές θέσεις το Δικαστήριο, προκειμένου εν συνεχεία να γίνει κλήρωση για τον ορισμό των συνθέσεων. Στο Εφετείο της Θράκης, στο Εφετείο της Κέρκυρας, στο Εφετείο του Αιγαίου, γνωρίζει πολύ καλά το Δικαστήριό σας, ότι δεν γίνονται κληρώσεις.
Ένα δεύτερο σημείο: Ακόμη και στην περίπτωση που υπάρχει δυνατότητα για κληρώσεις, πολλές φορές γίνεται μετάκληση, αν μου επιτρέπεται ο όρος, αναπλήρωση ουσιαστικά, από Δικαστές, είτε του Εφετείου Αθηνών ή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, όταν υπάρχουν κωλύματα ή όταν υπάρχουν άλλοι λόγοι για τους οποίους δεν μπορούν να απαρτίζουν τις συνθέσεις οι Δικαστές του Εφετείου.
Σας θυμίζω ότι στο Πενταμελές της Κέρκυρας π.χ., είναι εξαιρετικά σύνηθες, ο Προϊστάμενος του Εφετείου Αθηνών να ορίζει τρεις ή τέσσερις Εφέτες οι οποίοι και μετέχουν στη σύνθεση του Εφετείου. Εκεί λοιπόν πλήττεται κατά την άποψη της υπεράσπισης ο φυσικός Δικαστής; Η απάντηση είναι ότι δεν πλήττεται αυτή η θεμελιώδης διάταξη, διότι και οι Δικαστές οι οποίοι ορίζονται και δι’ αυτού του τρόπου έχουν όλα τα εχέγγυα της ανεξαρτησίας και της λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας που ορίζει το Σύνταγμα. ¶ρα λοιπόν δεν τίθεται αυτό το θέμα.
Ένα άλλο θέμα. Όταν υπάρχει αναπλήρωση, γνωρίζει πολύ καλά το Δικαστήριό σας ακόμα και στα Εφετεία που γίνεται κλήρωση ή στα Δικαστήρια που γίνεται κλήρωση, εάν ο Αναπληρωτής δεν μπορεί για κάποιους λόγους να μετέχει στη σύνθεση τότε ad hoc ορίζεται από τον Προϊστάμενο του Δικαστηρίου κι εδώ πλήττεται ο φυσικός Δικαστής, ούτε σε αυτή την περίπτωση φυσικά.
¶ρα λοιπόν με αυτές τις σκέψεις και συμφωνώντας με όλα όσα έχουν διατυπώσει οι προηγούμενοι συνάδελφοι της πολιτικής αγωγής, η θέση την οποία αναπτύσσω στο Δικαστήριό σας είναι ότι η ένσταση αντισυνταγματικότητας διότι περί αυτού ομιλούμε την οποία διατύπωση η πλευρά της υπεράσπισης είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Μάλιστα. Ποιον εκπροσωπείτε;
κ. ΤΑΟΥΞΗΣ: Εκπροσωπώ στην υπόθεση υπ’ αριθμόν 4, δηλαδή στο πούλμαν των ΜΑΤ τους αστυνομικούς Ζαφειρόπουλο, Αδαμόπουλο και Γιαννίκο. Το γεγονός ότι βρίσκομαι ως συνήγορος Πολιτικής Αγωγής δεν νομίζω ότι πρέπει να με εμποδίσει να τοποθετηθώ κατά συνείδηση, εάν κάποιες από τις αιτιάσεις των συναδέλφων της Υπερασπίσεως σύμφωνα με τις δικές μου επιστημονικές απόψεις και επιστημονικές γνώσεις κρίνονται ορθώς.
Εκ προοιμίου σας λέω ότι σας και στο Δικαστήριό σας έχω απεριόριστη εμπιστοσύνη τόσο για την επιστημονική σας επάρκεια όσο και για την ορθή κρίση σας. Όμως έχω την εδραία πεποίθηση ότι ο 3090 ψηφίστηκε ειδικά για αυτό το Δικαστήριο, γι’ αυτήν την δίκη και είμαι ο τελευταίος που θα ήθελα να προκύψουν σχετικές ή απόλυτες ακυρότητες της διαδικασίας.
Εδώ προσερχόμαστε όλοι με καθαρή συνείδηση, με ανοιχτά τα μάτια και τα αυτιά, ακούμε όλες τις επιστημονικές απόψεις που προβάλλονται από οποιαδήποτε πλευρά είτε από την έδρα, είτε από τους συναδέλφους που κοσμούν τα έδρανα και της Υπερασπίσεως και της Πολιτικής Αγωγής.
Έχω την άποψη ότι πολλές από τις επιστημονικές απόψεις που προβλήθηκαν από την πλευρά της Υπερασπίσεως θα πρέπει να τύχουν ιδιαίτερης προσοχής από το Δικαστήριό σας. Δεν θέλω να αναφερθώ σε σχολιασμό μία προς μία των απόψεων που προβλήθηκαν είτε από την Υπεράσπιση, είτε από την Πολιτική Αγωγή. Κάποιες με καλύπτουν και με βρίσκουν σύμφωνο και από την Υπεράσπιση και από την Πολιτική Αγωγή, κάποιες όμως με βρίσκουν αντίθετο.
Η τελευταία μου λέξη είναι ότι έχω απεριόριστη εμπιστοσύνη στην κρίση σας και θα πρέπει να τύχουν ιδιαίτερης προσοχής, ιδιαίτερης μελέτης στην διάσκεψή σας οι απόψεις που προέβαλαν, οι ενστάσεις που προέβαλαν οι συνάδελφοί μου της υπερασπίσεως. Ευχαριστώ πολύ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Μάλιστα. Εσείς είστε του κ. Πέτσου και του κ. Πλαταρά.
Α. ΚΕΧΑΓΙΟΓΛΟΥ: Κύριε Πρόεδρε, η προφανής συλλογιστική του νομοθέτη, του νόμου 3090/2002 δεν είναι όπως έχει υποστηριχθεί με εκτενή άρθρα στον Τύπο, ούτε να αποκλείσει του Δικαστές με ελεύθερο φρόνημα, ούτε να οδηγήσει στην επιλογή των αρίστων. Γιατί έχει γραφτεί κι αυτό στον Τύπο ότι είτε θέλει να αποκλείσει Δικαστές οι οποίοι είναι ανεξάρτητοι και έχουν ελεύθερο φρόνημα και θα μπορούσαν να κρίνουν τις υποθέσεις και ιδιαίτερα την προκείμενη με ελεύθερο φρόνημα, είτε ότι οι Δικαστές οι οποίοι επελέγησαν είναι οι άριστοι.
Και οι δύο οι απόψεις ξεκινώντας από διαφορετική αφετηρία πλήττουν ουσιαστικά το ίδιο το σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης δημιουργώντας δίπολα. Δηλαδή, καταρτισμένοι και ανεπαρκείς επιστημονικά Δικαστές, ηθικοί και μειωμένων αντιστάσεων Δικαστές, ανεξάρτητοι Δικαστές και υπηρέτες της εκτελεστικής εξουσίας.
Είτε με την μία συλλογιστική εκκινήσει κανείς είτε με την άλλη συλλογιστική το αποτέλεσμα είναι το αυτό. Οι Δικαστές και οι Εισαγγελείς είναι η άποψη του ομιλούντος τα ονόματα των οποίων μπήκαν στην κληρωτίδα. Δεν είναι ούτε οι καλύτεροι, ούτε οι χειρότεροι. Είναι όπως και οι συνάδελφοί τους Δικαστές με προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία, με δικαστηριακή εμπειρία και εχέγγυα ανεξαρτησίας.
Ούτε οι Δικαστές που βρίσκονται σήμερα στην Έδρα είναι καλύτεροι από τους συναδέλφους τους ούτε χειρότεροι από άλλους οι οποίοι δεν κληρώθηκαν. Τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά υπήρχαν και στους συναδέλφους σας τους οποίους δεν ευνόησε η κλήρωση.
Η εισηγητική έκθεση -δεν γνωρίζω αν οι συνάδελφοί μου νωρίτερα, δεν ήμουν από την αρχή της συνεδριάσεως αναφέρθησαν- του νόμου στο σκεπτικό του νομοθέτη. Διαβάζω τρεις γραμμές, λέει: η κρίση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου και της Εισαγγελίας των Εφετών οπωσδήποτε διασφαλίζει την αξιούμενη αμεροληψία και αντικειμενικότητα δεδομένου ότι από τα μέλη της θα ορίζονται οι Δικαστές και οι Εισαγγελείς που θα μετέχουν στην διαδικασία της κληρώσεως από την οποία θα αρνηθούν τελικά εκείνοι που θα συγκροτήσουν το συγκεκριμένο Δικαστήριο.
Μέλημα επομένως κ. Πρόεδρε και κ. Εφέτες του νομοθέτη δεν είναι η παρεμπόδιση της απονομής της ποινικής δικαιοσύνης αλλά η εξασφάλιση των εγγυήσεων ταχείας, αποτελεσματικής και συνεπώς δίκαιης διαδικασίας για όλους τους παράγοντες της δίκης.
Ολοκληρώνω την τοποθέτησή μου με μία σκέψη προς τους συναδέλφους μου της Υπερασπίσεως. Ήδη και προ της ενάρξεως και κατά την διάρκεια αυτής της διαδικασίας γνωρίζω ότι θα τεθεί το θέμα της αρμοδιότητος του Δικαστηρίου σας λόγω ότι τα εγκλήματα για τα οποία κατηγορούνται οι φερόμενοι ως μετέχοντες στην τρομοκρατική Οργάνωση 17Ν είναι πολιτικά και κατά συνέπεια θα έπρεπε να δικαστούν από Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο. Είναι νομίζω η ένσταση η οποία θα τεθεί κατά πάση πιθανότητα, δεν γνωρίζω.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν θα συζητήσουμε γι’ αυτό το θέμα.
Σ. ΚΕΧΑΓΙΟΓΛΟΥ: Φυσικά, άλλο λέω. Θέλω να πω γιατί λέχθηκε ήδη σε πολλές τοποθετήσεις συναδέλφων μου, ότι θα εμπιστεύονταν περισσότερο τον θεσμό των Μικτών Ορκωτών Δικαστηρίων και των Ενόρκων παρότι ο ομιλών τάσσεται υπέρ του θεσμού των Ενόρκων είτε με την πλειοψηφική μορφή που υπάρχουν στα σημερινά Μικτά Ορκωτά Δικαστήρια, είτε με μειοψηφική μορφή όπως συνάδελφοί σας κατά καιρούς και διάφοροι συνάδελφοι δικοί μου έχουν προτείνει, η αντίφαση του συλλογισμού της Υπερασπίσεως είναι η εξής:
Εμπιστεύονται τους λαϊκούς Δικαστές, τους Ενόρκους για να κρίνουν τους πελάτες τους σε αυτή την δίκη αλλά δεν εμπιστεύονται τους Δικαστές και Εισαγγελείς που θα αναδείκνυε ή ανέδειξε η κλήρωση από ένα σύνολο 250 Εφετών. Λες και οι Εφέτες και οι Πρόεδροι Εφετών οι οποίοι μπήκαν στην κληρωτίδα προέρχονται από καμία αριστοκρατία του ελληνικού λαού οικονομική ή κοινωνική, λες και ότι βρισκόμαστε στον 19ο αιώνα όπου δεν είχαν πρόσβαση όλοι στην ανώτατη παιδεία και ήταν προνόμιο λίγων τα Πανεπιστήμια και λες και οι 250 Εφέτες μεταξύ των οποίων, η Ολομέλεια των Εφετών η οποία με τις προϋποθέσεις αυτές περί κοπώσεως, περί προσωπικών προβλημάτων υγείας επέλεξε τους 30 συναδέλφους σας και τους 10 Εισαγγελείς από τους οποίους έγινε η κλήρωση, λες και οι 250 αυτοί Εφέτες δεν αποτελούν μία συγκεκριμένη στιγμή μία απεικόνιση, μία φωτογραφία του ιδίου του ελληνικού λαού.
Δεν μπορούμε να εμπιστευόμαστε τον θεσμό των Ενόρκων όποτε μας βολεύει και όταν φτάνουμε σε τακτικούς Δικαστές πολλοί των οποίων ήταν συμφοιτητές μου στο Πανεπιστήμιο και σήμερα είναι Πρωτοδίκες ή Πρόεδροι Πρωτοδικών προερχόμενοι από λαϊκά στρώματα με τα ίδια ή πολύ λιγότερα οικονομικά μέσα με τα οποία σπούδασα εγώ, όταν έρχεται η ώρα της επιλογής της κληρώσεως, δημοσίας κληρώσεως στην οποία ήταν παρόντες συνάδελφοί μου της Υπερασπίσεως να αμφισβητούν την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησίας αυτών των Δικαστών. Ευχαριστώ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ο κ. Τζανετής έχει ζητήσει το λόγο. Πείτε ποιον εκπροσωπείται.
Α. ΤΖΑΝΕΤΗΣ: Εκπροσωπώ την κ. Βρανοπούλου και τον κ. Σιπαχίογλου. Από τον κανόνα του άρθρου 8 του Συντάγματος προκύπτει κάτι απολύτως σαφές, ένας απολύτως σαφής κανόνας. Ποιος είναι αυτός; Ότι η έννοια του φυσικού Δικαστή είναι να είναι εκ των προτέρων γνωστό στον κάθε πολίτη ο κύκλος και αυτό έχει σημασία, ο κύκλος των Δικαστών από τον οποίον θα σχηματιστεί η σύνθεση του Δικαστηρίου.
Τώρα το εύρος του κύκλου αυτού καθώς και η διαδικασία επιλογής των προσώπων που θα συγκροτήσουν το Δικαστήριο αυτό είναι θέμα του κοινού νομοθέτη, δεν είναι θέμα του συνταγματικού νομοθέτη και γι’ αυτό όπως σωστά επισημάνθηκε και από τον κ. Αναγνωστόπουλο προηγουμένως όταν ίσχυε το σύστημα του ορισμού της συνθέσεως του Δικαστηρίου από τον Προϊστάμενο ουδείς είχε θέσει θέμα φυσικού Δικαστή.
Μάλιστα να υπομνήσω ότι ακόμα και σήμερα το σύστημα αυτό σε κάποιο βαθμό επιβιώνει. Ας θυμηθούμε όλοι ότι στον ¶ρειο Πάγο οι υποθέσεις κατανέμονται στα δύο τμήματα με βάση το γράμμα από το οποίο αρχίζει το όνομα του αναιρεσιόντος. Εκεί διενοήθη κανείς να πει ότι δεν είναι ο φυσικός μου Δικαστής το τάδε τμήμα επειδή αν δεν λεγόμουν Τζανετής και λεγόμουν Αναγνωστόπουλος θα πήγαινα στο άλλο τμήμα; Ασφαλώς και όχι.
Τώρα το θέμα του νόμιμου Δικαστή θα πρέπει να κριθεί σε ένα αφηρημένο και σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο. Στο αφηρημένο επίπεδο ασφαλώς και η σύνθεση του Δικαστηρίου είναι νόμιμη διότι δεν ήταν εκ των προτέρων γνωστό ποια ήταν τα μέλη που θα απαρτίσουν το Δικαστήριο. Αυτά προέκυψαν από κλήρωση έστω κι αν συρρικνώθηκε ο αριθμός των Εφετών μέσω των οποίων έγινε η κλήρωση.
Τώρα ως προς το συγκεκριμένο Δικαστήριο το οποίο έχουμε μπροστά μας -διότι αυτό εξετάζουμε αν πληροί τις προδιαγραφές του νόμιμου Δικαστή ή όχι- εδώ είναι απολύτως σαφές ότι υμείς ως Δικαστές ασφαλώς και έχετε την ιδιότητα του φυσικού Δικαστή για τον απλούστατο λόγο ότι εσείς ως συγκεκριμένα πρόσωπα θα μπορούσατε να είχατε προκύψει είτε ακολουθήθηκε η διαδικασία του νόμου 30/90 είτε ακολουθηθεί η προηγούμενη διαδικασία. Η διαδικασία δηλαδή της κληρώσεως από το σύνολο των Εφετών.
Δεν μπορείτε να αποστερηθείτε την ιδιότητα του φυσικού Δικαστή εκ του ότι αν είχαν συμμετάσχει στην κλήρωση όλοι οι Εφέτες θα μπορούσαν να είχαν προκύψει ως μέλη του Δικαστηρίου κάποια άλλα πρόσωπα τα οποία δεν συμμετείχαν στην κλήρωση.
Η μόνη περίπτωση και αναφέρω ένα θεωρητικό παράδειγμα, να υπήρχε αποστέρηση του φυσικού Δικαστή είναι να είχε προκύψει το Δικαστήριό σας με κλήρωση και να ερχόταν εκ των υστέρων ο νομοθέτης με έναν καινούριο νόμο και να έλεγε «όχι, δεν θα είναι αυτά τα μέλη του Δικαστηρίου, αλλά το Δικαστήριο αυτό θα προεδρεύεται από τον αρχαιότερο Πρόεδρο Εφετών›.
Εκεί βεβαίως θα υπήρχε παραβίαση του φυσικού Δικαστή. Τώρα όμως που έχει προκύψει το Δικαστήριό σας με κριτήρια αφηρημένα και εμπίπτοντας στις προδιαγραφές του νόμου δεν μπορεί φυσικά να γίνει λόγος για παραβίαση του άρθρου 8 του Συντάγματος και νομίζω ότι η σχετική ένταση είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κύριε Δημητρακόπουλε εκπροσωπείται το Πεντελικό.
Μ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Με το νόμο 1756/1988 κ. Πρόεδρε στον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων καθορίζεται η κλήρωση ως τρόπος κατάρτισης των συνθέσεων των Ποινικών Δικαστηρίων. Ακολουθεί το άρθρο 5 του νόμου 1868/1989 που λέει ότι οι συνθέσεις των Ποινικών Δικαστηρίων γίνονται από έναν πίνακα που καταρτίζεται από τον διευθύνοντα το Δικαστήριο.
Ακολουθεί και άλλη τροποποίηση κ. Πρόεδρε του νόμου 2479/1997 με το οποίο για την κατάρτιση των συνθέσεων των Ποινικών Δικαστηρίων όσον αφορά το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων ο Προεδρεύων αυτού θα προέρχεται από τους αρχαιότερους Εφέτες.
Ακολουθεί μετά το άρθρο 14 παράγραφος 3 του νόμου 3038/2002 όπου έχουμε καινούρια τροποποίηση του τρόπου με τον οποίο συντίθενται οι συνθέσεις των Ποινικών Δικαστηρίων όπου μπορεί να προεδρεύει πλέον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων ο νεώτερος Πρόεδρος Εφετών μαζί με τους αρχαιότερους Εφέτες.
Φτάνουμε στον 3090/2002 όπου εκεί πέρα με το άρθρο 2 με την παράγραφο 2 του άρθρου 11 έχει προκύψει η παρούσα σύνθεση.
Πριν από όλα αυτά κ. Πρόεδρε, πριν από το νόμο 1988 υπήρχε η λεγόμενος «επάρατος› όπως έχει χαρακτηριστεί από πολλούς συναδέλφους καθορισμός των συνθέσεων του Δικαστηρίου και ίσως να μην είναι τώρα η κατάλληλη στιγμή να διερμηνεύσουμε ή να αναλύσουμε γιατί ήταν «επάρατος› ο ορισμός των ποινικών συνθέσεων.
Σε όλη αυτή την ιστορική διαδρομή κ. Πρόεδρε που έγιναν τροποποιήσεις του τρόπου με τον οποίο συντίθενται τα ποινικά ακροατήρια, οι συνθέσεις των Ποινικών Δικαστηρίων ουδέποτε τέθηκε θέμα αντισυνταγματικότητας.
Πιστεύω ότι μέσα από αυτή την εναλλαγή των ποινικών διατάξεων προκύπτει αβίαστα και αναμφισβήτητα ότι ο κοινός νομοθέτης έχει τη δυνατότητα να αλλάζει κατά το δοκούν τον τρόπο με τον οποίο συντίθενται οι συνθέσεις των Ποινικών Δικαστηρίων με μία βέβαια πάντοτε σταθερή προϋπόθεση ότι ο νόμος αυτός ο οποίος αλλάζει, πρέπει να είναι γενικός, αφηρημένος και με αντικειμενικά κριτήρια. Όταν πληρείται αυτή η προϋπόθεση δεν υπάρχει πλέον θέμα παραβίασης του φυσικού ή του νομίμου Δικαστή.
Επίσης είναι πάγια η νομολογία του Αρείου Πάγου κ. Πρόεδρε ότι όταν έχουμε τροποποίηση διατάσεων δικονομικού χαρακτήρα, όταν δεν έχουμε τροποποίηση διατάξεων ουσιαστικού χαρακτήρα οπότε τότε πλέον υπάρχει κώλυμα από το άρθρο 7 του Συντάγματος και το άρθρο 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, δηλαδή δεν επιτρέπεται η αναδρομική ισχύ διατάξεων ουσιαστικού Δικαίου όταν είναι επαχθής και επιτρέπεται με το άρθρο 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας η αναδρομική ισχύ διατάξεων ουσιαστικού Δικαίου όταν είναι ευνοϊκή για τον κατηγορούμενο.
Πάγια λοιπόν η νομολογία και σας μνημονεύω και θα καταθέσω μετά το 141 παράγραφος 2, την Αρεοπαγιτική 362 του 1995 και την Αρεοπαγιτική 390 του 1992 ότι όταν έχουμε τροποποιήσεις διατάξεων δικονομικού χαρακτήρα κατά τρόπο γενικό αφηρημένο και με αντικειμενικά κριτήρια, επειδή οι διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας στοχεύουν εις την οποία απονομή της δικαιοσύνης επιτρέπεται η αναδρομική ισχύς.
Τα θέματα τα οποία θέτει με τρόπο έτσι θα έλεγα αξιοπρεπή η πλευρά των συνηγόρων Υπερασπίσεως έχουν λυθεί εδώ και πάρα πολύ καιρό από το Ανώτατο Ακυρωτικό μας Δικαστήριο όχι μόνο με αυτές τις αποφάσεις. Ενδεικτικά σας είπα, είναι δεκάδες αυτές οι αποφάσεις και πιστεύω ότι η συγκρότηση του Δικαστηρίου σας, η οποία προβλέπεται με νόμο γενικό και αφηρημένο και με αντικειμενικά κριτήρια είναι νομιμότατη.
Εκφράζει την βούληση τη συγκεκριμένη του ιστορικού νομοθέτη και δεν αντικρούει σε καμία διάταξη του Συντάγματος ως δικονομική. Έχει δε αναδρομικό χαρακτήρα. Θα καταθέσω κ. Πρόεδρε με το 141 γιατί τα έχω διατυπώσει και εγγράφως αυτά.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Βεβαίως, βεβαίως. Κύριε Συνήγορε, πέστε για ποιον παρίστασαι;
κ. ΧΙΡΔΑΡΗΣ: Για τον κ.Νικολακόπουλο. Είναι στην ληστεία του super market του ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, κύριοι Εφέτες καταρχήν συμφωνώ απόλυτα με τους προλαλήσαντες της πολιτικής αγωγής ότι είναι απολύτως συνταγματική η σύνθεση του Δικαστηρίου σας και δεν παραβιάζεται η αρχή του φυσικού Δικαστή.
Θέλω να πω δε ακόμα ότι η κλήρωση δεν αποτελεί συνταγματικό δικαίωμα ούτε συνταγματικό όρο. Συνταγματικός όρος είναι μόνο ο φυσικός Δικαστής ο οποίος ορίζεται από το νόμο και ο 3090/2002 είναι ένας νόμος του τυπικού νομοθέτη. Ως εκ τούτου λοιπόν είναι απολύτως συνταγματική η σύνθεση.
Όμως κ. Πρόεδρε θέλω να κάνω μία παρατήρηση εδώ. Ο συγκεκριμένος νόμος έγινε 3 μήνες πριν από την εκδίκαση της υποθέσεως. Είναι ένας νόμος πολύ πρόσφατος, ένας νόμος ο οποίος έχει αμφισβητηθεί και ένας νόμος που καθορίζει τόσο τα θέματα της δημοσιότητας της δίκης που τα είπαμε την προηγούμενη φορά, αλλά καθορίζει και τη σύνθεση του Δικαστηρίου με το συνταγματικό αυτό τρόπο που προβλέπει.
Εδώ όμως κ. Πρόεδρε πρέπει να σας πω ότι η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει επανειλημμένως τοποθετηθεί και έχει πει και απλώς υπενθυμίζω την υπόθεση Χελ κατά Φιλανδίας του 26-12-1997 αν θυμάμαι, η τοποθέτηση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου είναι ότι οι συνθέσεις των Δικαστηρίων και ο τρόπος λειτουργίας των Δικαστηρίων αποτελεί ειδικότερη έκφανση της δίκαιης δίκης που καθορίζεται με το άρθρο 6 παράγραφος 1 της ΕΣΔΑ.
Εδώ λοιπόν η τοποθέτηση της κρατικής εξουσίας, της νομοθετικής εξουσίας με αυτή την παρεμβατικότητα προ της δίκης και μάλιστα με την εξής τοποθέτηση, το άρθρο 11 παράγραφος 2 λέει το εξής του καινούριου νόμου: «σε υποθέσεις που έχουν παραπεμφθεί αρμοδίως για να δικαστούν στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, σε υποθέσεις που έχουν παραπεμφθεί› ήδη δηλαδή ο νομοθέτης ουσιαστικά φωτογραφίζει τη δίκη που γίνεται σήμερα.
Θεωρώ λοιπόν η παρεμβατικότητα αυτή του νομοθέτη σε διαδικασία που έχει εξελιχθεί και που βρίσκεται σε εξέλιξη και μάλιστα τόσο πολύ πρόσφατα αποτελεί, φοβάμαι ότι θα αποτελέσει τουλάχιστον απαρχή παραβιάσεων της δίκαιης δίκης τόσο για τους κατηγορούμενους που δεν με ενδιαφέρουν και που επιθυμώ να καταδικαστούν, αλλά όσο και για την Πολιτική Αγωγή. Απλώς καταθέτω τη σκέψη αυτή και τίποτα άλλο. Δεν την τοποθετώ ως ένθετη ή ως αίτημα. Ευχαριστώ πολύ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Έτερος δεν υπάρχει. Ο κ. Εισαγγελεύ να ολοκληρώσει την τοποθέτηση του, που άρχισε βέβαια φρονώ.
ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: Κύριε Πρόεδρε, κύριοι δικασταί, εγώ δεν θα πω πολλά. Οι κύριοι της πλευράς αυτής, ήρθαν έτοιμοι και μελετημένοι και είπαν πολύ σωστά πράγματα γύρω από το θέμα που προεβλήθη από την πλευρά των κυρίων συνηγόρων της Υπεράσπισης.
Εγώ θα πω κ. Πρόεδρε εν συντομία ότι φυσικός δικαστής δεν είναι αυτός που κληρώνεται, αλλά αυτός που ορίζεται σύμφωνα με τον νόμο πριν από την πράξη γενικά και αφηρημένα.
Κύριοι δικασταί, όταν προήχθην εις τον βαθμόν του Εισαγγελέως Εφετών τοποθετήθηκα στην Εισαγγελία Εφετών Ιωαννίνων. Εκεί επειδή η σύνθεση του δικαστηρίου ήτο ολιγάριθμος, χρειαζόταν αρκετές φορές να συμπληρώσουν τη σύνθεση Εφέται από το Δικαστήριο Αθηνών.
Αυτοί λοιπόν κ. Πρόεδρε οι Εφέται, συγκεκριμένοι Εφέται, με ονοματεπώνυμο, αυτοί ήρχοντο και εδίκαζαν συγκεκριμένες υποθέσεις. Δεν διανοήθηκε ποτέ κανείς να θέσει θέμα αμφισβήτησης της συνταγματικής νομιμότητος της συνθέσεως αυτών των δικαστηρίων που δίκαζαν τις υποθέσεις αυτές.
Στο Εφετείο Αθηνών συγκεκριμένοι δικασταί δικάζουν στο ποινικό τμήμα και στο τμήμα βουλευμάτων εξ όσων γνωρίζω. Νομίζω είναι 8-10, σε δύο τμήματα νομίζω υπάρχουν. Δεν νοήθηκε ποτέ κανείς να πει ότι εδώ πέρα επειδή ή σύνθεση που θα εκδώσει το βούλευμα είναι γνωστή, έχουμε θέμα συνταγματικής νομιμότητος.
Στο Τριμελές Εφετείο αυτό εδώ Κακουργημάτων είναι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών. Είναι ένα δικαστήριο συνεστημένο προ πολλού και υπάρχει. Δεν συνεστήθη εν όψει της δίκης. Απλά η στελέχωση του έγινε με τον νόμο τον γνωστόν τον 3090 διότι αυτό επέβαλαν οι συνθήκες.
Κύριοι δικασταί, υπάρχουν δύο λέξεις στην ελληνική γλώσσα. «Μηδέ άγαν› και «παν μέτρον άριστον›. Αυτές οι λέξεις, αυτές οι φράσεις, δεν λέγονται με σκοπό να προσβάλλουν κάποιον ή κάποιους. Απλά λέγονται για να θυμίσουν ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν μεγαλυτέραν σοφίαν από εμάς και βεβαίως μεγαλούργησαν. Και εκ του λόγου τούτου κύριοι δικασταί σ’ αυτή την υπόθεση γίνονται πράγματα, ακούγονται πράγματα.
Βλέπω την πλευρά των κυρίων κατηγορουμένων. Δεν είναι της παρούσης στιγμής να αναφερθώ. Βλέπω όλες τις πλευρές και βλέπω και το πλέον σημαντικό, να αμφισβητείται αυτό το Δικαστήριο. Αυτή η αμφισβήτηση της συνταγματικότητας είναι άδικη και πρέπει να πάψει απορριπτομένης της σχετικής ενστάσεως.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ο έτερος.
Β. ΜΑΡΚΗΣ: Δέκα λέξεις θα έλεγα κ. Πρόεδρε. Έχω την εντύπωση ότι οι ενστάσεις που υποβάλλονται στα ποινικά δικαστήρια θα πρέπει να βρίσκουν ένα στήριγμα σε κάποια δικονομική διάταξη.
Έχω την εντύπωση ότι η ένσταση που υποβλήθηκε υποτίθεται ότι έχει στήριγμα το άρθρο 171 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, του κώδικα δηλαδή εκείνου και της διάταξης εκείνης που προδιαγράφει ως απόλυτη ακυρότητα το εξής: ότι δεν έχουν τηρηθεί οι διατάξεις που καθορίζουν την σύνθεση του δικαστηρίου. Σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του Οργανισμού Δικαστηρίων και του νόμου περί Μικτών Ορκωτών Δικαστηρίων η ακυρότητα εξαιτίας της κακής σύνθεσης τους.
Διερωτάται λοιπόν κανείς σαν πρώτη φάση του προβληματισμού του, ότι η ένσταση η οποία συζητείται μπορεί να στηριχθεί σ’ αυτή τη διάταξη όταν στην προκειμένη περίπτωση έχει εφαρμοστεί ακριβώς ο νόμος που προβλέπει την διαδικασία κλήρωσης;
Αν έχω καταλάβει καλά, το αίτημα και το παράπονο της πλευράς της υπεράσπισης, που με σοβαρή επιχειρηματολογία και από πολλές πλευρές έχει τεθεί, αφορά ένα προγενέστερο στάδιο. Αυτό που αμφισβητείται δεν είναι ότι δεν εφαρμόστηκε ο νόμος που προβλέπει τις κληρώσεις ή ότι εφαρμόστηκε κατά τρόπο μη νόμιμο, παραβιάστηκε, αλλά ότι αυτός καθ’ αυτός ο νόμος είναι αντισυνταγματικός. Δεν ξέρω αν τα δύο αυτά μπορούν να ταιριάξουν. Το θέτω σαν προβληματισμό στο Δικαστήριο σας όταν θα αποσυρθείτε στη διάσκεψη σας και προχωρώ στην ουσία.
Για την έννοια του φυσικού δικαστή, το ότι στην περίπτωση αυτή δεν έχουμε προσβολή ή παραβίαση της αρχής αυτής, με έχουν καλύψει οι πάντες. Κυρίως ο κ. Αναγνωστόπουλος και ο κ. Λίβος, που σε καθαρά επιστημονική βάση τοποθέτησαν το θέμα. Εκεί που νομίζω ότι έχει μείνει λίγο κενό κι αυτό θα επιχειρήσω να συμπληρώσω, είναι το θέμα το αν παραβιάζεται η αρχή της ισότητος όπως είπαν.
Θα έλεγα λοιπόν κύριοι συνάδελφοι ότι αν δώσουμε στην αρχή της ισότητος την έννοια που περιγράφηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης, θα είχαμε τα εξής απίθανα και παράλογα αποτελέσματα.
Ο κάτοικος της Θήβας, ο οποίος δικάζεται από δικαστήρια η σύνθεση των οποίων καθορίζεται από τον Προϊστάμενο του Πρωτοδικείου, θα είχε τη δυνατότητα να ισχυριστεί ότι παραβιάζεται η αρχή της ισότητας, γιατί ο κάτοικος της Αθήνας ή ο κάτοικος της Λαμίας, όπου οι δικαστές που υπηρετούν είναι περισσότεροι από 15, κληρώνονται. Ακούσατε ποτέ, πληροφορηθήκατε ποτέ, πέρασε από το μυαλό κανενός, ακόμα και των κυρίων υπερασπιστών, να προβάλουν ποτέ μια τέτοια ένσταση;
Θα έλεγα δε προχωρώντας και λίγο παρακάτω ότι οι ίδιες οι διατάξεις και του άρθρου 11, αλλά και του Οργανισμού Δικαστηρίων πριν τροποποιηθεί από το άρθρο 11, κάνουν διακρίσεις. Λένε δηλαδή ότι στο Εφετείο οι κληρώσεις γίνονται μεταξύ των Προέδρων, από τους οποίους κληρώνονται οι Πρόεδροι των Μικτών Ορκωτών και των 5μελών Εφετείων. Των αρχαιοτέρων Εφετών, από τους οποίους κληρώνονται οι Πρόεδροι των Τριμελών Εφετείων. Όλων των υπολοίπων Εφετών, από τους οποίους κληρώνονται τα μέλη των Μικτών Ορκωτών.
Θα μπορούσε να έρθει κάποιος και να πει «γιατί κύριε γίνεται αυτό το πράγμα; Γιατί δεν γίνεται η κλήρωση από όλους τους δικαστές; Τι θα πει αρχαιότερος και νεότερος; Είναι διαφορετική κατηγορία οι δικαστές αυτοί;›. Αυτά είναι θέματα εσωτερικής λειτουργίας της υπηρεσίας της δικαστικής που δεν μπορούν να έχουν σχέση με θέματα συνταγματικής ισότητας ή παραβίασης αντίστοιχα.
Θα έλεγα να δεχτούμε το εξής ενδεχόμενο. Αν σ’ αυτή την περίπτωση και στο άρθρο 11 δεν υπήρχε το κείμενο της παρ. 7 που προσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίον η Ολομέλεια του Εφετείου Αθηνών, δηλαδή ουσιαστικά ο μεγαλύτερος και σοβαρότερος δικαστικός σχηματισμός που υπάρχει στη χώρα, θα επιλέξει με τη διαδικασία την οποία αναφέρει ο νόμος αυτούς που θα τεθούν στην κληρωτίδα.
Αν δεν έλεγε αυτά και έλεγε το κεφάλαιο Β του άρθρου 17 του Οργανισμού Δικαστηρίων όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις των άρθρων τάδε, τάδε και τάδε, καταργείται. Θα υπήρχε πρόβλημα συνταγματικής παραβίασης; Δηλαδή ο θεσμός της κλήρωσης είναι θεσμός συνταγματικός;
Έχω την εντύπωση ότι κανείς δεν τόλμησε να το υποστηρίξει αυτή τη στιγμή. Αυτή η πλευρά το αρνήθηκε αντίθετα απόλυτα, αυτή η πλευρά δεν το ανέφερε καν. Ο θεσμός της κλήρωσης κύριοι, δεν είναι συνταγματικός και δεν είναι συνταγματικός πέραν του παραδείγματος που ανέφερε ο κ. Αναγνωστόπουλος, ότι δηλαδή μέχρι το 1989 οι δικαστές ορίζοντο και δεν είναι συνταγματικός από το γεγονός ότι στη μισή Ελλάδα δεν εφαρμόζεται.
Ο θεσμός της κληρώσεως έγινε ακριβώς για να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες τις οποίες περιέγραψε ο κ. Αναγνωστόπουλος και πολλούς από μας τα χρόνια εκείνα μας έβρισκαν αντίθετους και αγωνιστήκαμε και φωνάξαμε και αρθρογραφήσαμε ότι δεν μπορεί η Πολιτεία μας να αμφισβητεί εκ των προτέρων την εντιμότητα μας. Αλλά εν πάση περιπτώσει αποφάσισε η Πολιτεία και εφαρμόζεται. Δεν έχει καταστεί λοιπόν συνταγματικός.
Τι ήθελε λοιπόν η Υπεράσπιση; Θα θεωρούσε ότι είναι καλύτερη μια σύνθεση η οποία θα ορίζετο από τον Προϊστάμενο; Και δεν θα είχαν καμία δυνατότητα να υποστηρίξουν τι; Όπως στα άλλα δικαστήρια της υπόλοιπης Ελλάδας ορίζονται οι συνθέσεις, έτσι και σ’ αυτή την περίπτωση ορίζονται.
Θα έλεγα το εξής: ο θεσμός του ορισμού των δικαστών μάλιστα ίσχυσε και χωρίς να δημιουργήσει συνταγματικά ζητήματα σε μια περίοδο που δεν υπήρχαν οι παρόντες Προϊστάμενοι. Γιατί ίσως ο πολύς ο κόσμος δεν έχει αντιληφθεί την επανάσταση που έχει γίνει στην εσωτερική λειτουργία των δικαστηρίων τα τελευταία χρόνια. Επανάσταση, που οδήγησε σε μια πλήρη ανεξαρτητοποίηση των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών από αυτό το πράγμα που λέγεται εκτελεστική εξουσία.
Όταν οι μεγάλες Εισαγγελίες της χώρας διοικούνται όχι από οποιονδήποτε διορισμένο Προϊστάμενο, αλλά από τον άνθρωπο ο οποίος με μυστική ψηφοφορία εκλέγεται από το σύνολο των δικαστών και των Εισαγγελέων που υπηρετούν στις Εισαγγελίες αυτές.
Πιστεύω ότι κάθε επιχείρημα, κάθε ένσταση, η οποία θα θεωρηθεί από την πλευρά της υπεράσπισης ότι πρέπει να τεθεί υπό την κρίση του δικαστηρίου σας, θα πρέπει να τεθεί. Θα έλεγα όμως ότι και στις περιπτώσεις αυτές θα πρέπει να επιδιώκεται να μη χρησιμοποιούνται εκφράσεις που δίνουν την εντύπωση ανεξαρτήτως από προθέσεις ότι θίγουν το Δικαστήριο όταν το Δικαστήριο μας χαρακτηρίστηκε από κάποιους ως έκθετο και λίγο απέχων από Στρατοδικείο. Ευχαριστώ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ο κ. Μυλωνάς έχει τον λόγο.
Ι. ΜΥΛΩΝΑΣ: Κύριε Πρόεδρε, ομολογώ ότι το τελευταίο που περίμενα να ακούσω από τον διαπρεπέστατο εισαγγελικό λειτουργό, τον κ. Μαρκή, ήταν την κομψά διατυπωμένη, μομφή όμως, ότι αν κάποιος υποστηρίζει όπως εγώ χθες το μεσημέρι ότι κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 8 παρ. 2 του Συντάγματος και μ’ ένα αυστηρά νομικό σκεπτικό όταν υποστήριξα ότι το Δικαστήριο σας είναι μεν τακτικό αλλά έκτακτο, ότι αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως προσβολή του Δικαστηρίου.
Δεν το δέχομαι όταν αναπτύσσω μια αυστηρά νομική επιχειρηματολογία να ακούω αυτή τη μομφή. Έχω δικαίωμα να υποστηρίζω, μάλιστα αναγόμενος όχι στη δική μου γνώμη, αλλά στη γνώμη του αείμνηστου Σβώλου, που είναι κορυφαίος συνταγματολόγος, νομίζω όλοι το παραδέχονται, να υποστηρίζω υιοθετώντας τις δικές του θέσεις ότι το παρόν Δικαστήριο είναι έκτακτο Δικαστήριο.
Καμία σχέση με Στρατοδικείο, έκτακτο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 2. Και με κανένα τρόπο, θεωρώ ότι υποτιμάται το έργο μου όταν χαρακτηρίζεται αυτός ο νομικός χαρακτηρισμός ότι συνιστά προσβολή του δικαστηρίου. Δεν το δέχομαι. Προχωράω όμως στην ουσία.
Ανέφερε ο αξιότιμος κ. Εισαγγελέας ότι το θέμα της κλήρωσης δεν είναι συνταγματικό και αν μπορώ να το πω δεν έχει και τόσο σημασία. Εδώ πάλι εκπλήσσομαι. Επί σειρά ετών, οι παλιότεροι από εμένα νομίζω ξέρουν, ήταν ένας νομικός, ένας δικαιοπολιτικός αγώνας, επιτέλους να καταργηθεί ο διορισμός και να υπάρχει κλήρωση.
Θα πω μόνο ένα. Διαβάστε πάλι, κύριοι παράγοντες της δίκης, το άρθρο που ανέφερα και χθες του εκλεκτού καθηγητή Γεωργίου Αλέξανδρου Μαγκάκη στη δίκη το 1980 για το τι σημασία έχει η κλήρωση και όχι διορισμός των δικαστών.
Ένα όμως πρόσθετο επιχείρημα. Παρεμφερές θέμα είναι αυτό που αφορά τον διορισμό των Εισαγγελέων. Δεν είναι μεν δικαστές, είναι δικαστικοί λειτουργοί. Παρακαλώ διαβάστε επίσης στα «Ποινικά Χρονικά› του 1987 αν θυμάμαι καλά ένα άρθρο του αείμνηστου Τσεβά -όλοι θεωρούμε ότι ήταν ένας διαπρεπέστατος εισαγγελικός λειτουργός- ο οποίος στηλιτεύει με πολύ καυστική επιχειρηματολογία, αν θέλετε αύριο μπορώ να σας φέρω το σχετικό δημοσίευμα, στηλιτεύει την τότε ισχύουσα διάταξη βάσει της οποίας Προϊστάμενος της Εισαγγελίας όριζε τα έργα τα οποία ανατίθενται στους εισαγγελικούς λειτουργούς.
¶ρα και από την πλευρά της Εισαγγελίας το τότε ισχύον σύστημα του Προϊσταμένου ο οποίος κάνει ό,τι θέλει και ορίζει αυτός τον χειρισμό των υποθέσεων, είχε στηλιτευτεί εντονότατα από έναν διαπρεπέστατο λειτουργό όπως ήταν ο αείμνηστος Τσεβάς.
Θέλω όμως να πω κάτι άλλο. Πάντοτε με ιδιαίτερη προσοχή και ενδιαφέρον παρακολουθώ τις τοποθετήσεις του αξιότιμου συναδέλφου και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, του κ. Λίβου γιατί ξέρω ότι πάντοτε μετά από την ακρόαση του λόγου του θα βγω νομικά σοφότερος και πράγματι σήμερα επιβεβαίωσε αυτή την άποψη μου και αναφέρθηκε σε μια απόφαση Γερμανικού Δικαστηρίου.
Όμως εδώ γεννάται ένα γενικότερο θέμα που νομίζω έχει ενδιαφέρον για όλη την πορεία της δίκης. Ποια είναι η νομική σημασία για την παρούσα δίκη των αποφάσεων ξένων δικαστηρίων; Γιατί κι άλλοι εκλεκτοί συνάδελφοι της Πολιτικής Αγωγής αναφέρθηκαν και φαντάζομαι θα αναφερθούν στις αποφάσεις ιδίως των γερμανικών δικαστηρίων.
Βέβαια εδώ παρενθετικά να πω ότι παραδοσιακά η Ποινική μας Δικονομία είναι προσανατολισμένη προς το γαλλικό δίκαιο και όχι προς το γερμανικό. Αυτό βέβαια δεν είναι ένα σημαντικό νομικό επιχείρημα. Κάποιο άλλο επιχείρημα νομίζω όμως έχει μια μεγαλύτερη βαρύτητα. Είναι πολύ σημαντικό πράγματι να ξέρουμε τι λένε τα ξένα ευρωπαϊκά δικαστήρια και μάλιστα τα γερμανικά. Όμως δεν έχουν την αυθεντία που θα υποχρεώσει το Δικαστήριο σας να λάβει αυτές τις αποφάσεις υπόψη του.
Υπάρχει όμως ένα άλλο δικαστήριο -το ανέφερε, ήταν μια ευχάριστη έκπληξη που το άκουσα, ο τελευταίος συνήγορος Πολιτικής Αγωγής- το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και παρακαλώ να συνεκτιμήσετε την τοποθέτηση του κυρίου συνηγόρου, είχε ένα ενδιαφέρον, για τα προβλήματα που τυχόν γεννώνται όσον αφορά την κακή σύνθεση του δικαστηρίου εν όψει και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.
Αναφέρομαι στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου γιατί σκοπεύω ως εκπρόσωπος του κ. Τζωρτζάτου επανειλημμένα να κάνω χρήση αυτών των αποφάσεων.
Όχι για να δείξω ότι γνωρίζω την νομολογία και να δούμε τι λέει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Επειδή οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, όχι ενός γαλλικού, ενός γερμανικού, ενός αγγλικού δικαστηρίου, μόνο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υποχρεώνουν το Δικαστήριο σας, όπως και κάθε ελληνικό δικαστήριο, να τις λάβει υπόψη του. Είναι το λεγόμενο ερμηνευτικό δεδικασμένο. Κάποια άλλη στιγμή θα αναφερθώ διεξοδικά σ’ αυτό.
¶ρα ήθελα να κάνω τον διαχωρισμό. ¶λλη νομική βαρύτητα έχουν αποφάσεις ξένες, γερμανικές, γαλλικές, ιταλικές, οποιεσδήποτε και άλλη νομική βαρύτητα έχουν οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Οι τελευταίες και μόνο δεσμεύουν το Δικαστήριο σας.
Θα τελειώσω με μια τεχνικής σημασίας επισήμανση. Ήταν νομίζω ενδιαφέρουσα η αρχική τοποθέτηση του αξιότιμου Εισαγγελέα του κ. Μαρκή ποια είναι ακριβώς η νομική διατύπωση της ένστασης της υπεράσπισης.
Νομίζω ότι μπορεί να διευκρινιστεί το περιεχόμενο της, τουλάχιστον όσον αφορά τη δική μου τοποθέτηση, ως εξής: μιλάει πράγματι το άρθρο 171 αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση. Νομίζω ότι είναι αυτονόητο ότι αυτή η φράση θα ερμηνευτεί αν δεν τηρηθούν οι μη αντισυνταγματικές διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση.
Ο πρώτος ισχυρισμός -εσείς θα τον αξιολογήσετε- της Υπεράσπισης είναι ότι η συγκεκριμένη διάταξη του Ν. 3090 βάσει της οποίας έγινε η σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου είναι αντισυνταγματική. Αν αυτό γίνει δεκτό, προκύπτει ένα κενό νόμου. Νομίζω λοιπόν ότι κατά αναλογική εφαρμογή, γιατί εκτός εξαιρέσεων ο κανόνας είναι ότι στην Ποινική Δικονομία χωρεί αναλογική εφαρμογή, θα έπρεπε να εφαρμοστεί η προϊσχύσασα διάταξη που προβλέπει την κύρωση.
Συνεπώς η μη εφαρμογή αυτής της προϊσχύσασας διάταξης με δεδομένο ότι η τελευταία διάταξη είναι αντισυνταγματική, συνιστά την απόλυτη ακυρότητα του άρθρου 171. Ευχαριστώ.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ο κ. Χρυσικόπουλος έχει τον λόγο.
Κ. ΧΡΥΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ: Τηλεγραφικά θα ήθελα να απαντήσω σ’ έναν ισχυρισμό τον οποίο και προέβαλα. Όταν υπήρχε το καθεστώς του διορισμού των δικαστών, δεν υπήρξε κανείς νόμος που σε κάποια συγκεκριμένη υπόθεση, εν όψει κάποιας υποθέσεως, να πει ότι εδώ θα κάνουμε κλήρωση.
Όταν ήρθε το καθεστώς της κλήρωσης, ήρθε ένας νόμος, όπου και από την πλευρά της Πολιτικής Αγωγής ακούστηκε -και δεν είναι τυχαίο ότι αυτός ο νόμος προβλέπει και για τη δημοσιότητα και για τις συνθέσεις- και λέει όχι εδώ δεν θα κάνουμε κλήρωση, δεν θα ισχύσει το καθεστώς που ισχύει, θα κάνουμε μια ειδικότερη κλήρωση.
Γι’ αυτό αναφέρθηκα στην παρέκκλιση κι αυτή την παρέκκλιση τονίζω κι αυτή την παρέκκλιση θέλω να θέσει το Δικαστήριο και αυτές οι παρεκκλίσεις αν τις αφήσουμε κ. Πρόεδρε, αν δεν τις προβάλουμε, πολύ φοβάμαι ότι θα υπάρξουν άλλες παρεκκλίσεις πολύ χειρότερες στο μέλλον.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ο κ. Σταμούλης έχει ζητήσει το λόγο ο οποίος δεν ήταν προηγουμένως εδώ.
Ι. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, κύριοι Εφέτες, κύριοι Εισαγγελείς, το συζητούμενο θέμα αντιλαμβάνεστε ότι έχει μια θεσμική βαρύτητα. Η σύνθεση αυτού του Δικαστηρίου φέρει το βάρος μιας αποφάσεως η οποία στην κυριολεξία πρέπει να σημειωθεί ότι θα είναι ιστορική για την θεσμική ορθότητα και αρτιότητα του δικανικού μας συστήματος.
Εξηγούμαι ευθύς αμέσως τι εννοώ. Ακούστηκαν πάρα πολλά περί του αν είστε ο νόμιμος δικαστής, περί του αν είναι συνταγματική η διάταξη του άρθρου 11 του προσφάτου νόμου. Εκείνο το οποίο πρέπει να τονιστεί στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι αν και κατά πόσον η απρόκλητη –επιτρέψτε μου την έκφραση- παρέμβαση της νομοθετικής λειτουργίας, καθ’ ου πρότινος είχε περαιωθεί η διαδικασία σ’ αυτή την υπόθεση, όταν ο Εφέτης ανακριτής είχε τελειώσει το έργο του, όταν ο κ. Εισαγγελεύς είχε υποβάλλει την πρόταση του εις το Δικαστικό Συμβούλιο, όταν το Δικαστικό Συμβούλιο είχε συνεδριάσει και είχε διασκεφτεί για την έκδοση του βουλεύματος του, διεκηρύχθη πομπωδώς από την εκτελεστική εξουσία και τον εκπρόσωπο της Υπουργό της Δικαιοσύνης ότι θα υπάρξουν ειδικές ρυθμίσεις για τη δίκη.
Έφτασε εις το σημείο να κανονίζει με δηλώσεις του ο κ. Υπουργός ρυθμίσεις επί θεμάτων τα οποία ο νόμος μας αναθέτει στην δικαιοδοσία του Προέδρου του Δικαστηρίου. Διότι αντιλαμβάνεστε ότι και τα θέματα της ευταξίας εις την αίθουσα και το πως θα καθίσουν οι συνήγοροι ή οι εκπρόσωποι της Πολιτικής Αγωγής ή οι δημοσιογράφοι, οι ακροατές, θέματα κατ’ εξοχήν αναγόμενα εις την ευταξίαν την τηρητέαν εντός του ακροατηρίου, τα οικειοποιήθηκε η εκτελεστική εξουσία για να εξαγγείλει αυτή τις ρυθμίσεις, λέτε και επρόκειτο περί πολιτικού ζητήματος και όχι ζητήματος λειτουργίας της ανεξάρτητης ελληνικής Δικαιοσύνης.
Έρχομαι επί του συγκεκριμένου θέματος το οποίον ετέθη. Μεταξύ των εξαγγελιών που έγιναν, είναι ότι θα ερυθμίζετο και το θέμα της πληρώσεως της συνθέσεως που επρόκειτο να δικάσει αυτή την υπόθεση.
Κύριοι Δικασταί, ο νομοθέτης χρησιμοποίησε, επιτρέψτε μου την παρατήρηση, υποκριτικώς, ένα επιχείρημα: Με το άρθρο 11 στην παρ. 2, για την τροποποίηση της παρ. 7 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, βάσει της γνωστής διατάξεως του άρθρου 17 του 1756, λέει: «σε υποθέσεις?.› -και επεσημάνθη από τον συνάδελφο της Πολιτικής Αγωγής, για να προβληματιστεί το Δικαστήριό σας επί του θέματος που μπορεί, ενδεχομένως να ανακύψει- «?.που έχουν παραπεμφθεί αρμοδίως για να εκδικαστούν στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων› -(δίκη 17Ν) θα έλεγε οιοσδήποτε- «και λόγω της σοβαρότητας και του αντικειμένου τους, πρόκειται να διαρκέσουν επί μακρόν, η Ολομέλεια του Δικαστηρίου των Εφετών, πράττει τα όσα ορίζει περαιτέρω η νεαρά διάταξις›.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Συγνώμη, αυτή είναι η Εισηγητική Έκθεση ή τα Πρακτικά;
Ι. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ: Το κείμενο του νόμου. Η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 του Ν. 3090.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Γιατί όπως το είπατε, δώσατε άλλη εντύπωση.
Ι. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ: Εκείνο που προσετέθη, οιωνίως εννοούμενο από την Εισηγητική Έκθεση, ήταν η παρένθεση που είπα κ. Πρόεδρε, (17Ν). Πρέπει να σημειώσω εις το Δικαστήριό σας, αν ευρισκόμεθα ενώπιον κενού της νομοθεσίας μας, πιθανόν να ισχυρίζετο κανείς ότι «μα, τι έπρεπε να κάνουμε, θα έπρεπε να το ρυθμίσουμε το θέμα›. Κενό σε ποια περίπτωση: Ότι ευρισκόμεθα, δεν είχαμε νομοθετική ρύθμιση για το τι πρέπει να συμβεί σε υποθέσεις των οποίων προβλέπεται μακρά διάρκεια, όπως στην προκειμένη.
Όμως, υπάρχει από ημίσεως αιώνος και πλέον, η βασική διάταξη του άρθρου 9 παρ. 3 της Ποινικής Δικονομίας, το οποίον λέγει, το έχει προβλέψει ο νομοθέτης, το έλεγε και η παλαιά Δικονομία, ότι: «Αν ο Πρόεδρος προβλέπει ότι κάποια δίκη θα διαρκέσει πολύ, μπορεί να προσλάβει έως δύο συμπαρεδρεύοντες Δικαστές, όταν το Εφετείο αποτελείται από τρεις Δικαστές και έως τρεις, όταν αποτελείται από πέντε Δικαστές, για να συμπληρώσουν αυτούς που θα έχουν τυχόν κώλυμα κατά την διάρκεια της δίκης. Σε περίπτωση κωλύματος του Προέδρου, την Προεδρία την αναλαμβάνει ο αρχαιότερος μεταξύ αυτών› κ.ο.κ.
Έχουμε λοιπόν μία ρύθμιση πάγια, όπως ήταν πάγια και η ρύθμιση περί της κληρώσεως των Δικαστών. Κύριοι Δικασταί, επειδή ακούστηκαν ανεπίτρεπτοι υπαινιγμοί από την αντίθετη πλευρά και ειδικότερα διά στόματος του κ. Αναγνωστόπουλου, ότι δεν υπήρξε καμία διαμαρτυρία μέχρι του έτους 1989 διά τα θέματα του ορισμού των συνθέσεων και των Δικαστηρίων, επιτρέψτε στον έχοντα την τιμή να σας ομιλεί ότι όταν φτάσαμε δεν ισχυρίστηκε ποτέ κανείς ότι δεν ήταν νόμιμος Δικαστής, ο διοριζόμενος από τον Προϊστάμενο του Δικαστηρίου.
Όπως επίσης δεν είχε διατυπώσει κανείς μομφή ή υπαινιγμόν, όταν τον Προϊστάμενο του Δικαστηρίου, κυρίως των Αθηνών, των μεγάλων Δικαστηρίων, τον όριζε η εκτελεστική εξουσία και συγκεκριμένα ο Υπουργός Δικαιοσύνης.
Αλλά φτάσαμε σε ένα σημείο που έγινε υπερβάλλουσα κατάχρηση αυτής της δικαιοδοσίας, την οποίαν ασκούσε τόσον ο εκπρόσωπος της εκτελεστικής εξουσίας, ο Υπουργός Δικαιοσύνης κατά την επιλογή και τον ορισμό των Προϊσταμένων των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών, όπως επίσης και όταν οι Προϊστάμενοι των Πολυμελών Δικαστηρίων, κυρίως Αθηνών και Θεσσαλονίκης, όριζαν τις συνθέσεις των Δικαστηρίων.
Πολύ εύστοχα, ο Καθηγητής κ. Κατσαντώνης σας επεσήμανε μίαν προσωπική του εμπειρία, κατά την οποίαν ο τότε διορισμένος Προϊστάμενος του Δικαστηρίου, όρισε τέσσερις αλλεπάλληλες συνθέσεις για να δικάσουν την ίδια υπόθεση με ταυτότητα, με την ταυτοπροσωπία όλων των μετεχόντων της δίκης.
Τα λέω όλα αυτά αξιότιμοι κύριοι Δικασταί, για να σας πω ότι απετέλεσε μεγάλη κατάκτηση του νομικού μας πολιτισμού, και η κλήρωση των Δικαστών και κυρίως το αυτοδιοίκητο των Εισαγγελιών και των Δικαστηρίων. Αυτό ήταν μία φοβερή κατάκτηση, η οποία έλαβε χώρα κατά τη δεκαετία του έτους 1980 και συνεπώς, πρέπει να σεμνηνόμεθα γι’ αυτή την κατάκτηση και δεν πρέπει, προς Θεού, να την θέσουμε πλέον εκποδών ή να την υπονομεύσουμε.
Θα ήθελα λοιπόν, περαίνων, να σας πω τα εξής: Η άποψη περί αντισυνταγματικότητος είναι γιατί: Οι εντολείς μου π.χ., πρέπει να δικαστούν από μία σύνθεση, την μορφήν και τον τρόπον επιλογής της οποίας, ήλθε η εκτελεστική εξουσία να εισηγηθεί εις την νομοθετική και να το εισηγηθεί πομπωδώς μάλιστα, παραμονές του ορισμού της δικασίμου, είχε ήδη εξαγγελθεί ότι η δίκη θα εγένετο στις 3 Μαρτίου και στις 24 Δεκεμβρίου ο νόμος που εψηφίσθη, ήλθε ad hoc να πει ότι οι εντολείς μου, όπως και όλοι οι άλλοι κατηγορούμενοι, θα δικασθούν από μία σύνθεση η οποία θα επιλεγεί κατά τρόπον διάφορον –προσέξτε- από εκείνο που παγίως ισχύει.
Το ερώτημα λοπόν είναι το εξής: Τίθεται ένα πελώριο θέμα. Στην προκειμένη υπόθεση, έχουμε αναμφισβήτητα δεδομένη την παρέμβαση τη νομοθετικής το έργο σας. Επαναλαμβάνω ότι η υπόθεση είχε ήδη ωριμάσει, η υπόθεση είχε ήδη διασκεφτεί από το Συμβούλιο Εφετών και επρόκειτο να γίνει η δημοσίευση του βουλεύματος και δέκα ημέρας μόλις προ της δημοσιεύσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, έρχεται ένας νόμος και μας λέει ότι:
«Ξέρετε, εσείς, δεν θα πάτε να δικαστείτε όπως όλοι οι κοινοί θνητοί, σε Δικαστήριο που θα εκλεγεί κατά τον τρόπον που ορίζουν οι πάγιες διατάξεις περί πληρότητος, αλλά κατά έναν διάφορον τρόπον›. Τίθεται λοιπόν ευθέως το θέμα: Αυτή η ρύθμιση, παραβιάζει, ναι ή όχι, την αρχή που πρέπει να διέπει τον νομοθέτη, οσάκις νομοθετεί και ενώ θα όφειλε να τηρήσει τον κανόνα –και εδώ είχε τη δυνατότητα να τηρηθεί ο κανόνας- δεν υπήρχε κανένας λόγος για να μας πει ότι πρέπει να κληρωθούν και δύο επιπλέον Εφέτες για να στελεχώσουν τη σύνθεση.
Αντιλαμβάνεσθε λοιπόν κ. Πρόεδρε και κύριοι Εφέτες, ότι εδώ ευρισκόμαστε προς μιας επιλεκτικής ρυθμίσεως, η οποία συνιστά ανεπίτρεπτη παραβίαση της αρχής της ισότητος, πρώτον, και δεύτερον, συνιστά ανεπίτρεπτη παρέμβαση της νομοθετικής λειτουργίας, στο έργο του Δικαστηρίου σας. Δεν διαφεύγει της προσοχής σας, ότι τα θέματα της συνθέσεως συνιστούν και λόγον αναιρέσεως.
Συνεπώς, το όλον θέμα μέλλει να κριθεί από το αναιρετικό μας Δικαστήριο, του οποίου οι απόψεις είναι διατυπωμένες στις γνωμοδοτήσεις της Ολομέλειας τις οποίες ο συνεργάτης μου, ο κ. Σοφός, έθεσε υπό την κρίσιν του Δικαστηρίου σας.
Νομίζω ότι αυτές αποτελούν έναν σοφό οδηγό στην σκέψη σας περί του εάν και κατά πόσον είναι επιτρεπτή η νομοθετική παρέμβαση στο έργο της δικαστικής λειτουργίας, ή αν δι αυτής της παρεμβάσεως καταλύεται η θεμελιώδης συνταγματική αρχή περί της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας και του έργου αυτής. Σας ευχαριστώ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κύριε Ραχιώτη ελάτε.
Ι. ΡΑΧΙΩΤΗΣ: Ο κ. Αναπληρωτής Εισαγγελεύς έθεσε το ζήτημα από τη σκοπιά της ισότητος, -το οποίο, καίτοι ήταν περιεχόμενο της αίτησής μας, δεν είχε αναφερθεί καθόλου η Πολιτική Αγωγή σε αυτό- και απήντησε στον ισχυρισμό μας, λέγοντας ότι ο κάτοικος της Θήβας, δεν δικάζεται, ο φυσικός του δικαστής δεν προκύπτει με ένα σύστημα κληρώσεως.
Μόνο που το πρόβλημα δεν τίθεται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ο κάτοικος της Θήβας, σε οποιοδήποτε Δικαστήριο και αν δικαστεί, ο φυσικός του Δικαστής ορίζεται με τον ίδιο τρόπο, με διορισμό. Είτε δικαστεί από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Θήβας, είτε από το Τριμελές Κακουργημάτων για κακούργημα, είτε από το Τριμελές Εφετείο για πλημμέλημα, ο Δικαστής θα οριστεί με τον ίδιο τρόπο.
Αυτό που υπό κρίση διάταξη εισάγει ειδικά για τα μεγάλα Δικαστήρια, γιατί εκεί συνήθως τίθενται και οι υποθέσεις ευρύτερου ενδιαφέροντος, είναι μια διάκριση ως προς τον κατηγορούμενο που θα δικαστεί για κακούργημα και μόνο από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων. Και εκεί έγκειται η παράβαση της αρχής της ισότητας. Αν υπήρχε ένα ενιαίο σύστημα που θα αντιμετώπιζε τον πολίτη που κατοικεί στην Αθήνα ή σε οποιαδήποτε μεγάλη πόλη, όπως υπήρχε μέχρι την εισαγωγή αυτής της διάταξης, δεν θα υπήρχε κανένα θέμα από τη σκοπιά της ισότητας.
Αυτή τη στιγμή όμως, τίθεται η διάκριση που κατά τη γνώμη μου συνιστά παραβίαση του 4 του Συντάγματος. Έκανε κάποιες πολύ σημαντικές παρατηρήσεις ο κ. Λίβος προηγουμένως από την Πολιτική Αγωγή και έθεσε το ζήτημα ότι κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη, η νομοθετική εξουσία μπορεί να παρέμβει με δικονομικούς κανόνες, και κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, αρκεί να μην έχει ξεκινήσει μία φάση.
Βεβαίως υπάρχει και η αντίθετη άποψη, ότι ο φυσικός Δικαστής είναι ο προϋπάρχων της πράξης, ο οποίος έχει υποστηριχθεί στη θεωρία από αρκετούς νομομαθείς. Δεν είναι βέβαια η κρατούσα στη νομολογία. Εκείνο που δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να κάνει ο νομοθέτης, είναι να παρέμβει σε διαφορά -όχι σε φάση- σε διαφορά η οποία έχει αχθεί ήδη προς κρίση στη δικαστική εξουσία.
Γιατί σε αυτή την περίπτωση, διαπράττει μια αίσθηση εξουσίας, όταν δηλαδή μια διαφορά περί την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου έχει αχθεί προς κρίση, στο αρμόδιο δικαστικό όργανο, τότε δεν μπορεί να παρέμβει με νόμο και να επιλύσει τη διαφορά, πριν αποφανθεί το αρμόδιο δικαστικό όργανο.
Αυτό είναι ένα θέμα συνηθισμένο κυρίως στο χώρο του Διοικητικού Δικαίου, που ενώ η υπόθεση έχει εισαχθεί στο Συμβούλιο Επικρατείας διά ακύρωση της διοικητικής πράξης, παρεμβαίνει ο νομοθέτης και καλύπτει με νόμο τη διοικητική πράξη, ώστε να αφαιρέσει την αρμοδιότητα του Συμβουλίου Επικρατείας, είναι μια συνήθης κατάσταση και είναι σταθερή η νομολογία του Συμβουλίου Επικρατείς σε αυτό το ζήτημα, ότι συνιστά μια αίσθηση εξουσίας αυτού του είδους η παρέμβαση του νομοθέτη.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως, είχε αχθεί προς κρίση σε δικαστικό όργανο, διαφορά η οποία σχετιζόταν με το αρμόδιο Δικαστήριο. Εμείς είχαμε ήδη προβάλλει πριν την έκδοση του νόμου, ότι το Δικαστήριο το οποίο πρότεινε ο Εισαγγελέας, η Εισαγγελική πρόταση να εισαχθεί υπό κρίση η υπόθεση, είναι αναρμόδιο και έπρεπε να εισαχθεί στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο.
Αυτό, είχε προβληθεί ήδη με τα υπομνήματά μας, τα οποία υπάρχουν στο φάκελο, είναι στοιχείο της δικογραφίας αυτό, όπως υπάρχει και η Εισαγγελική πρόταση. Και η διαφορά αυτή είχε ήδη αχθεί προς κρίση στο Συμβούλιο Εφετεών. Και ανεμένετο απόφαση του Συμβουλίου Εφετών.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο, ήρθε ο νομοθέτης και έριξε το βάρος του, υπέρ της μιας άποψης, λέγοντας, με αυτά τα κριτήρια που, εν πάση περιπτώσει το είπε, ότι αρμόδιο είναι το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων γι αυτή την υπόθεση, το είπε εμμέσως βεβαίως, δεν το είπε ευθέως, αλλά ήταν φανερό ποιο ήταν το ζήτημα που πήγε να λύσει ο νομοθέτης. Νομίζω πως η συγκεκριμένη διάταξη τέθηκε από το νομοθέτη και από αυτή την προσέγγιση επίσης πρέπει να κριθεί αντισυνταγματική.
Ένα τρίτο ζήτημα: Όπως πολύ ορθά είπε ο κ. Γιαννίδης, το πρόβλημα δεν είναι ο νόμιμος Δικαστής, αλλά η συνταγματικότητα πρέπει να κριθεί από τη σκοπιά του αν υπάρχει αφαίρεση του νόμιμου Δικαστή, τουλάχιστον αν το κατάλαβα ορθώς. Και επιπλέον πρόσθεσε και μια παρατήρηση με την οποία εγώ συμφωνώ, ότι συνταγματικώς ανεκτό είναι οποιοδήποτε σύστημα το οποίο ορίζεται με γενικά και αφηρημένα κριτήρια, δηλαδή δεν υπάρχει θέμα συνταγματικής επιταγής, για κλήρωση των συνθέσεων των Δικαστηρίων. Αυτό είναι δεδομένο.
Οποιοδήποτε σύστημα αν κατοχυρώνει γενικά και αφηρημένα κριτήρια στην επιλογή του Δικαστή, δεν θίγει το 8 παρ. 1 του Συντάγματος. Εδώ όμως έχουμε μια συγκεκριμένη κατάσταση: Ο νομοθέτης έχει επιλέξει σύστημα επιλογής των Δικαστών. Αυτό το σύστημα ήταν το σύστημα της κλήρωσης. Αυτό ήταν το ισχύον. Εισήχθη σε αυτό το σύστημα εξαίρεση με την κρινόμενη διάταξη. Ερευνητέο είναι αν και η διάταξη αυτή έχει τα γενικά και αφηρημένα κριτήρια που απαιτούνται για να μη θίγεται η 8 παρ. 1 του Συντάγματος.
Αυτό είναι το ερευνητέο ζήτημα. Γιατί κατ’ αρχήν έχει και δικαίωμα να εφαρμόζει εξαιρέσεις, να θέτει εξαιρέσεις με τα ίδια ακριβώς κριτήρια. Και νομίζω ότι αυτό είναι το ζήτημα, αν αυτή η διάταξη τέθηκε με γενικά και αφηρημένα κριτήρια. Θα έλεγα ότι τα γενικά και αφηρημένα κριτήρια που απαιτεί η ευθεία ερμηνεία της διάταξης του 8 του Συντάγματος, είναι κάτι πολύ διαφορετικό πράγμα από τα ελαστικά κριτήρια. Τα κριτήρια δηλαδή που κατά περίπτωση μπορούν να εφαρμοστούν ανάλογα με το τι έχουμε μπροστά μας.
Κατά τη γνώμη μου, τα κριτήρια που έθεσε η κρινόμενη διάταξη, είναι κάτι μεταξύ ελαστικών και ανύπαρκτων, κάπου εκεί είναι το όριο που μπορεί να τα προσδιορίσει κάποιος. Το λέω αυτό, γιατί τα μόνα κριτήρια για την θέσπιση εξαίρεσης από το γενικό σύστημα της κλήρωσης, είναι η σοβαρότητα της υπόθεσης, η οποία δεν προσδιορίζεται κατά κανέναν τρόπο και δεν μπορώ να κατανοήσω έτσι εύκολα ποια κακουργήματα είναι μη σοβαρά.
Από τη φύση τους τα κακουργήματα –γιατί η έννοια του κακουργήματος περιλαμβάνεται στη διάταξη και αυτή είναι η βάση στην οποία γίνεται η συζήτηση- είναι όλα σοβαρά και μας λέει για σοβαρά κακουργήματα, αλλά δεν μας δίνει ένα κριτήριο για να καταλάβουμε για ποια εννοεί. Ή λέει «εκ του αντικειμένου της υπόθεσης›. Τι σημαίνει το αντικείμενο της υπόθεσης›; Έχει κάποιο περιεχόμενο αυτός ο όρος;
Ή μας λέει «όταν προβλέπεται μακρά διάρκεια›. Η σκέτη πρόβλεψη ενός οποιουδήποτε οργάνου αρμόδιου να προβλέψει, της Ολομελείας του Εφετείου, επί τη βάσει προβλέψεων, μπορούμε να θεσπίζουμε εξαιρέσεις από την αρχή του φυσικού Δικαστή, ή διαφορετικές ρυθμίσεις; Τι θα πει πρόβλεψη; Γιατί δεν βάζεις δυο κριτήρια να πεις, με βάση το τι θα προβλέπεις;
Η μακριά διάρκεια, από μόνη της, καταλαβαίνετε ότι είναι πάρα πολύ προβληματικό κριτήριο, ειδικά αν το δούμε και από τη σκοπιά της ισότητας. Θα έλεγα ότι πρόκειται για μια πανικόβλητη νομοθετική διάταξη. Θα μπορούσαν να την έχουν περάσει πιο κομψά, να το πω έτσι, αν έβαζαν και τα Μικτά Ορκωτά Δικαστήρια, δεν θα πάθαιναν τίποτα, αν είχαν βάλει την ίδια ρύθμιση. Και δεν θα ήταν και ελεγκτέα σε αυτή την περίπτωση τόσο εύκολα, τόσο εύλογα, από τη σκοπιά της ισότητας.
Αλλά είναι ένας πανικός που καταλαβαίνετε για ποιο λόγο υπήρξε αυτός ο πανικός. Έτρεχαν να προλάβουν το βούλευμα, να μη βγει το βούλευμα για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Νομίζω ότι τα πράγματα είναι ολοφάνερα.
Μια ύστατη παρατήρηση στο ζήτημα: Από τη φύση που θέτει το θέμα η διάταξη αυτή που συζητούμε σήμερα, νομίζω έρχεται σε αντίθεση με το 8 του Συντάγματος, υπό ποία έννοια: Ότι το μίνιμουμ που μπορεί να αναφέρει κανένας όσον αφορά την προβληματική του φυσικού Δικαστή, είναι ο εκ των προτέρων ορισμός του Δικαστή. Όχι μόνο αυτό βέβαια, είναι και τα γενικά και αφηρημένα κριτήρια.
Μπορείς να προσεγγίσεις το θέμα εκ των προτέρων, από διάφορες προσεγγίσεις. Ο κ. Λίβος το ανέπτυξε αυτό το θέμα, αναφέρθηκα κι εγώ πριν από λίγο. Το μόνο που αποκλείει το 8 του Συντάγματος, είναι να ξέρεις από πριν την υπόθεση για την οποία ορίζεις τον Δικαστή. Δηλαδή να ορίζεις Δικαστή για πολύ-πολύ συγκεκριμένη υπόθεση. Με το κριτήριο που θέτει αυτή η διάταξη προϋποθέτει γνώση της Ολομελείας για ποια υπόθεση διορίζει Δικαστή.
Αφού θα δώσεις απάντηση αν η υπόθεση είναι μακριάς διαρκείας, πρέπει να εξετάσεις την υπόθεση. Είναι εμφανές δηλαδή ότι από αυτό το σημείο και μετά, διορίζεις Δικαστές για συγκεκριμένη υπόθεση. Το βλέπετε αυτό να συνάδει με το 8.1 του Συντάγματος;
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Υπάρχει τίποτε άλλο; Να μη λέμε πάλι τα ίδια, η επιχειρηματολογία νομίζω έχει αναπτυχθεί, αλλά πείτε ό,τι θέλετε, δεν μπορώ να σας πω όχι.
Α.ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ: Εντελώς επιγραμματικά: Κύριε Πρόεδρε, το άρθρο 87 του Συντάγματος, προβλέπει την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία του Δικαστή. Είναι εναρμονισμένο με το νόμο ο οποίος είχε τότε καθιερώσει την κλήρωση αντί του διορισμού.
Ο νόμος ο επίμαχος για τον οποίο συζητούμε, έρχεται και αναιρεί εν μέρει άλλον νόμο, άλλη διάταξη, η οποία ήταν στη σωστή κατεύθυνση που επιτάσσει το Σύνταγμα. Πας νόμος ο οποίος επομένως, έρχεται σε αντίθεση με το Σύνταγμα, το οποίον επιτάσσει την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας του Δικαστού, ενώ εκείνος ο νόμος εξησφάλιζε αυτή την ανεξαρτησία, ο νέος νόμος στο βαθμό που ο διορισμός αποτελεί άρσιν της ανεξαρτησίας, είναι αντίθετος ως προς το Σύνταγμα. Και εκ του λόγου τούτου είναι αντισυνταγματικός.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κύριε Ρουμελιώτη σας ακούμε.
Π. ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΗΣ: Συμπληρωματικά, κ. Πρόεδρε σε αυτά που είπα χθες. Θέλω να θέσω ένα θέμα: Είπε ο κ. Εισαγγελεύς, ο Αναπληρωτής κ. Εισαγγελεύς, ότι δεν θίγεται η αρχή της ισότητας, λαμβανομένου υπόψη ότι σε όλα αυτά, να μου επιτρέψετε να έρθω εκεί.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Οπου είναι πιο καλά για εσάς.
Π.ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΗΣ: Ότι, τι θα γινόταν στην περίπτωση Δικαστηρίων, όπως είναι της Θήβας, της Λαμίας κλπ στα οποία πράγματι δεν υπάρχει δυνατότης. Εμείς δεν είπαμε ότι θίγεται η αρχή της ισότητος επειδή υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο σε κάθε Πρωτοδικείο, σε κάθε Εφετείο ορίζονται οι συγκεκριμένοι Δικαστές.
Εδώ παρελήφθη το εξής: είναι σωστή αυτή η άποψη του κ. Εισαγγελέως, αν όμως ληφθεί υπόψη ότι ο νόμος αυτός ο οποίος δημοσιεύτηκε στις 24/12 δεν αναφερόταν σε αυτή την συγκεκριμένη υπόθεση. Εμείς δηλαδή ορίζουμε ότι γι’ αυτή την συγκεκριμένη υπόθεση την οποία εσείς θα κρίνετε ο νόμος αυτός είναι αντισυνταγματικός. Και είναι αντισυνταγματικός για έναν και συγκεκριμένο λόγο.
Διότι λέει ότι σε υποθέσεις που έχουν παραπεμφθεί αρμοδίως για να εκδικαστούν στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων και λόγω της σοβαρότητας και του αντικειμένου τους πρόκειται να διαρκέσουν επί ένα χρόνο, ισχύει αυτός ο νόμος.
Ποιες είναι αυτές οι υποθέσεις οι οποίες σήμερα έχουν παραπεμφθεί στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων; Η συγκεκριμένη μία. Αυτή την οποία δικάζουμε σήμερα. Εάν είχαμε άλλες σοβαρές υποθέσεις και αν, ας με διαψεύσει κάποιος, έστω από την πολιτική αγωγή ή οπουδήποτε, να μου πει ότι ξέρετε, αυτός ο νόμος εφαρμόζεται και κάπου αλλού, εφαρμόζεται και σε μια άλλη δίκη, μέχρι σήμερα.
Έχουμε λοιπόν εφαρμογή του νόμου από τις 24-12-2002 μέχρι σήμερα και έχει υπαχθεί ένας και συγκεκριμένος νόμος. Και θα ρωτούσα λοιπόν με αυτή την συλλογιστική, αυτή η εφαρμογή του νόμου αυτού δεν είναι εκείνη η οποία προσβάλλει την ισότητα, την αρχή της ισότητας; Από αυτό το Δικαστήριο θα δικάζονταν οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι αν δεν είχε εκδοθεί αυτός ο συγκεκριμένος νόμος;
Έχω λοιπόν την άποψη ότι σε αυτό υπάρχει ένα λογικό σφάλμα της προτάσεως του κ. Εισαγγελέως ο οποίος λέει ότι, «ξέρετε τι θα κάνουμε στην Λαμία, τι θα κάνουμε στη Θήβα, τι θα κάνουμε στην Κοζάνη που δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα;›.
Περαιτέρω ένα ακόμα θέλω. Περίμενα από την πολιτική αγωγή και δεν θα σας καθυστερήσω, πολύ επιγραμματικός θα είμαι, γιατί θεωρώ ότι δεν είμαι φλύαρος. Περίμενα από την πολιτική αγωγή ότι το όλο θέμα θα ανακύψει σε σχέση με την συνταγματικότητα του νόμου. Θα προσπαθήσει δηλαδή η πολιτική αγωγή να μας πείσει ότι η συνταγματικότης είναι υπαρκτή και δεν υπάρχει αντισυνταγματικότητα την οποία εμείς τοποθετούμε ενώπιόν σας.
Εδώ όμως ακούστηκε το εξής, εθίγη ο θεσμός της κληρώσεως. Δηλαδή φτάσαμε στο σημείο να λέμε ότι η κλήρωση δεν είναι η σωστή και μέχρι σήμερα, πολύ ορθά, διότι μέχρι το 1989 δεν υπήρχε ο θεσμός της κλήρωσης, θα μπορούσαμε να μην έχουμε και σήμερα τον ορισμό της κλήρωσης. Και όχι μόνο αυτό, αλλά εμμέσως αν θέλετε βάλλαμε κατά του θεσμού της κλήρωσης.
Ο θεσμός της κλήρωσης κ. Δικασταί δεν βάλλει εναντίον της δικαστικής εξουσίας. Είναι υπέρ της δικαστικής εξουσίας. Ο θεσμός της κλήρωσης προσδιορίζει διαφάνεια, προσδιορίζει δυνατότητες τέτοιες, οι οποίες αποτελούν στοιχεία της δίκαιης δίκης. Δεν βάλλει λοιπόν ποτέ εναντίον της δικαστικής εξουσίας εκείνο στο οποίο της προσδίνει την διαφάνειά της.
Μάλιστα έγιναν και κάποιες νύξεις από το Σύνταγμα του 1984. Πράγματι δεν είναι συνταγματική η διάταξη. Πολύ σωστά το τοποθέτησε ο κ. Εισαγγελεύς. Έγιναν διάφορες αναφορές ότι από το Σύνταγμα του 1884 μέχρι σήμερα δεν είχε τοποθετηθεί ο θεσμός της κληρώσεως μέχρι το 1989 που βγήκε αυτός ο νόμος.
Θα σας υπενθυμίσω δύο πράγματα. Καταρχήν θα είναι αστείο σήμερα να κάνουμε αναφορές στο Σύνταγμα του 1844 και να δανειζόμαστε επιχειρήματα από το Σύνταγμα αυτό το οποίο είναι γνωστό πώς ψηφίστηκε. Ένα αυτό.
Δεύτερον, θα έλεγα το εξής, ας προσέξουμε λιγάκι ότι η εκτελεστική εξουσία όλα αυτά τα χρόνια είχε μια προσπάθεια πελατειακής αν θέλετε συγκέντρωσης του εκλογικού σώματος. Πότε ψηφίστηκε αυτός ο νόμος; Αυτός ο νόμος ψηφίστηκε το 1989, δηλαδή τότε που είχαμε εκείνη την Οικουμενική Κυβέρνηση, η οποία Κυβέρνηση είχε έρθει, όχι για να ρυθμίσει θέματα άλλα, αλλά για να ρυθμίσει ορισμένα θέματα τα οποία πράγματι ρυθμίστηκαν και ένα από τα συγκεκριμένα, από τα μεγαλύτερα έργα κατά την άποψή μου της Κυβέρνησης αυτής ήταν αυτό.
Αυτό λοιπόν εμείς τώρα το 2003 θα έρθουμε να το καταργήσουμε; Αυτή την κατάκτηση δηλαδή θα έρθουμε να πούμε ότι δεν ήταν κατάκτηση και επειδή δεν έχει ταυτιστεί συνταγματικά τι θα πρέπει να γίνει; Θα πρέπει η κατάκτηση αυτή να αναιρεθεί;
Έχω λοιπόν την άποψη ότι δεν θα πρέπει να πάμε πίσω, πρέπει να πηγαίνουμε μπροστά. Τελειώνοντας θα ήθελα να απαντήσω σε κάτι το οποίο έθεσε πράγματι στην πολύ σωστή του τοποθέτηση ο κ. Λίβος, είναι γεγονός. Είπε όμως ένα θέμα στο οποίο θα ήθελα να έχω έναν αντίλογο. Είπε το εξής και πολύ σωστά, ότι ξέρετε κύριοι, σε σχέση με την σύνθεσή σας οι ενστάσεις αυτές οι οποίες θα υποβληθούν στο δικό σας το Δικαστήριο θα το λύσετε εσείς. Κάθε Δικαστήριο το οποίο συζητάει αυτό το θέμα μετά την εφαρμογή του 3090, τι έχει να κάνει; Κάθε Δικαστήριο θα αντιμετωπίσει τις ενστάσεις εκείνες οι οποίες θα του υποβληθούν από τους εμπλεκόμενους στο Δικαστήριο αυτό. Και ότι είναι θέμα του δικού σας Δικαστηρίου να αντιμετωπίσετε αυτές τις ενστάσεις και αυτό έγινε πράγματι δια της υποβολής των ενστάσεων των δικών μας.
Εδώ έχει όμως ένα λογικό σφάλμα αυτή η τοποθέτηση κατά την άποψη του ομιλούντος. Δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εκείνες οι οποίες, όπως είπα και χθες, δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εκείνες οι οποίες θα ορίσουν τι εσείς θα ελέγξετε. Εμείς δηλαδή, αν έρχομαι σήμερα, αυτό που είπε ο κ. Κοττέας και πούμε «ξέρετε κύριοι, δεν είσαστε εσείς οι καλύτεροι Δικαστές, είσαστε οι χειρότεροι, δεν είσαστε οι πλέον παλαιοί, είσαστε οι νεώτεροι, δεν είσαστε εκείνοι, είσαστε οι άλλοι› τι θα πείτε εσείς; Πώς θα αντιμετωπίσετε αυτή την ένσταση τη δική μας σαν Δικαστές αφού ο νόμος ο ίδιος δεν σας δίνει το κριτήριο εκείνο βάσει του οποίου εκλεχθήκατε οι 30 αυτοί, οι 40 από την Ολομέλεια, δεν το ορίζει το κριτήριο αυτό. Πώς εσείς θα έρθετε να απαντήσετε στις ενστάσεις μας αυτές;
Έχω λοιπόν την άποψη και εξ αυτού του λόγου ότι είναι αντισυνταγματικός και ζητώ να μην τον εφαρμόσετε για λόγους θεσμικούς και διότι πράγματι εσείς θα είσαστε οι πρώτοι, το πρώτο Δικαστήριο και καταλαβαίνετε ότι θα έχετε το βάρος της ύπαρξης ή μη ενός νόμου ο οποίος είναι ή δεν είναι αντισυνταγματικός.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Μάλιστα.
ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ: Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών έλαβε απόφαση προχθές ότι θα διακόπτουμε στις 3:00 οι δικηγόροι.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τα κακά νέα ήρθανε πιο πριν. Τα κακά νέα για μένα ήρθανε νωρίτερα.
ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ: Το άφησα στο τέλος για να μην σας στενοχωρήσω και όπως ξέρετε είναι πειθαρχικό παράπτωμα για τους δικηγόρους οι οποίοι θα παραμένουν μετά τις 3:00.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Όπως αντιλαμβάνεστε εσείς είστε υποχρεωμένοι να υπακούσετε στο Σύλλογο κι εμείς βέβαια εδώ το Δικαστήριο χωρίς δικηγόρους δεν θα μπορούμε να κάνουμε δίκη. Έτσι δεν είναι; ¶ρα λοιπόν το θέμα δεν είναι προς συζήτηση. Ο ρεαλισμός μας επιβάλλει να αποδεχθούμε την απόφαση, ούτε να την κρίνουμε, ούτε τίποτα. Τέθηκε τέτοιο θέμα, τελειώσαμε.
Ένας κατηγορούμενος μόνο ζήτησε το λόγο, ο κ. Κουφοντίνας. Πρέπει να ακουστεί κι αυτός. Παρακαλώ ησυχία για λίγο, έχει ζητήσει ο κύριος κατηγορούμενος το λόγο. Θα ακουστεί. Κύριε Κουφοντίνα έχετε το λόγο.
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Κύριε Πρόεδρε, θα ξεκινήσω, θα πω ένα παράπονο που είπε ο κ. Εισαγγελέας ότι οι κατηγορούμενοι αμφισβητούν το Δικαστήριο. Επειδή δεν ξέρετε, δεν έχετε τη δυνατότητα να μαθαίνετε τι γίνεται έξω από την αίθουσα, όπως είπατε, δεν πληροφορείστε, θα σας πω ότι υπάρχει αμφισβήτηση του Δικαστηρίου έξω και των αποφάσεων της ενδεχόμενης απόφασης για απαγόρευση τηλεοπτικής κάλυψης, υπάρχει ένα ποσοστό 85-90% του Ελληνικού λαού που θέλει να την παρακολουθήσει.
Επομένως οποιαδήποτε απόφαση θα είναι κατά του αιτήματος αυτού του Ελληνικού λαού περί του Δικαίου. Επίσης περίπου ένα 27% του Ελληνικού λαού θεωρεί αυτή τη δίκη?.
ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: Κύριε Πρόεδρε με συγχωρείτε, αυτά είναι αυθαίρετα. Δεν πρέπει να ακούγονται στην αίθουσα αυτή. Κύριε Πρόεδρε, δεν μπορεί να ακούγονται αυτά τα πράγματα. Εδώ είναι Δικαστήριο!
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κύριε Κουφοντίνα, σας έδωσα το λόγο να μας πείτε πάνω σε αυτή την ένσταση.
Όταν θα φτάσει η ώρα θα τα πούμε αυτά, με την ώρα τους.
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Τώρα θα δούμε σε αυτά που ακούγονται κ. Πρόεδρε;
ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: Δεν είναι στην κατηγορία κ. Πρόεδρε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν μπορώ εγώ ν’ απαντάω –αλίμονο δηλαδή!- στα τηλεοπτικά κανάλια που λένε για εμένα ένα σωρό πράγματα, ότι είμαι «καλός› ότι είμαι «κακός›, ότι «είμαι αυστηρός›. Είναι δυνατόν να απαντάω στους ανθρώπους οι οποίοι κάνουν το έργο τους; Αλίμονο! Το σέβομαι απόλυτα και «δυσμενή› να μου πουν και «ευμενή› το ίδιο πάει όταν θα τα μάθω όλα.
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Κύριε Πρόεδρε, δεν έχει ένα ενδιαφέρον επειδή θέλω να πω κάτι άλλο πάνω στο ακριβώς αυτό. Θα το χρησιμοποιήσω σαν επιχείρημα. Ότι το 27% του Ελληνικού λαού θεωρεί αυτή τη δίκη ότι δεν είναι δίκαιη δίκη;
ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: Διαμαρτύρομαι κ. Πρόεδρε.
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Για ποιο λόγο γίνεται;
ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: Κύριε Πρόεδρε, διαμαρτύρομαι.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν ξέρω κ. Κουφοντίνα.
ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: Στο βήμα αυτό δεν μίλησα για προπαγάνδα. Όλα αυτά κ. Πρόεδρε είναι αυθαίρετα εντελώς. Αποκυήματα της φαντασίας του κ. κατηγορουμένου.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κύριε κατηγορούμενε?..
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Είναι αντικειμενικά γεγονότα κ. Εισαγγελεύ είτε μας αρέσει, είτε δεν μας αρέσει.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Είπατε το 27% ότι δεν μας θεωρεί ότι θα κάνουμε δίκαια δίκη και το προβλέπει εκ των προτέρων πριν κάνουμε τη δίκη.
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Όχι, δεν λέω αυτό. Αυτό θα φανεί από την απόφασή σας. Αυτό θα φανεί και από την διαδικασία, αλλά και από την απόφασή σας.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Απ’ όλα φαίνεται. Χωρίς τη νόμιμη διαδικασία?. Κάποιος κύριος εδώ μας έφερε το βιβλίου του Λούμαν εκεί που λέει για τη νομιμοποίηση μέσω διαδικασίας. Μα αν η διαδικασία δεν είναι νόμιμη δεν νομιμοποιείται και η απόφαση η δική μας. Αλλά δεν είναι θέματα να τα λέμε τώρα αυτά. Καταλάβατε;
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Έχει ένα ενδιαφέρον κ. Πρόεδρε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Όλα έχουν ενδιαφέρον αλλά?.
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Έχει ένα σημαντικό ενδιαφέρον.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Για μένα ένα έχει ενδιαφέρον. Να κάνουμε τη δίκη δίκαια. Λοιπόν αυτά τι να τα κάνουμε εμείς; Τι λένε τα κανάλια; Μπορεί να μας αδικήσανε πολύ, μπορεί να μας αδικήσανε λίγο, μπορεί καθόλου.
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Αυτή η αμφισβήτηση προέρχεται σε ένα μεγάλο βαθμό από το γεγονός ότι γι’ αυτήν εδώ τη δίκη υπάρχουν φωτογραφικοί νόμοι και για την τηλεοπτική κάλυψη και για την σύνθεση του Δικαστηρίου.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Σε αυτό να πείτε. Αυτό έχει σημασία για την υπόθεση.
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Με αυτή την έννοια ήθελα να το πω.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Καλά κάνατε και το είπατε αυτό.
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Κι έτσι δημιουργείται μία αμφισβήτηση του Δικαστηρίου σας έξω και μάλιστα στον μεγαλύτερο δικαστή κατά την γνώμη μου, τον Ελληνικό λαό. Σας είδα πιο πριν και σας έβλεπα και χθες να σημειώνετε με μεγάλη προσοχή τον πυρήνα των επιχειρημάτων της υπεράσπισης.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Και της πολιτικής αγωγής.
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Εμένα με ενδιαφέρει της υπεράσπισης γιατί έχουν ακουστεί. Δεν είμαι νομικός ευτυχώς. Έχουν ακουστεί όμως?.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Το «δυστυχώς› τι θέση έχει;
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Ευτυχώς δεν είμαι νομικός αλλά έχω μια εντύπωση ότι υπάρχουν εδώ, ακουστήκανε δύο ειδών απόψεις σε γενικές γραμμές. Οι απόψεις από τα δεξιά σας που λέει ότι το Δίκαιό σας πρέπει να γίνει πιο αντιδραστικό και η άποψη από τα αριστερά σας, η οποία λέει ότι πρέπει να διατηρηθεί μία φιλελεύθερη κατάκτηση που υπάρχει στο Δίκαιο.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Αυτά.
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Όχι, έχω να πω κι άλλα. Έχω να πω κι άλλα.
?..: (Εκτός μικροφώνου)
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Σας έδωσα το λόγο και είπατε δεν έχετε τίποτε άλλο.
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Μα δεν τελείωσα κύριε Πρόεδρε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Μόνο ο κ. κατηγορούμενος. Παρακαλώ, σας δόθηκε ο λόγος και είπατε τελειώσατε.
?..: (Εκτός μικροφώνου)
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Σχετικά γι αυτό που σας είπα?.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Για την σύνθεση είπαμε. Μόνο για την ένσταση, τίποτε άλλο δεν έχουμε τώρα.
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Πάνω στην ένσταση είμαι, ακριβώς πάνω στην ένσταση.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Μόνο για την ένσταση είπε ο κ. Κουφοντίνας θα πει. Αλίμονο!
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Ναι. Να πω παρενθετικά ότι, παρά το γεγονός ότι σημειώσατε όλα αυτά τα επιχειρήματα, νομίζω ότι θα εφαρμοστεί αυτό που λέμε γενικά, ότι η ένσταση θα απορριφθεί μετά πολλών επαίνων. Προοδευτικά?.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν θα κάνουμε συζήτηση. Εμείς θα κάνουμε αυτό που λέει η συνείδησή μας κ. Κουφοντίνα. Αν πει η συνείδησή μας ότι πρέπει να απορριφθεί, να είστε σίγουρος ότι θα απορριφθεί. Αν πει ότι πρέπει να γίνει δεκτή να είστε σίγουρος ότι θα την κάνουμε δεκτή. Δεν έχουμε εμείς κανέναν κυρίαρχο άλλον από το Σύνταγμα και τους νόμους. Δεν έχουμε επικυρίαρχο εδώ μέσα άλλον. Να σας βγει από το μυαλό αυτό.
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Να σας πω τότε κάτι ακόμη. Σας είπα ότι δεν θεωρώ ότι είστε προκατειλημμένος, ούτε καν εντολοδόχος, αν πάρετε μια τέτοια απόφαση. Αντίθετα πιστεύω, ότι έχετε επιλέξει για τον εαυτό σας το δρόμο της αναζήτησης, της καθαρά θεωρητικής γνώσης, της καθαρά θεωρητικής αλήθειας. Βρεθήκατε όμως, έχετε βρεθεί όμως, στην ανάγκη να κινείστε στο επίπεδο της πολιτικής δράσης είτε το θέλετε είτε όχι. Αντικειμενικό είναι αυτό κ. Πρόεδρε.
ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: Διαμαρτύρομαι κύριε Πρόεδρε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κύριε Κουφοντίνα, εμείς εδώ πέρα είμαστε Ποινικό Δικαστήριο, καταλάβατε;
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Αυτή είναι η γνώμη μου κ. Πρόεδρε. Νομίζω ότι είστε αναγκασμένος να κινείστε, να ισορροπήσετε πάνω σε αυτά τα δύο επίπεδα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν είμαι εγώ αναγκασμένος.
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Παρά τη γνώση που έχετε την βαθιά του Αριστοτέλη νομίζω ότι ?.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ακούστε να δείτε, ένα παιδί ξεκίνησα από την ελληνική κοινωνία, έμαθα πέντε γράμματα μέτρια κι αυτά. Δεν είμαι ούτε ο θεωρητικός ο μεγάλος ούτε τίποτα. Δεν ήρθα με τέτοιο profile εδώ μέσα, για να πούμε και μία ξένη λέξη γιατί εγώ δεν έχω πει εδώ μέσα καμία τέτοια λέξη. Δεν ήρθα με τέτοιο προφίλ.
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Μπορώ να πω πάντως τις δυσκολίες που έχετε και αυτό είναι από το γεγονός ότι κινείστε σε ένα περιβάλλον τεράστιων πιέσεων από πολλές και ποικίλες πλευρές.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τις έχω συνειδητοποιήσει τις δυσκολίες μου.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Όχι, δεν έχω πιέσεις.
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Η γνώμη μου είναι αυτή κ. Πρόεδρε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κύριε Κουφοντίνα, αυτές είναι απόψεις σας. Μπορείτε να τις κρατήσετε. Εγώ δεν έχω καμία πίεση από κανέναν, ούτε έχει κανένας ποτέ διανοηθεί να με πιέσει.
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Υπάρχουν πιέσεις κ. Πρόεδρε και υπάρχουν και πολλαπλές εξαρτήσεις για να απαντήσω και σε αυτό που είπε ο κύριος?..
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Εγώ τι εξαρτήσεις να έχω ο καημένος; Ισόβιος δεν είμαι από το Σύνταγμα; Τι εξάρτηση να έχω;
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Δεν θα ήθελα να το κουβεντιάσουμε τώρα αυτό.
ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα το λόγο.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Όχι κ. Εισαγγελεύ. Αφήστε, τελειώνει ο άνθρωπος. Αφήστε να τελειώσει καλύτερα.
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Στην περίπτωση αυτή της ένστασης που εξετάζεται, πρόκειται για μία τόσο εξόφθαλμη αντιδραστική θέση του ορισμού στην ουσία Δικαστών με προφανείς επιδιώξεις. Δεν είναι ανάγκη να γνωρίζει κανείς στατιστική για να καταλάβει ότι ο δραστικός θεσμός του χώρου από ένα σύνολο όπου έπρεπε να επιλεγούν με δήθεν κριτήρια, γίνεται στο 1/10 του συνόλου, γίνεται για να διασφαλιστούν τα επιθυμητά χαρακτηριστικά των τελικών ενδεχομένων.
Κύριε Πρόεδρε, πιστεύω ότι μετά από όλα αυτά, νομίζω ότι η μόνη συνεπής θέση, η μόνη πρόταση που νομίζω ότι θα έπρεπε να αποδεχθείτε είναι της παραίτησης. Αλλιώς θα τερματίσετε την δικαστική καριέρα σας σαν ο διορισμένος Πρόεδρος ενός Ειδικού Δικαστηρίου το οποίο όντας υποχρεωμένο να δικάσει βάσει ενός ειδικού νόμου θα επιβάλλει βαρύτατες ποινές με ανύπαρκτα στοιχεία.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τώρα διορισμένο θα με πεις; Διορισμένος έγινα κατόπιν εξετάσεων. Με διορίσανε μία φορά πριν από 30 χρόνια.
?..: Εσάς ποιος σας διόρισε να φονεύετε κύριε;
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τελειώσαμε παρακαλώ και αποσύρεται προς διάσκεψη.

Γ΄ ΜΕΡΟΣ
14:00 – 15:00
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Επαναλαμβάνεται η συνεδρίαση η οποία διεκόπη.
Ο κύριος Πρόεδρος του Συλλόγου ζητάει γιατί το λόγο;
Δ.ΠΑΞΙΝΟΣ: Να σας μεταφέρω απλώς την απόφαση του Δικηγορικού Συμβουλίου, επισήμως για την τήρηση του ενιαίου ωραρίου.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Εμάς δεν μας αφορά και το είπα από το πρωί. Αυτό αφορά τους κυρίους συνηγόρους, οι οποίοι εάν συμμορφωθούν με αυτό, εμείς χωρίς συνηγόρους βέβαια δεν θα κάνουμε δίκη μετά.
Δ.ΠΑΞΙΝΟΣ: Είναι γνωστό. Οπότε οι συνάδελφοι έχουν ενημερωθεί και από τις δυο πλευρές, για την τήρηση του ωραρίου μέχρι τις 15:00.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν μπορώ να πω εγώ τίποτα, δεν μπορώ να παρέμβω.
Δ.ΠΑΞΙΝΟΣ: Οι αποφάσεις μας άλλωστε είναι σεβαστές. Ευχαριστώ πολύ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κατέβαλα μια προσπάθεια για μια ώρα παραπάνω, δεν τελεσφορεί φαίνεται. Εγώ δεν μπορώ να πω τίποτα.
(Διαλογικές συζητήσεις)
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Έχουμε αφήσει δυο αποφάσεις τις οποίες τώρα θα απαγγείλουμε. Και πρώτα για την ένσταση της κακής σύνθεσης η οποία προηγείται.
Την απορρίπτει το Δικαστήριο, διότι προέκυψε η σύνθεσή του από κλήρωση σύμφωνα με την διάταξη του ¶ρθρου 17 παράγραφος 7α, όπως έχει προστεθεί με τον τελευταίο νόμο. Θεωρεί ότι η εν λόγω διάταξη, αυτά σας τα λέω εν σπέρματι βέβαια αυτά τα οποία θα γραφούν στο σκεπτικό της απόφασης το οποίο θα έχει πλήρη επιχειρηματολόγηση και θα απαντάει σε όλα όσα έχετε θέσει και μάλιστα και εγγράφως οι πλείστοι εξ υμών. Δεν αντίκειται λοιπόν προς το ¶ρθρο 8 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος, ούτε το ¶ρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
Ο νόμος με τον οποίο ορίστηκε ότι ο ορισμός της σύνθεσης θα γίνεται με κλήρωση από 10πλάσιο αριθμό για τους Προέδρους και 15πλάσιο για τους Εφέτες, δεν παραβαίνει την αρχή του νόμιμου ή φυσικού, όπως αλλιώς λέγεται, δικαστή, διότι θέτει κριτήρια γενικά, αφηρημένα, αντικειμενικά και καθολικής ισχύος, για τον τρόπο της επιλογής των δικαστών που θα δικάσουν, καθώς και των εισαγγελέων.
Δεύτερο, θέτει κριτήρια, όχι μόνο για την παρούσα δίκη, που βρισκόταν τότε στο στάδιο της ενδιάμεσης διαδικασίας, αλλά ρυθμίζει κάθε σχετική υπόθεση που θέλει κριθεί και στο μέλλον. Επίσης, αναθέτει την προεπιλογή στο Ανώτερο Δικαστικό Όργανο του Εφετείου, δηλαδή στην Ολομέλειά του, η οποία παρέχει την εγγύηση αντικειμενικότητας και απροσωποληψίας και ουδόλως παρεμβάλλεται κάποιο όργανο της διοίκησης.
Τέταρτον, επακολουθεί κλήρωση μεταξύ των επιλεγέντων σε δημόσια συνεδρίαση του Δικαστηρίου, ένα μήνα περίπου πριν από τη δίκη, ώστε να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους, να ερευνήσουν τυχόν υπάρχουσες προσωπικές αιτιάσεις κατά των κληρωθέντων.
Επίσης η εν λόγω ρύθμιση δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, που θεμελιώνεται στο ¶ρθρο 4 του Συντάγματος, γιατί η τιθέμενη από το νόμο ειδοποιός διαφορά της επιλογής των Δικαστών του Εφετείου Κακουργημάτων σε σχέση με τις λοιπές υποθέσεις που προαναφέρθηκαν, δικαιολογεί κατά την κρίση του Δικαστηρίου τη διαφοροποίηση στη ρύθμιση, η οποία γίνεται με κριτήριο καθαρώς αντικειμενικό.
Επίσης δεν υπάρχει παραβίαση του ¶ρθρου 26 παράγραφος 3 του Συντάγματος, δεν ευρίσκει έρεισμα λοιπόν αυτή η αιτίαση στη σχετική διάταξη, αφού ο νόμος απλώς όρισε γενικές και αφηρημένες προϋποθέσεις του ορισμού του νόμιμου δικαστή και δεν υπεισήλθε ο νομοθέτης σε άσκηση έργων της δικαστικής εξουσίας. Το ίδιο δε και για τους Εισαγγελείς όπως είπα προηγουμένως.
(Διαλογικές Συζητήσεις)
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Αυτό είναι θέμα ειδικοτέρων αιτιολογιών, και έχουμε και άλλες διατάξεις, μου έχετε πει καμιά 10αριά, αυτό βασικά είναι το αιτιολογικό της απόφασης. Είπαμε ότι σε καμία διάταξη δεν παραβιάζεται το Σύνταγμα. Θα απαντήσουμε βέβαια λεπτομερώς σε όλα, τα έχω σημειώσει και τα περισσότερα τα έχετε και εγγράφως απ’ ότι είδα καταθέσει. Αυτό κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε εδώ πέρα. Αλλά περιμένουμε να μας δοθεί ο χρόνος, εκτενέστερα να τα διατυπώσουμε.
Ως προς την τηλεοπτική δημοσιότητα. Το Δικαστήριο έχει την αντίληψη και άγεται στην απόφαση, ότι το ¶ρθρο 93 παρ.2 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 εδ. Α της ΕΣΔΑ, με τα οποία εισάγεται ο θεσμός της δημοσιότητας, δεν έχουν την έννοια της δημοσιότητας των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, αλλά πρέπει να νοηθεί ως η δυνατότητα προσέλευσης του κοινού στη δικαστική αίθουσα, προς παρακολούθηση της δίκης, η λεγόμενη δημοσιότητα της δικαστικής αίθουσας και όχι η δυνατότητα τηλεοπτικής και ραδιοφωνικής μετάδοσης της δίκης, ώστε να μπορούν να παρακολουθούν οπτικώς ή ακουστικώς την δίκη και οι εκτός του Δικαστηρίου και σε άλλες ακόμα πόλεις ευρισκόμενες σε όλη την επικράτεια και την αλλοδαπή, δηλαδή η δημοσιότητα των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.
Οι υπερνομοθετικές αυτές διατάξεις, ουδόλως θίγουν το δικαίωμα του κοινού νομοθέτη, να επιτρέψει ή μη, την ραδιοφωνική ή τηλεοπτική δημοσιότητα της δίκης, διευρύνοντας ή όχι, την έννοια της δημοσιότητας πέραν του μέτρου της άμεσης δημοσιότητας με την παρουσία κοινού, όπου επιβάλουν μόνο αυτές οι δυο διατάξεις.
Επίσης το ¶ρθρο 5α του Συντάγματος, που εισάγει το δικαίωμα στην πληροφόρηση και τη συμμετοχή στη κοινωνία της πληροφορίας, δηλαδή την διευκόλυνση της πρόσβασης στις πληροφορίες που διακινούνται ηλεκτρονικά, δεν θίγονται, δεν μπορούν να αποτελέσουν κατάλληλο θεμέλιο διεύρυνσης της έννοιας της δημοσιότητας των δικαστικών συνεδριάσεων, αφού η πληροφόρηση του κοινού περί της διεξαγωγής, εξέλιξης και έκβασης μιας δίκης, αποτελεί ζήτημα ειδικά ρυθμιζόμενο από τις ανωτέρω διατάξεις που είπαμε, 6.1 της ΕΣΔΑ και 93.2 του Συντάγματος, η ακριβής εφαρμογή των οποίων, ουδόλως αποτελεί παρακωλυτικό παράγοντα της ροής της πληροφορίας.
Η διάταξη λοιπόν του ¶ρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 3090, που θέτει αυστηρές προϋποθέσεις, ενώ μπορούσε ο νόμος να μην την επιτρέψει και καθόλου, δεν αντίκειται σ’ αυτές τις διατάξεις. Επίσης κατά το Δικαστήριο, δεν αντιβαίνει, ούτε προς την διάταξη του ¶ρθρου 14 του Συντάγματος, αφού το ¶ρθρο 15 παρ. 1, οι προστατευτικές για τον Τύπο διατάξεις του ¶ρθρου εκείνου, δεν εφαρμόζονται στο κινηματογράφο, την φωνογραφία, τη ραδιοφωνία και την τηλεόραση και κάθε άλλο παρεμφερές μέσο μετάδοσης λόγου ή παράστασης.
Ακόμα η διάταξη δεν αντίκειται προς την αρχή της αναλογικότητας, η οποία έχει εισαχθεί με την νεώτερη τροποποίηση της παραγράφου 1 εδάφιο τελευταίο του ¶ρθρου 25, αφού ο συνταγματικός νομοθέτης νοεί τη δημοσιότητα υπό την άνω έννοια, ουδόλως περιορίζεται ο κοινός νομοθέτης όπως προεκτέθηκε, να αποκλείσει εντελώς την τηλεοπτική μετάδοση των δικών, εφόσον εν προκειμένου αρκέστηκε να θέσει μόνο προϋποθέσεις για το επιτρεπτό, κατ’ ουδένα υπάρχει υπέρβαση των ορίων αυτών.
Ακόμα δεν παραβιάζεται το ¶ρθρο 20 του Συντάγματος, περί δικαιώματος προσφυγής στο Δικαστήριο, αφού ήδη ετέθη εκ μέρους της Υπεράσπισης, ευρέθη δηλαδή το νόμιμο μέσο, να προταθεί αυτή η αντισυνταγματικότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση οι Εισαγγελείς της έδρας, και οι εκ των πολιτικώς εναγόντων Μομφεράτος και λοιποί, όπως αναφέρονται στα πρακτικά, δήλωσαν προς το Δικαστήριο ότι δεν συναινούν στη κινηματογράφηση και μαγνητοσκόπηση και ραδιοφωνική και τηλεοπτική μετάδοση της δίκης, εν όλω ή εν μέρει, ασκήσαντες το σχετικό δικαίωμα που τους παρέχει η ανωτέρω διάταξη του 8 παρ. 1 του Ν. 3090/2002. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα το οποίο αναφέρατε.
Η αντίθεση σε αυτή των Εισαγγελέων και των εν λόγω πολιτικώς εναγόντων, ουδόλως κατά την κρίση του Δικαστηρίου υπερβαίνει την θεσπισμένη από το ¶ρθρο 25 παρ. 3 το όριο ασκήσεως του δικαιώματος, δεν αποτελεί δηλαδή κατάχρηση άσκησης των δικαιωμάτων, αφού μια τέτοια κατάχρηση, ουδόλως διαπιστώθηκε εν προκειμένω.
Ενόψει τούτων το Δικαστήριο απορρίπτει το αίτημα των συνηγόρων της Υπεράσπισης να επιτραπεί κινηματογράφηση και μαγνητοσκόπηση της δίκης, καθώς και η ραδιοφωνική και όλων των άλλων που το ζητήσανε φυσικά, καθώς και η ραδιοφωνική και τηλεοπτική μετάδοση της εν λόγω, εν όλω ή εν μέρει.
Αυτή είναι η απόφαση του Δικαστηρίου.
Ο Πρόεδρος βέβαια σας λέγει, ότι είναι δυνατόν στο μέλλον, να δημιουργηθούν κάποιες συνθήκες, κάποιου consensus, μεταξύ των παραγόντων μέσα στα πλαίσια αυτού του νόμου, οπότε το Δικαστήριο επιφυλάσσεται πάλι, διότι αυτές οι αποφάσεις όπως ξέρετε είναι προσωρινής ισχύος και είναι ανακλητές, εφόσον βρεθεί κάποιος κοινός παρανομαστής. Αυτό είναι προσωπική άποψη του Προέδρου και φυσικά εξαρτάται από την εξέλιξη της διαδικασίας, εφόσον τελικά βέβαια το Δικαστήριο αρχίζει να δικάζει και την υπόθεση.
Όποιος θέλει παρακαλώ έχει το λόγο. Ελάτε παρακαλώ.
Γ.ΑΓΙΟΣΤΡΑΤΙΤΗΣ: Εκπροσωπώ τους κατηγορουμένους τους αδελφούς Ξηρούς. Υπάρχει ένα πρόβλημα κύριε Πρόεδρε, εν αγνοία του Δικαστηρίου σας, όπως συνέβη και με τον κλωβό, η όλη διαδικασία της δίκης βιντεοσκοπείται.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Έχετε τέτοια πληροφόρηση;
Γ.ΑΓΙΟΣΤΡΑΤΙΤΗΣ: Βεβαίως το έχουμε πληροφορηθεί και εμείς από τα Μέσα. Κανένας επίσημα δεν μας το γνωστοποίησε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Είναι ποινικό αδίκημα αυτό.
Γ.ΑΓΙΟΣΤΡΑΤΙΤΗΣ: Βιντεοσκοπείται για ιστορικούς λόγους. Επειδή φοβούμεθα ότι θα υπάρξει το φαινόμενο που υπήρξε και κατά τη διάρκεια της προανακρίσεως, δηλαδή κατά τρόπο επιλεκτικό, με ορισμένα μέσα, και ενδεχομένως και με χορηγό, ορισμένα αποσπάσματα αυτής της δίκης θα διαρρεύσουν, οι κατηγορούμενοι ζητούν, να διατάξετε με απόφασή σας, δεν μας ενδιαφέρουν οι ιστορικοί λόγοι, εφόσον έτσι έχουν τα πράγματα, ιδιαίτερα γιατί υπάρχει κίνδυνος να καταγραφούν και να δοθούν προς τα Μέσα αυτές οι εικόνες.
Θέλουμε λοιπόν με απόφασή σας, να διατάξετε να σταματήσει η βιντεοσκόπηση, πλην της μεταδόσεως της δίκης στο video wall το οποίο υπάρχει στο χώρο και για το οποίο δεν έχουμε αντίρρηση.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Καλά αυτό είναι για την ενημέρωση των δημοσιογράφων, δεν έχει κανένας αντίρρηση γι’ αυτό. Αλλά βιντεοσκόπηση πρώτη φορά το πληροφορούμαι. Και φυσικά όταν ο νόμος το απαγορεύει, δεν έχει καμία εξαίρεση για ιστορικούς, ή για πολιτιστικούς λόγους, ή για οτιδήποτε άλλο.
Γ.ΑΓΙΟΣΤΡΑΤΙΤΗΣ: Κατ’ αρχήν δεν ξέρουμε από ποια υπηρεσία προέρχεται αυτό.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν με ενδιαφέρει οποιοσδήποτε να είναι, να είναι το ίδιο το κράτος, δεν με ενδιαφέρει το κράτος. Εδώ μέσα δεν υπάρχει κύριε συνήγορε τίποτα άλλο. Κύριε συνήγορε όπως ξέρετε, υπάρχει μόνο το Δικαστήριο. Και υπάρχουν και οι νόμοι της πολιτείας, οι οποίοι απαγορεύουν αν δεν επιδεχθείτε όλοι.
Γ.ΑΓΙΟΣΤΡΑΤΙΤΗΣ: Γι’ αυτό ζητάμε να σταματήσει αυτή η βιντεοσκόπηση.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Νομίζω ότι ο κ. Εισαγγελεύς της έδρας θα πρέπει να επιληφθεί αυτού του θέματος, να το ερευνήσει αν πράγματι υπάρχει, είναι θέμα δικό του περισσότερο. Εγώ βέβαια να πω να βγουν οι κάμερες από εδώ, ίσως είναι και οι κάμερες δεν ξέρω είναι αυτές που βιντεοσκοπούν, ή αυτές που πάνε δίπλα; Οι ίδιες τα κάνουν αυτά;
Εν ανάγκη εάν μου μείνει εμένα η εντύπωση και πεποίθηση ότι γίνεται κάτι τέτοιο, τις πετάω όλες τις κάμερες. Εγώ είμαι υπεύθυνος για την αστυνόμευση του ακροατηρίου δεν διστάζω σε τίποτα. Θέλω όμως πρώτα, να ερευνηθεί νηφάλια, αν πράγματι γίνεται. Όχι να λέμε ότι έχω πληροφορία, ποιος είναι αυτός και εάν γίνεται. Δεν νομίζω τώρα ότι θα πρέπει να ασχοληθούμε άλλο. Θα πληροφορηθούν οι κύριοι Εισαγγελείς και θα μας πουν. Αφήστε το αυτό αιωρούμενο.
Ν.ΠΡΩΤΕΚΔΙΚΟΣ: Εάν μου επιτρέπετε κύριε Πρόεδρε, δεν θα το αφήσουμε εμείς αιωρούμενο. Αν μου επιτρέπετε, θέτουμε αίτημα στο Δικαστήριό σας, με απόφασή του, εφόσον συμφωνήσετε ότι το Δικαστήριό σας αποφάσισε ότι οι διατάξεις του νόμου 3090 δεν είναι θεματικές και είναι ισχυρές, εγώ προσωπικά ζητώ αυτή τη στιγμή με απόφαση του Δικαστηρίου σας, όλες οι κάμερες οι οποίες βρίσκονται εντός της αιθούσης και λαμβάνουν εικόνα, όπως από χθες σας έχω αναφέρει, είναι η 4η ημέρα της διαδικασίας και λαμβάνουν εικόνα, όποια παραβίαση γίνεται του νόμου, έτσι κι αλλιώς για τους ιστορικούς λόγους, γίνονται μέσω αυτών των συγκεκριμένων?
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν το ξέρω εάν γίνεται παραβίαση, το λέτε εσείς. Θα το δούμε.
Ν.ΠΡΩΤΕΚΔΙΚΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, ασχέτως του εάν γίνεται παραβίαση, ή δεν γίνεται, αυτή τη στιγμή υπάρχουν κάμερες μέσα στην δικαστική αίθουσα, οι οποίες λαμβάνουν εικόνα από τη συνεδρίαση του Δικαστηρίου σας, και ο 3090 δεν έχει θεσπίσει προς τούτο καμία εξαίρεση. Με αίτημά μου λοιπόν, ζητάω από το Δικαστήριό σας, να αφαιρεθούν όλες οι κάμερες από την αίθουσα του Δικαστηρίου.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ακούτε τι λέει ο νόμος; Ο νόμος, διαβάστε τον και εσείς με προσοχή, φυσικά θα τον έχετε διαβάσει. Λέει απαγορεύει την μαγνητοσκόπηση την ραδιοφωνική και τηλεοπτική μετάδοση. Δεν λέει ότι θα έχω κάμερες ασφαλείας να με βλέπουν δίπλα τι κάνω, αυτό είναι δικό μου θέμα.
Ν.ΠΡΩΤΕΚΔΙΚΟΣ: Δεν είναι κάμερες ασφαλείας κύριε Πρόεδρε, δεν είναι κάμερες ασφαλείας. Και αν θέλετε μπορούμε τότε να διευρύνουμε το αίτημά μας, γιατί παραβιάζεται και η προσωπικότητά μας, με το να έχουμε κάμερες στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Νομίζω ότι η αστυνομική δύναμη είναι υπερπλήρης στην αίθουσά σας, και δεν χρειάζεται να υπάρχει καταγραφή των κινήσεών μας.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Εντάξει, εντάξει. Αφήστε να κάνουμε τη δουλειά μας. Με αυτά θα ασχοληθούμε τώρα; Εάν γίνεται όμως βιντεοσκόπηση αυτό είναι ποινικό αδίκημα. Το λέω να το ακούσουν! Φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Είτε το κράτος το κάνει, είτε άλλη υπηρεσία, είτε οποιοσδήποτε, έχει ποινικές ευθύνες.
(Διαλογικές Συζητήσεις)
ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ: Ενδεχομένως και η Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία βιντεοσκοπεί τη δίκη.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν την θέλω.
ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ: Γιατί δεν προλαμβάνετε κάτι; Όταν πουληθούν αυτά έναντι πολλών εκατομμυρίων στις εφημερίδες και στους τηλεοπτικούς σταθμούς, και όταν θα έχει τελειώσει η δίκη θα αντιδράσετε; Σας το βεβαιώνουμε ότι η δίκη βιντεοσκοπείται παράνομα, σύμφωνα με την τώρα κίνησή σας, ότι ο νόμος 3090?
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Πάντα, είναι για όλους. Θα ερευνηθεί. Σας είπα ότι θα το ερευνήσουμε.
ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ: Όμως δεν μπορεί όπως υπήρξε διάκριση στην προανακριτική διαδικασία όπου ο καθένας υποστήριζε ό,τι ήθελε, το ίδιο πράγμα να εμφανιστεί και στην κυρία διαδικασία και κατόπιν να πούμε κακώς βιντεοσκοπήθηκε. Υπάρχει αστυνομική δύναμη αυτή τη στιγμή, κατ’ εντολήν του κ. Εισαγγελέα, έκκληση κάνω στον κ. Εισαγγελέα, να ζητηθεί να σταματήσει αυτή η βιντεοσκόπηση.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κύριε Εισαγγελεύ έχετε το λόγο. Ένα λεπτό γιατί γεννάται θέμα σοβαρό τώρα. Μου λέτε εμένα ότι βιντεοσκοπείται χωρίς να έχουμε επιτρέψει; Όπως θ’ αντιμετωπίσουμε το κράτος, θα αντιμετωπίσουμε και τον τελευταίο δημοσιογράφο! Αλίμονο τώρα, όταν ο νόμος απαγορεύει, λέει πουθενά για το κράτος ότι επιτρέπει;
ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: Κύριε Πρόεδρε εάν η καταγγελία είναι βάσιμη, εισηγούμαι όπως δοθεί εγγράφως στον επικεφαλής της Δυνάμεως, και να γίνει έρευνα, αστυνομική προανάκριση για την διαπίστωση των καταγγελλομένων και ακολούθως οι καταγγέλλοντες να καταγγείλουν εγγράφως στην αστυνομική δύναμη.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Καταχωρήθηκε στα πρακτικά κ. Εισαγγελεύ.
ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: Κύριε Πρόεδρε, εννοώ, να προσκομίσουν και τα στοιχεία, πρόσωπα και πράξεις, συγκεκριμένα.
ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ: Δεν μπορούμε να περάσουμε την διπλανή πόρτα και να πάμε να ελέγξουμε. Δική σας δουλειά είναι να ελέγξετε και της αστυνομικής δύναμης. Πώς θα ελέγξουμε εμείς οι συνήγοροι εάν βιντεοσκοπείται η δίκη;
(Διαλογικές συζητήσεις)
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κύριε συνήγορε, εγώ θα διακόψω τώρα λίγο και θα πάω να τους ρωτήσω αυτούς οι οποίοι χειρίζονται τα μηχανήματα, εάν γίνεται κάτι τέτοιο, θα τους πω να σταματήσουν και θα σας πω εγώ εάν γίνεται ή όχι. Και εάν συνεχίσουν, θα πω, να παρέμβει ο Εισαγγελεύς της ποινικής δίωξης, ή αυτόφωρο αδίκημα και θα τους δικάσω εδώ πέρα. Αλλά όχι δεν είναι στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Αλίμονο, δηλαδή θα κάνουμε εξαιρέσεις για λόγους ιστορικούς, ποιος σας τα είπε αυτά;
Ι.ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Νομίζω ότι και χωρίς να πάτε στη διπλανή αίθουσα, με την παρουσία σας εδώ πέρα, μπορείτε να διαπιστώσετε ότι υπάρχει μαγνητοσκόπηση. Ορίστε έχει γυρίσει η κάμερα και με κοιτάζει και μεταδίδει, αν πάτε στη διπλανή αίθουσα θα δείτε ότι υπάρχει και μετάδοση της εικόνας, στη διπλανή αίθουσα.
Συγνώμη κύριε Πρόεδρε, ή ο νόμος εφαρμόζεται, ή δεν εφαρμόζεται. Ή, απαγορεύει την μετάδοση από την τηλεόραση, μερική ή ολική, από την τηλεόραση, από το ραδιόφωνο και με οποιονδήποτε άλλο τρόπο και τη μαγνητοσκόπηση της δίκης και αυτό θα το απαγορεύσετε αυτό, ή υπάρχουν τρόποι να το επιτρέψουμε και θα το επιτρέψουμε, βγάζοντάς τον αντισυνταγματικό, παρακάμπτοντας κλπ, με τον τρόπο που είπατε.
Να πω, ότι εάν το Δικαστήριό σας κατέληξε στην απόφαση που κατέληξε, εγώ δεν μπορώ να δεχθώ, προσβάλει την προσωπικότητά μου, όπως και τον συνάδελφο που μίλησε πριν, ούτε εκείνη την κάμερα, ούτε αυτή που με κοιτάζει εδώ, ούτε εκείνη που κοιτάζει εκεί συνεχώς τους κατηγορούμενους και μεταδίδει στην διπλανή αίθουσα εικόνα. Επιπλέον υπάρχουν άλλες τέσσερις κάμερες κύριε Πρόεδρε!
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ακούστε να δείτε, εγώ εδώ πέρα είμαι και υπεύθυνος και για την ασφάλεια εδώ στο ακροατήριο. Είναι μια δίκη η οποία θα έχει μια εξέλιξη μακρά. Τι να κάνω τώρα δηλαδή, να πω εγώ «καταργούμε όλους τους κανόνες ασφαλείας;›. Βέβαια τους ανθρώπους εδώ τους προσέβαλαν πραγματικά σαν ανθρώπους και είχαν και κάποιο τεκμήριο όπως πολύ σωστά είπατε, έδιναν κάποια βαρύτητα, αμέσως τα πετάξαμε εδώ, το Δικαστήριο. Τώρα μου λέτε εμένα, να καταργήσω όλους τους κανόνες ασφαλείας; Μήπως πρέπει να διώξω και τους αστυνομικούς από εδώ;
(Διαλογικές Συζητήσεις)
Ι.ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Δεν πρόκειται για κάμερες ασφαλείας. Οι κάμερες ασφαλείας είναι πέντε, είναι δυο εκεί ,μια εκεί και είναι και δυο στις δυο γωνίες της αίθουσας. Κανονικά και αυτές, που μεταδίδουν μέσα εικόνα σε κάποιο χώρο, τον έχουμε δει στις τηλεοράσεις πάλι, θα έπρεπε να σταματήσουν, είναι μετάδοση.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δηλαδή δεν θέλετε τους δημοσιογράφους να έχουν εικόνα; Πείτε το καθαρά.
Ι.ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Θέλουμε να έχουν οι δημοσιογράφοι την εικόνα που επιτρέπει ο νόμος.
ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ: ¶λλο πράγμα κύριε πρόεδρε η μετάδοση και άλλο η προστασία του χώρου. Εδώ δεν πρόκειται περί μεταδόσεως. Πρόκειται περί προστασίας του χώρου.
ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, εάν μου επιτρέπετε, το Δικαστήριό σας, με την απόφαση που μόλις ανακοίνωσε, ορίζει ως συνταγματικά επιβαλλόμενη την δημοσιότητα εντός του ακροατηρίου. Οποιαδήποτε λοιπόν εικόνα φεύγει εκτός της αιθούσης, ακόμα και αν είναι μια παράπλευρη αίθουσα, είναι εκτός της αιθούσης του ακροατηρίου. Δεν μπορεί λοιπόν με το ίδιο σκεπτικό να επιτρέψετε κάμερες που προβάλουν εικόνα, γιατί τότε με την ίδια λογική να προβάλλονται σε όλη την Ελλάδα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ο κ. Αγιοστρατίτης μας είπε, αν κατάλαβα καλά, ότι τους δημοσιογράφους αφήστε τους. Το κατάλαβα φαντάζομαι. Θέλετε τώρα και αυτοί να μην μπορούν και εκείνοι να κάνουν την δουλειά τους; Ας πούμε τώρα δηλαδή, ότι μια και βραχήκαμε, πάει πνιγήκαμε κιόλας.
Β.ΜΑΡΚΗΣ: Μήπως θα έπρεπε κύριε Πρόεδρε να τοποθετηθούν όλοι οι υπερασπιστές επί του αιτήματος που υποβάλει ο κ. Πρωτέκδικος αν κατάλαβα καλά και η κα Κούρτοβικ, να παύσει να έχει εικόνα η αίθουσα των δημοσιογράφων. Αυτό είναι το αίτημά τους απ’ ότι κατάλαβα.
Από εκεί και πέρα, αφού θα γίνουν οι δηλώσεις, θα δούμε ως Δικαστήριο και τότε θα τοποθετηθούμε όλοι, αν αυτό αποτελεί απαγορευμένη μετάδοση από την τηλεόραση ή κάτι άλλο. Αυτό είναι όμως για το μέλλον. Εγώ θα ήθελα να δηλωθεί αυτό το πράγμα, από έναν προς έναν, όπως όλα τα άλλα αιτήματα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Νομίζω όμως ότι το θέμα τέθηκε αρχικά ότι γίνεται μαγνητοφώνηση.
Β.ΜΑΡΚΗΣ: Μα και αυτό είναι ποινικό αδίκημα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: ¶μα γίνεται μαγνητοσκόπηση, εκείνο είναι το απαγορευμένο. Ψάχνετε για τα παράπλευρα τώρα; Εδώ αν γίνεται μαγνητοσκόπηση, πρέπει να εξετάσει ο κ. Εισαγγελεύς έδωσε εντολή εδώ πέρα στα όργανα να κάνουν προκαταρκτική εξέταση αν γίνεται τέτοιο ποινικό αδίκημα.
Ι. ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Δεν είναι σε θέση πάντως το όργανο να διαπιστώσει αν γίνεται μαγνητοσκόπηση.
Β. ΜΑΡΚΗΣ: Κάποιος θα το διαπιστώσει κυρία Κούρτοβικ τελικά. Θα διαπιστωθεί. Αναλαμβάνω εγώ και ο κ. Λάμπρου την ευθύνη να διευκρινίσουμε αυτό το ζήτημα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Θα το δούμε εντός σήμερον. Τελειώσαμε μ’ αυτό. Προχωράμε τη διαδικασία. Είπαμε ας το αφήσουμε να το δούμε το θέμα. Εάν γίνεται τέτοιο πράγμα πράγματι, είναι ποινικό αδίκημα και πρέπει να διωχθεί ποινικά. Πως θα κάνουν δηλαδή μαγνητοσκόπηση τα όργανα του κράτους και οποιοσδήποτε που μας λέτε. Αυτά είναι πρωτοφανή.
Μ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Πήρατε μία απόφαση τώρα κύριε Πρόεδρε με την οποία απαγορεύεται η τηλεοπτική και ραδιοφωνική μετάδοση. Σεβαστή. Ο νόμος είναι συνταγματικός, σύμφωνα με τις θέσεις που ανέπτυξε η Πολιτική Αγωγή. Ήδη υπάρχει μία απόφαση.
Έχω την εντύπωση όμως κύριε Πρόεδρε ότι άλλο πράγμα είναι η τηλεοπτική και ραδιοφωνική μετάδοση προς το κοινό, να πληροφορείται η ελληνική κοινή γνώμη και άλλο πράγμα είναι να υπάρχει μία κάμερα, επειδή δεν μπορούν όλοι οι δημοσιογράφοι να είναι μέσα σ’ αυτή την αίθουσα, αλλά εξυπηρετούνται καλύτερα όπως την αναπτύξαμε τις προηγούμενες μέρες, να υπάρχει δηλαδή μία κάμερα μέσα και ένα ραδιόφωνο και να μπορούν όλοι οι δημοσιογράφοι να αντιλαμβάνονται και να πληροφορούνται τι διαμείβεται μέσα σ’ αυτή την αίθουσα.
Δεν νομίζω δηλαδή ότι η απόφαση την οποία εσείς πήρατε τώρα για απαγόρευση ραδιοφωνικής και τηλεοπτικής μετάδοσης, εγγίζει και την περίπτωση των δημοσιογράφων οι οποίοι είναι παραδίπλα και πληροφορούνται και καταγράφουν για να δημοσιοποιήσουν και να πληροφορήσουν τον ελληνικό λαό για το τι γίνεται μέσα σ’ αυτή την αίθουσα.
Νομίζω δηλαδή ότι το αίτημα αυτό της υπεράσπισης, δηλαδή να μην υπάρχει ούτε μία μετάδοση του τι γίνεται μέσα εδώ πέρα στη διπλανή αίθουσα που είναι οι δημοσιογράφοι, είναι παράλογο.
Κ. ΚΑΠΕΛΑΚΗΣ: Απ΄ ό,τι βλέπετε κύριε Πρόεδρε, έτσι όπως λειτουργεί αυτή τη στιγμή η μετάδοση της εικόνας, αποτελεί μία προέκταση της αίθουσας. Όταν σε λίγο θα μπούμε στην ακροαματική διαδικασία και θα εξεταστούν μάρτυρες και ενδεχομένως η αίθουσα θα γεμίσει, γιατί είναι μικρή και ήδη τα νομικά ζητήματα ίσως δεν αποτελούν πόλο έλξης για το ακροατήριο, θα δείτε ότι θα έχουμε πρόβλημα χωρητικότητας.
Ενδεχομένως και οι παράγοντες της δίκης οι οποίοι θα θέλουν για κάποιο διάστημα να ξεκουραστούν, αλλά και οι δημοσιογράφοι θα χρησιμοποιούν εκείνη την αίθουσα ως προέκταση αυτής εδώ της αίθουσας. Δεν υπάρχει ανάμεσά τους η τηλεόραση ή οτιδήποτε άλλο το οποίο απαγορεύεται, για το οποίο το δικαστήριό σας τοποθετήθηκε ήδη και όλοι οι παράγοντες της δίκης.
Μ’ αυτό το σκεπτικό πιστεύω ότι δεν παραβιάζεται, παρά μόνο αποτελεί επέκταση του χώρου αυτής της αιθούσης στη μετάδοση στη διπλανή αίθουσα χωρίς να γίνεται μαγνητοσκόπηση. Εάν όμως γίνεται μαγνητοσκόπηση, πράγμα το οποίο όπως είπε η εισαγγελική αρχή θα ερευνήσει είναι κάτι άλλο, είναι κάτι διάφορο.
Εάν γίνεται μαγνητοσκόπηση είναι απαγορευμένο στα πλαίσια της αποφάσεως που εσείς λάβατε. Αν όμως δεν γίνεται μαγνητοσκόπηση. ¶ρα το θέμα της μαγνητοσκόπησης ενδιαφέρει. Το θέμα της αναμετάδοσης δηλαδή δεν θεωρώ ότι αποτελεί προέκταση αυτής της αίθουσας.
(Διαλογικές συζητήσεις)

Σ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ: Δεν είμαστε εμείς οι οποίοι δημιουργούμε τα προβλήματα κ. Πρόεδρε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κανένας δεν δημιουργεί προβλήματα. Είπα για κανέναν; Είπα κανένα παράπονο για κανέναν ότι δημιουργεί προβλήματα; Θέτει ζητήματα και καλά κάνει και τα θέτει. Αλίμονο. Προβλήματα είναι δηλαδή; Αλίμονο. Είναι ορισμένα θέματα τα οποία πρέπει να τα ξεπεράσει κάποιος ή να σταματήσει προ αυτών, να πει κύριοι αυτό πάει, τελείωσε, σταματάει. Δεν θα θέτουν οι άνθρωποι τα ζητήματά τους;
Π. ΒΑΣΙΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Τόσο η γραμματική όσο και η τελολογική ερμηνεία του νόμου, καθιστά το αίτημα της υπερασπίσεως μη νόμιμο. Εκείνο το οποίο απαγορεύει είναι την καταγραφή σε σταθερό υλικό φορέα της εικόνας, πράγμα το οποίο απαγορεύεται. Εκείνο το οποίο επίσης απαγορεύει είναι τη δημοσία μετάδοση της εικόνας.
Εδώ ούτε το ένα συντρέχει, ούτε το άλλο. Δηλαδή εάν μεν συντρέχει πράγματι η καταγραφή σε υλικό φορέα, αυτό είναι ερευνητέο και έχει εμπέσει ήδη στο απαγορευτικό τμήμα της αποφάσεώς σας. Η μετάδοση της εικόνας στην διπλανή αίθουσα δεν αποτελεί δημοσία τηλεοπτική μετάδοση της εικόνας, κατά το κοινό λαϊκό αισθητήριο απ’ το οποίο δεν αποκλίνει ήδη και η φρασεολογία του νόμου.
Εκείνο το οποίο εντυπωσιάζει κύριε Πρόεδρε όμως είναι η προσπάθεια η οποία γίνεται να αποκλειστεί η δημοσιότης μέσω του νομίμου φορέα της, δηλαδή των δημοσιογράφων. Ευχαριστώ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κύριε Γεωργίου ζητήσατε τον λόγο.
Σ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ: Λυπάμαι που θα το πω, αλλά έπρεπε ο νομοθέτης να προβλέψει τη δημιουργία αυτών των προβλημάτων και να βάλει κάποιες εξαιρέσεις. Δεν ξέρω αν η αναμετάδοση σε περιορισμένο κοινό σημαίνει κάτι ιδιαίτερο απ’ την αναμετάδοση σε απεριόριστο κοινό, πάντως εδώ υπάρχει ένα πρόβλημα και κανείς μας δεν οφείλει να το δει υποκριτικά.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ευχαριστώ κύριε Γεωργίου. Εσείς δεν έχετε τίποτα άλλο. Υπάρχει κάτι άλλο; Ναι κ. Κουφοντίνα παρακαλώ, έχετε τον λόγο.
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: (Εκτός μικροφώνου)
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν ακούγεστε. Δεν θέλετε;
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Αργότερα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Μπορείτε ό,τι ώρα θέλετε.
?..: Πάλι;!
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Μην λέτε «πάλι›. Ο κατηγορούμενος είναι το κεντρικό πρόσωπο της διαδικασίας. Δεν θα του λέμε «πάλι›. Θέλει να μιλήσει ο άνθρωπος ενδεχομένως.
Ελάτε, εσείς. Σας ακούω.
Θ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ: Είμαι συνήγορος του Πάτροκλου Τσελέντη. Με την απόφαση που εκδώσατε προηγουμένως σχετικά με τη δημοσιότητα, περιορίσατε τη δημοσιότητα στην αίθουσα αυτή. Σαν κέντρο, σαν επίκεντρο της δημοσιότητας θέσατε την αίθουσα. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν δύο ειδών κάμερες στην τηλεόραση. Υπάρχει η κάμερα που προστατεύει για λόγους ασφαλείας την αίθουσα και τα πρόσωπα και για τα οποία θεωρώ ότι η οποιαδήποτε προσβολή αυτής της κάμερας θα ήταν και από εμάς καταχρηστική.
Υπάρχει όμως και η δεύτερη κάμερα, η οποία τώρα σηκώθηκε για να με δει εμένα, είναι οι δύο που είναι πίσω και η οποία νομίζω ενώ οι άλλες δύο δεν μπορούν να εκφύγουν εύκολα απ΄ τον έλεγχό σας, γιατί εσείς θα πείτε ότι καλά κάνετε, αλλά προσέξτε να μη φύγει η εικόνα πιο έξω και εν πάση περιπτώσει θα μπορούσαμε και εμείς ας μου επιτραπεί η έκφραση, να κάνουμε μια κοιλιά και να πούμε ότι αυτά θα υπάρχουν για την ασφάλειά μας.
Για την άλλη κάμερα όμως θεωρώ ότι από τη στιγμή που φεύγει από εδώ η εικόνα, πηγαίνει στις διπλανές αίθουσες ή οπουδήποτε αλλού, πλέον καταστρατηγείται η απόφαση η δική σας και εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι κάποια στιγμή δεν θα βρεθούν τμήματα αυτής της λήψης σε τηλεοράσεις ή σε ραδιόφωνα ή αν θέλετε σε εφημερίδες.
Δείχνω μία ιδιαίτερη ευαισθησία στο θέμα αυτό, γιατί; Διότι ο πελάτης τον οποίο υπερασπίζομαι ο εντολέας μου, έχει κυριολεκτικά κατακρεουργηθεί από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Έχω γίνει κύριε Πρόεδρε αυτή τη στιγμή μπορώ να σας πω ένας άνθρωπος της τηλεόρασης να πηγαίνω να διαψεύδω.
Φτάσαμε στο σημείο να δημοσιεύεται ακόμα και η διαθήκη του! Αυτά πως θα μπορούν να κατοχυρωθούν απ’ τη στιγμή που θα φύγει η εικόνα από εδώ μέσα; Παρακαλώ τουλάχιστον την μία εικόνα δείχνοντας κατανόηση και οι δύο πλευρές να τη φέρουμε, να τη δώσετε στους ανθρώπους της ασφαλείας, αλλά απ’ την άλλη να την κόψετε. Δεν υπάρχουν εγγυήσεις.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Αυτή η οποία φαίνεται στην αίθουσα των δικηγόρων και των δημοσιογράφων. Αυτή πρέπει να κοπεί. Να καταργηθεί αυτή που είναι στους δημοσιογράφους.
Θ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ: Να τη καταργήσετε οπουδήποτε πηγαίνει.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Εντάξει. Όχι, γιατί εκεί υπάρχει. Εντάξει.
Έχετε τον λόγο.
Κ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ: Είμαι ένας απ’ τους συνηγόρους του κ. Τζωρτζάτου. Κύριε Πρόεδρε έχουν τεθεί δύο διαφορετικής τάξης ζητήματα εδώ. Στο ένα δεν μπορώ να πω κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που είπε ο κ. Εισαγγελέας, το εάν δηλαδή πράγματι διεξάγεται αυτόφωρο αδίκημα μέσα εδώ στο ακροατήριο συνιστάμενο στο ότι βιντεοσκοπείται παράνομα η δίκη κλπ. Είναι κάτι το οποίο έχει περιέλθει στην αντίληψή σας δια προφορικής καταγγελίας του κ. Αγιοστρατίτη. Θα ερευνηθεί και όταν θα έχουμε την τεχνική απάντηση πάνω σ’ αυτό το δικαστήριο θα αποφασίσει δεόντως.
Ανέκυψε ένα ζήτημα όμως το οποίο έχει σχέση με το εάν η αναμετάδοση της δίκης στη διπλανή αίθουσα των δημοσιογράφων, συνιστά παράβαση του νόμου 3090 ή όχι. Θα είμαι σαφής. Προσωπικά θα ήμουν ανακόλουθος μιλώντας πάντα για λογαριασμό του εντολέα μου, τη στιγμή που έχω ζητήσει από χθες, ασχέτως αν η άποψή μου αυτή δεν ευτύχισε να γίνει αποδεκτή από το δικαστήριο, έχοντας ζητήσει όχι μόνο το δικαίωμα, αλλά και την υποχρέωση της απευθείας μετάδοσης της δίκης στο πανελλήνιο, να είμαι αντίθετος στο να αναμεταδίδεται εις την διπλανή αίθουσα.
Το αίτημά μου βεβαίως δεν ευτύχησε να τύχει της αποδοχής του Δικαστηρίου σας ούτε καν της συντριπτικής πλειοψηφίας των συναδέλφων μου και γενικά των παραγόντων της δίκης. Και κατά συνέπεια δεν θα μπορούσα να υποβάλω ένα τέτοιο αίτημα.
Υπάρχει όμως ένα θέμα διευκρίνισης, ερμηνείας, συμπλήρωσης αν το θέλετε της απόφασης που πήρατε αμέσως πριν. Δηλαδή, είναι ανάγκη να ερμηνευθεί το εάν η αναμετάδοση στη διπλανή αίθουσα, εμπίπτει στις απαγορευτικές διατάξεις του νόμου 3090, εάν συνιστά δηλαδή βιντεοσκόπηση ή κινηματογράφηση της δικής, η οποία απαγορεύεται ή επιτρέπεται και να αιτιολογηθεί η απόφαση αυτή.
Εύχομαι η κρίση σας να μην είναι αρνητική επ’ αυτού, να είναι δηλαδή κρίση η οποία αν εκτιμά ότι δεν εμπίπτει στις απαγορευτικές διατάξεις του νόμου, ώστε να μπορέσει να εξασφαλιστεί η έστω περιορισμένη αυτή δημοσιότητα.
Εάν παρά ταύτα βέβαια είναι διαφορετική η κρίση, έχω την άποψη ότι είναι εσφαλμένη και πάλι, διότι δεν έχουμε αναπαραγωγή με την έννοια που θέτει ο νόμος και εν πάση περιπτώσει νομίζω ότι δεν μπορεί να αποτίθεται στην υπεράσπιση ή σε οποιονδήποτε η ευθύνη του βάρους της αφαίρεσης της δυνατότητας αναμετάδοσης στη διπλανή αίθουσα.
Έχει όμως ευθύνη το δικαστήριο εφ’ όσον το θέμα ετέθη, να ερμηνεύσει και να διευκρινίσει την απόφασή του. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση φοβούμαι ότι θα βρεθείτε προ ορισμένων αντιφάσεων τις οποίες εν καιρώ θα τις πούμε. Ευχαριστώ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Η ζωή είναι γεμάτη αντιφάσεις κύριε συνήγορε! Το θέμα οι αντιφάσεις αν είναι υπερβατές ή όχι. Αυτό είναι. ¶λλωστε και ο Ηράκλειτος λέει «εκ των διαφερόντων γαρ καλλίστην αρμονίην› ή όχι; Έτσι λέει. Δεν πάω εκεί που λέει «ου πόλεμος πατήρ πάντων›.
Αν θέλετε μπορείτε να μιλήσετε και εσείς. Όποιος θέλει μπορεί να μιλήσει.
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ: Κύριε Πρόεδρε να διευκρινίσω το εξής: Το αίτημα το οποίο θέτει αυτή τη στιγμή ή τίθεται εκ των πραγμάτων, είναι καθαρά ένα αίτημα να διευκρινιστεί με την απόφασή σας το νομικό θέμα το οποίο τίθεται. Είναι βέβαιον ότι όσοι ζητήσαμε και επί μακρόν την τηλεοπτική κάλυψη, δεν θα θέλαμε επ’ ουδενί να αποκλείσουμε τους εκπροσώπους του Τύπου που κάνουν τη δουλειά τους. Είναι σαφές.
Όμως η αντίφαση αυτή του νόμου και η προχειρότητα με την οποία δόθηκε ο νόμος και δυστυχώς κατά την άποψή μας, η οποία δεν συμφώνησε το δικαστήριό σας, ειδικά γι’ αυτή την περίπτωση, θέτει προβλήματα αντικειμενικά, τα οποία καλούμε με την απόφασή σας να διευκρινίσετε. Είναι σαφέστατο ότι οι τελευταίοι που θα θέλαμε να δημιουργήσουμε πρόβλημα στους δημοσιογράφους είμαστε εμείς.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Αλλά εσείς το θέσατε όμως. Εντάξει.
Η κα Κούρτοβικ.
Ι. ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Στο ίδιο πνεύμα κύριε Πρόεδρε και η δική μου ακριβώς παρατήρηση. Πράγματι δεν θέλουμε με κανέναν τρόπο να δημιουργήσουμε προβλήματα στους δημοσιογράφους, δεν θέλουμε με κανένα τρόπο να εμποδίσουμε στο οτιδήποτε τη δημοσιότητα της δίκης. Αντίθετα, αυτό που ζητάμε είναι ακριβώς αυτή η δημοσιότητα.
Εάν τέθηκαν τα ζητήματα που τέθηκαν, δεν τέθηκαν γιατί θέλουμε πραγματικά να κόψουμε την εικόνα στους δημοσιογράφους ή να δημιουργήσουμε αυτή την κατάσταση. Είναι γιατί δεν είμαστε εμείς που θα πρέπει να σηκώσουμε το βάρος του να λύσουμε τις αντιφάσεις, τα άλυτα προβλήματα που δημιούργησε αυτός ο νόμος.
Όταν ο νομοθέτης νομοθετεί, πρέπει να λαμβάνει υπόψη του όλες τις παραμέτρους. Πρέπει να λαμβάνει υπόψη του τις συνέπειες των νομοθετημάτων του, των αποφάσεών του και σ’ αυτό δεν είσαστε ούτε εσείς, ούτε εμείς, που θα πρέπει και αυτό που θα πρέπει και αυτό το πρόβλημα που δημιουργείται ούτε εσείς, ούτε εμείς πρέπει να το λύσουμε.
Μ’ αυτή την έννοια μπήκε το θέμα το εάν και κατά πόσο αυτές οι κάμερες μπορεί να είναι νόμιμες, διότι κατά τη γνώμη μου αν θέλετε νόμιμες είναι, μάλλον δεν αντίκεινται στο νόμο, εάν όμως αυτές οι κάμερες ή κατά μία άποψη εν πάση περιπτώσει προχείρως θα έλεγα ότι είναι νόμιμες, γιατί δεν ξέρω εάν η λήψη της εικόνας από εδώ δεν σημαίνει, δεν είμαι τεχνικός, δεν σημαίνει ταυτόχρονα μετάδοση κάπου αλλού, δυνατότητα μετάδοσης κάπου αλλού. Δεν ξέρω τι γίνεται με όλα τα συστήματα της σύγχρονης τεχνολογίας, αν υπάρχει δυνατότητα να μεταδίδεται σε ένα συνδρομητικό κανάλι ή μέσο του Internet. Δεν ξέρουμε τεχνικά τι σημαίνει αυτό το πράγμα. Είμαστε νομικοί.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Και εγώ τα φοβάμαι όλα κ. Κούρτοβικ.
Ι. ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Έχουμε έναν ηλεκτρονικό στο ακροατήριο ο οποίος πιθανόν θα μπορούσε και να μας βοηθήσει εν προκειμένω.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ποιος είναι;
Ι. ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Δεν έχουμε; Λάθος έκανα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Εμείς θα ρωτήσουμε τους δικούς μας. Ομολογώ ότι με προβληματίσατε πάρα πολύ τώρα μ’ αυτό που λέτε. Σκέψου τώρα που θα μεταδίδεται αυτό το πράγμα!
Ι. ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Δεδομένου ότι γνωρίζουμε όπως σας είπα ότι σε ιδιαίτερο χώρο αυτού του κτιρίου, δεν γνωρίζουμε σε ποιον, τον έχουμε δει απλώς στις τηλεοράσεις, υπάρχει αναμετάδοση από 7 κάμερες των τεκταινόμενων σ’ αυτή την αίθουσα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: 7 είναι;
Ι. ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: 7 κάμερες μου περιέγραψαν οι δημοσιογράφοι οι οποίοι κάποια στιγμή μπήκαν, οι οποίοι στη συνέχεια τον αναμετέδωσαν. Δεν ξέρουμε όμως που είναι. 7 είναι. Είναι αυτές οι συμπληρωματικές όπως είπα. Εν πάση περιπτώσει το δικαστήριό σας θα πρέπει να τα ελέγξει αυτά τα πράγματα, να συσκεφθείτε εσείς, να το σκεφτούμε και εμείς και να δούμε εάν και κατά πόσο είμαστε μέσα στο πνεύμα του νόμου ή είμαστε έξω και τον παραβιάζουμε και αν είναι να συμφωνήσουμε εμείς και εσείς ότι θα τον παραβιάσουμε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κυρία Κούρτοβικ το ανακαλείτε απ’ ό,τι καταλαβαίνω. Το αίτημα αφήστε το εκεί να αιωρείται.
Ι. ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Όχι, δεν το ανακαλώ, ζητώ να το διερευνήσει το δικαστήριο με τον τρόπο που κρίνει.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Εμείς θα διευκρινίσουμε ξέρετε ποιο; Περισσότερο δηλαδή ξέρετε τι μας πειράζει εμάς; Εάν βιντεοσκοπείται από κάποιον, έστω και αν είναι κρατικός φορέας, ενώ απαγορεύεται απ’ το νόμο ο καθένας να το βιντεοσκοπεί. Τώρα να αφήσουμε τους δημοσιογράφους, είναι λιγάκι βαρύ. Βαρύ πολύ είναι βέβαια, αλλά τέλος πάντων. Αλλά αν ο νόμος το λέει και αυτό θα τα κάνουμε, δεν διστάζουμε.
Ι. ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Είναι αυτό το ζήτημα, είναι σύμφωνο ή όχι.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Εάν το λέει ο νόμος και αυτό θα το κάνουμε. Μη νομίζετε
Ι. ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Ή ίσως σ’ αυτή την περίπτωση θα πρέπει να αναθεωρήσετε τη θέση σας κύριε Πρόεδρε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Θα ερευνήσει το δικαστήριο κυρίως να δει αν τελείται ποινικό αδίκημα. Ο κ. Εισαγγελεύς και οι δύο μάλιστα της έδρας ήταν πρόθυμοι να το ερευνήσουν. Θα ρωτήσω και εγώ τους τεχνικούς. Θέλω διαβεβαιώσεις και προσωπικές ότι δεν μαγνητοσκοπείται. Τα ψέματα λέγονται, έχουν και ποινικές ευθύνες μετά ξέρετε. Δεν μπορούμε να παίζουμε εδώ πέρα. Εδώ είναι αίθουσα δικαστηρίου, εδώ υπάρχει νόμος με ποινή αρκετά σοβαρή. Πως θα κάνουμε δηλαδή;
Δεν ξέρω κ. Οικονομίδη εσείς τι λέτε; Πραγματικά με προβληματίζουν αυτά. Δεν λέω ότι μπορείς να πάρεις μια μονοδρομική απόφαση να πεις μια μονοκονδυλιά.
Α. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ: Να πω μία λύση κατά ένα τρόπο, όχι ως ηλεκτρονικός γιατί δεν είμαι.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Όχι δεν είστε, το ξέρω.
Α. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ: Μόνο μπορώ να πω τούτο με μια τέτοια ιδιότητα που δεν έχω, ότι ας μην γελιόμαστε αν παρακολουθείται η δίκη. Το «έσελον› ξέρει ανά πάσα στιγμή τι κάνουμε και τι λέμε. Επομένως οι Αμερικάνοι τα ξέρουν όλα! ¶ρα δεν περιμένουν απ’ τις φτωχές βιντεοκάμερές μας.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Για εξηγήστε το μου τι είναι αυτό;
Α. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ: Είναι το μισό ημισφαίριο και από του χρόνου θα είναι ολόκληρο το ημισφαίριο, ο big brother θα είναι πάνω απ’ τον ουρανό και θα παρακολουθεί τα πάντα. Και ήδη ισχύει αυτό.
(Διαλογικές συζητήσεις)
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Μήπως πάτε να μας φοβίσετε ότι μας βλέπουν άλλοι; Ας μας βλέπουν. Εγώ το έχω δηλώσει ότι δε με ενδιαφέρει να με βλέπει οποιοσδήποτε και οι καλοί και οι κακοί. Αυτοί είναι οι κακοί πάντως που μας παρακολουθούν.
Α. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ: Βέβαια. Ήθελα να πω όμως κάτι άλλο. Κύριε Πρόεδρε μου επιτρέπετε; Ήθελα να πω το εξής: Θα σας δώσω μια λύση νομίζω. Πράγματι από πλευράς μας επιζητώντας τη δημοσιότητα της δίκης αυτής, θα ήταν ανακόλουθο να πούμε αυτό, παρά το γεγονός ότι εκείνο που ζητήσαμε εμείς είναι να είναι μία κάμερα η οποία θα δείχνει ολόκληρη τη δίκη και όχι αποσπάσματα με υποκειμενισμό. Αυτό είναι ένα άλλο θέμα. Παρά ταύτα, μια μίνι δημοσιότητα είναι αναγκαία.
Το πρόβλημα είναι πράγματι λίγο τυπικά παράδοξο. Από τη μια λέμε ότι ό,τι συμβαίνει στην αίθουσα. Από την άλλη συμβαίνει εκτός αιθούσης. Όμως θα μπορούσε κανείς διαστέλλοντας λίγο μια ερμηνεία του ποια είναι η αίθουσα, ότι είναι οι φυλακές των γυναικών όπου είναι το δικαστήριο.
Εάν βγαίνει έξω απ’ τις φυλακές, εκεί πράγματι φεύγουμε απ’ το δικαστήριο. Μια διασταλτική χωροταξική εννοώ διασταλτική ερμηνεία του ποιο ορίστηκε ως δικαστήριο απ’ το διάταγμα, θα μπορεί να λύσει το θέμα του γιατί πηγαίνει δίπλα. Διότι αλλιώς θα έχετε πρόβλημα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Να πούμε για μια διασταλτική ερμηνεία, δηλαδή η αίθουσα Τύπου είναι το ίδιο. Σαν να είναι οι δημοσιογράφοι εδώ μπροστά.
Α. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ: Ότι είναι μέσα στο χώρο των φυλακών είναι και στο δικαστήριο.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν θέλουμε προς Θεού οι δημοσιογράφοι να μη μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους.
ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: Η εικόνα και ο ήχος δεν μεταδίδεται, μεταφέρεται.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Είναι και ο ήχος ο οποίος δεν μεταφέρεται, μεταδίδεται. Συγνώμη κύριε εισαγγελέα, έχει σημασία το transmission απ’ το transfer;
Β. ΜΑΡΚΗΣ: Κύριε Πρόεδρε αν μου δίνετε το λόγο ένα λεπτό, έχω την εντύπωση ότι η αρχική τοποθέτηση τμήματος της Υπεράσπισης ήταν να μου επιτρέψουν την έκφραση λίγο παρορμητική. Ο ψυχισμός που δημιουργήθηκε εξαιτίας της απόφασης που άκουσαν και είπαν «όλοι έξω›.
Είμαι απολύτως βέβαιος ότι έχουν ήδη δεύτερες σκέψεις επικρατήσει, γι αυτό θα ήθελα να δηλωθεί αν από την πλευρά της Υπεράσπισης, υπάρχει έστω και ένας που πιστεύει ότι η μετάδοση αυτής της εικόνας, η μεταφορά αυτής της εικόνας στη διπλανή αίθουσα για τους δημοσιογράφους, είναι ενέργεια απαγορευμένη. Να το δηλώσετε.
Γ. ΑΓΙΟΣΤΡΑΤΙΤΗΣ: Να το εξετάσουμε κι εμείς τεχνικά, κατά πόσον αυτή η μεταφορά στη διπλανή αίθουσα μπορεί να σημαίνει και καταγραφή, γιατί δεν τα ξέρουμε κι εμείς τα τεχνικά θέματα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κύριε Αγιοστρατίτη, εγώ αυτά φοβάμαι. Γι’ αυτό είμαι πάρα πολύ σύννους και σκεπτικός, αλλά βέβαια είναι και η κατάχρηση. Εσείς, απ’ τη μια μεριά παρουσιάζεστε ότι θέλετε μεγάλη – μεγάλη δημοσιότητα, απ’ την άλλη να λέτε «ούτε δίπλα δεν θέλουμε να μας βλέπουν›. Καταλάβατε;
Γ. ΑΓΙΟΣΤΡΑΤΙΤΗΣ: Εμείς δεν θα είχαμε αντίρρηση, ακόμα και για ιστορικούς λόγους.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν τους ξέρω τους ιστορικούς, τους φοβάμαι. Όποιος θέλει για ιστορικούς λόγους, να το ζητήσει με ένα έγγραφο και να έχει τη συναίνεση όλων σας.
Τότε, αναθεωρούμε την απόφαση, όπως ξέρετε αυτές είναι προδικαστικές αποφάσεις και λέμε ότι «επιτρέπουμε στο τάδε συνεργείο της ΕΡΤ ή οπουδήποτε αλλού, για λόγους ιστορικούς να δει›, αλλά θα συναινέσετε όλοι όμως. Έχουμε νόμο εδώ πέρα. Αλλά εν αγνοία μας, δεν το αποδέχομαι με τίποτα. Δεν μπορούν οι άνθρωποι, όπως το λέτε κι εσείς, να κόβουν τα κομμάτια, να δίνουν κομμάτια, να πουλάμε κομμάτια.
Όχι κ. Αγιοστρατίτη, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου και οι Δικαστές και οι Εισαγγελείς δεν θα το επιτρέψουν αυτό. Καταλάβατε; Ειδικά τη μαγνητοσκόπηση εν αγνοία μας και χωρίς τη βούληση όλων σας.
κ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ: (εκτός μικροφώνου).
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κύριε Παρασκευόπουλε τα είπαμε αυτά, εφόσον συμφωνήσετε όλοι και υπάρχουν οι όροι του νόμου, εδώ είμαστε, είτε μερικά είτε ολικά. Μπορείτε και μερικά να πείτε μόνο για τις απολογίες, να πείτε μόνο για τις αγορεύσεις, να πείτε κάτι. Αυτό, αν συμφωνήσετε όλοι, όχι εγώ.
κ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ: Ομοφωνία δεν υπάρχει.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τότε το Δικαστήριο είναι εκτός πλέον με το νόμο, όπως είδατε. Δεν συμφωνείτε; Δεχθήκαμε ότι ο νόμος το λέει αυτό, νομίζω ότι είναι σαφής η απάντηση. Κρίθηκε από το νομοθέτη. Είναι αξιακές σταθμίσεις του νομοθέτη που είπαμε, στις οποίες δεν μπορεί να παρεμβληθεί μια δικαστική κρίση. Εμείς θα διερευνήσουμε αυτό το θέμα και θα δείτε κι εσείς κ. Παρασκευόπουλε. Δεν δέχομαι κανένα αίτημα. Αφού δεν συμφωνεί κανένας, είπαν όλοι «όχι›. Τελείωσε.
Κύριε Σταμούλη, έχετε τον λόγο.
Ι. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, επειδή ετέθη ένα θέμα από τον συνάδελφο κ. Παπαγιάννη, θα παρακαλούσα επειδή έχει ζητήσει εκ νέου τον λόγο, να επανατοποθετηθεί, διότι από εκεί ετέθη κυρίως το θέμα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κύριε Παπαγιάννη, έχετε τον λόγο.
Θ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, επειδή κατηγορήθηκα έμμεσα σαν παρορμητικός απ’ ότι κατάλαβα από τον κ. Εισαγγελέα, θα σας πω το εξής:
ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: Ο κ. Πρωτέκδικος και η κα Κούρτοβικ, την οποία μάλιστα αντελήφθηκα μάλλον να συναινεί την ώρα που είπα αυτό το πράγμα, κούνησε το κεφάλι της. Λοιπόν, δεν εννοούσα εσάς, εν πάση περιπτώσει.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Η κα Κούρτοβικ μπορεί να αντιλαμβάνεται τα λόγια τα οποία λέγονται και τα δρώμενα. Τα αντιλαμβάνεται καλά και ξέρει ότι όλοι μπορούν να αλλάξουν μια άποψη.
Κύριε Παπαγιάννη, έχετε τον λόγο.
Θ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ: Επειδή εδόθη η εντύπωση ότι καταφέρομαι κατά των δημοσιογράφων: Εγώ τιμώ τους δημοσιογράφους και θεωρώ ότι το λειτούργημά τους είναι τέτοιο το οποίο θα έπρεπε, η θέση βασικά η αρχική η δική μας ήταν να ήταν από την αρχή μέχρι το τέλος η τηλεόραση μέσα στην αίθουσα, η απόφασή σας είναι σεβαστή, αλλά θα σας πω αυτό το σημαντικό γεγονός.
Προχθές το βράδυ, η Βουλευτής του ΚΚΕ κα Λιάνα Κανέλη, είπε ότι η δίκη βιντεοσκοπείται από αρχής μέχρις τέλους. Προκάλεσε τη συνομιλήτριά της και της είπε: «Θέλεις να σου δώσω την κασέτα; Θέλεις να πάρεις την κασέτα να τη δείξεις; Έχεις και την ευθύνη του τι θα γίνει›.
Πιστεύω αυτή τη στιγμή ότι όταν θα δείξει οποιοσδήποτε τηλεοπτικός σταθμός ή οποιοσδήποτε τηλεοπτικός επιχειρηματίας, αν θέλετε, ότι το συμφέρον του ξεπερνά τα 3 χρόνια φυλακή και τα 200.000 ?, τότε νομίζω ότι θα βγει στην επιφάνεια.
Κάτω από αυτές τις σκέψεις, αυτό που με ενδιαφέρει είναι να υπάρξουν κάποιες εγγυήσεις ότι δεν θα γίνει αποσπασματική μετάδοση κάποιων δεδομένων, κάποιων στιγμιοτύπων, τα οποία ούτως ή άλλως διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα. Ήδη έχετε μία εμπειρία με τον κ. Κουφοντίνα.
¶λλα έλεγαν έξω, άλλα είπατε εσείς ο ίδιος: «Εφέρθη και μίλησε ευγενέστατα›. Το τι έγινε στην τηλεόραση, λέτε ότι δεν βλέπετε τηλεόραση. Αν το βλέπατε, θα ανατριχιάζατε επομένως.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Επειδή δεν έχω περιθώρια να ανατριχιάζω, δεν βλέπω και τηλεόραση. Τη βλέπω την τηλεόραση όταν είναι για θέματα τα οποία δεν τα χειρίζομαι εγώ, καταλάβατε; Την αγαπάω την τηλεόραση και βλέπω τουλάχιστον 3 ώρες την ημέρα τηλεόραση. Αλλά όχι τώρα όμως. Τώρα δεν μπορώ εγώ να βλέπω. Αντιλαμβάνεσθε ότι δεν επιτρέπεται να βλέπει ο Δικαστής τηλεόραση;
Θ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ: Το αντιλαμβάνομαι αλλά έρχομαι να μειώσω την τρομερή αντίθεση που υπάρχει μεταξύ αυτού που είδε ο κόσμος και αυτού που εσείς βιώσατε με τη συμπεριφορά του κ. Κουφοντίνα. Τίποτε άλλο, απλώς.
Το αίτημά μου είναι ότι εφ’ όσον υπάρξουν εγγυήσεις ότι η εικόνα που βγαίνει έξω από τα στενά όρια της φυλακής και πηγαίνει στους δημοσιογράφους, δεν έχω κανένα πρόβλημα, να μεταδίδεται μέχρι εκεί.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Θέλω να μου πείτε εάν είναι τεχνικώς δυνατό, όταν μου έλεγαν για στρατόσφαιρες και για τέτοια?.
(Διαλογικές συζητήσεις)
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Μπορεί να ήμουν το μαθηματικό μυαλό του σχολείου μου, αλλά δεν μπορώ να τα παρακολουθήσω και όλα, για όνομα του Θεού. Δεν ξέρετε ότι δεν είχα κινητό τηλέφωνο μέχρι προχθές; Τι να καθόμαστε τώρα εμείς να συζητάμε αν θα μπουν οι τηλεοράσεις ή όχι.
Ο κ. Σταμούλης.
Ι. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, κύριοι Εφέται, επιτρέψτε μου να κάνω την εξής τοποθέτηση: Πολύ σωστά από της πλευράς του κ. Εισαγγελέως, του κ. Μαρκή, επεσημάνθη, ωραιοποιημένο και πολύ καλά λεγμένο, ότι περίπου μιμούμεθα το «θυμωμένο καλόγερο›. Δηλαδή, ζητήσαμε την δημοσιότητα, το Δικαστήριό σας έλαβε την απόφαση που έλαβε, και κατόπιν αυτού ζητούμε εκ των υστέρων να απαγορευθούν τα πάντα εν σχέση με την καταγραφή των όσων συμβαίνουν στην αίθουσα αυτήν.
Αλλά, αντιλαμβάνεσθε ότι αφ’ ενός μεν για να μην κρυπτόμεθα όπισθεν του δακτύλου μας, ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον. Αντιλαμβάνεσθε τα όσα συμβαίνουν εδώ και αν δεν καταγράφονται και δεν μαγνητοσκοπούνται, αποτυπούνται και μεταφέρονται αυτολεξεί ως λαμβάνουν χώραν.
Βεβαίως, αυτό δεν αποκλείει τον κίνδυνο της αλλοιώσεως κατά την μεταφορά ή την μετάδοσιν. Τώρα η διαφοροποίηση των εννοιών «μετάδοση› «μεταφορά› είναι ολίγον δυσχερής, αλλά όπως και να το εκλάβει κανείς, δεν δύναται να αποκλείσει την αλλοίωσιν κατά την μεταφοράν ή την μετάδοσιν.
Συμπέρασμα: Να υπάρξουν οι κάμερες, που για ιστορικούς λόγους θέλουν να καταγράψουν τα όσα συμβαίνουν εδώ, δεν μας μένει καμία αμφιβολία ότι αυτές οι κάμερες θα είναι εις την διάθεσιν των οιωνδήποτε υπηρεσιών τις ζητήσουν, για να μην κρυπτόμαστε πάλι πίσω από το δάκτυλό μας, και τέλος σε ό,τι αφορά το video wall, θα ήταν παραλογισμός να πούμε ότι πρέπει να διακοπεί η εκεί μετάδοση των όσων λαμβάνουν χώρα εντός της αιθούσης.
Έχω την αίσθηση ότι και αν από εκεί μεταδοθούν εις την κοινή γνώμη, θα έχουν μια αντικειμενικότητα, θα είναι ό,τι ακριβώς συμβαίνει εδώ, ίσως είναι η πλέον αψευδής ουδέτερη και απροσωπόληπτη μετάδοσις και συνεπώς εκείνο που θέλουμε να ευχηθούμε, είναι εις τους εκπροσώπους του Τύπου και των Μέσων Ενημερώσεως, να σεβασθούν αυτή την μετάδοσιν που γίνεται εις την παρακείμενη αίθουσα.
Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν είναι δυνατόν να υποστηριχθεί από κανέναν εξ ημών, ότι πρέπει να απαγορεύσετε την μετάδοσιν στην παρακειμένην αίθουσα, ή να ζητήσομεν να απαγορευθεί η οποιαδήποτε καταγραφή για ιστορικούς ή για άλλους λόγους. Σας ευχαριστώ .
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ένα λεπτό, να σημειώνω και τι λέτε. Εντάξει είναι και τα Πρακτικά, αλλά εγώ εν σπέρματι, θέλω να ξέρω, να έχω μια πλήρη εικόνα τι θέσεις πήρατε. «Η καταγραφή› λοιπόν, «για ιστορικούς ή άλλους λόγους›. Το «άλλους› είναι αμφίσημο το νόημα, έχει κάποιον ερμητισμό και μπορείτε, εφ’ όσον είστε παρών, να αποκαλύψετε το αληθές νόημα του «άλλους λόγους›.
Ι. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι έχει προκαλέσει διεθνές ενδιαφέρον. Και είναι δυνατό να αποκλεισθεί εις τους διεθνώς ενδιαφερομένους να παρακολουθήσουν την εξέλιξη αυτής της δίκης, για να μάθουν και τι ήταν η Οργάνωση η οποία καλείται να λογοδοτήσει σήμερα ενώπιόν σας. Δεν θα έχουν τη δυνατότητα να το πληροφορηθούν; Μην τρέφουμε αυταπάτες τουλάχιστον. Διότι σε κάθε περίπτωση, δεν πρόκειται να συναινέσουμε. Και να συναινέσουμε και να μη συναινέσουμε, είναι κάτι το οποίο θα γίνει.
Διότι όπως αντιλαμβάνεσθε, η δημοσιότητα, είτε υπό την μορφήν του ακροατηρίου, της δημοσιότητας του ακροατηρίου, είτε υπό την μορφή των Μέσων Μαζικής Ενημερώσεως, δεν παύει να υπάρχει. Ούτε είναι δυνατόν το Δικαστήριο να διατάξει την κεκλεισμένων των θυρών συνεδρίαση. Ακόμα και αν τη διέτασσε την κεκλεισμένων των θυρών, πάλι οι πόρτες θα ήταν ανοιχτές.
Νομίζω λοιπόν, ότι δεν είναι δυνατόν, επαναλαμβάνω, και δι άλλους λόγους πλην των ιστορικών γίνεται η καταγραφή, αλλά αρκεί μόνον ότι γίνεται για ιστορικούς λόγους η καταγραφή.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τώρα μπορούν να πούν, όσοι εμμένουν στο αίτημα να φύγουν όλες οι κάμερες. Αυτούς θέλω ν’ ακούσω. Διότι δεν βλέπω να θέλει κανείς. ¶ρα, να μην τεθεί το θέμα; Να το αφήσουμε το θέμα; Θέλει κανένας σε αυτό το ζήτημα να απαγορεύσουμε δίπλα; Διότι αν δεν το θέσετε, δεν θα το βγάλω εγώ μόνος μου από τη θέση μου. Όχι για τη μαγνητοσκόπηση, για τη μαγνητοσκόπηση θα το διαπιστώσει ο κ. Εισαγγελεύς. Αλλά για τη διπλανή αίθουσα. Δεν το θέλετε; Δεν το θέλετε. Κύριε Γραμματεύς δεν θέλουν αυτό το θέμα.
Έχετε τον λόγο.
Ν. ΠΡΩΤΕΚΔΙΚΟΣ: Θα ήθελα να διευκρινίσω κάτι: Θέμα παρορμητικότητας, φρονώ ότι γενικά στις αίθουσες δεν ταιριάζει. Ειδικά όταν συζητά το Δικαστήριό σας ένα θέμα συνταγματικότητας. Δεν ήταν θέμα της ουσίας, που θα μπορούσαμε να έχουμε αγωνία για το αποτέλεσμα. Ήταν θέμα συνταγματικότητας, ή τη μία απόφαση θα βγάλετε ή την άλλη.
Αυτό που προσπάθησα να επισημανθεί από την αρχή και το οποίο πιθανώς να μην έγινε κατανοητό, βέβαια με δεύτερη τοποθέτησή μου του έδωσα το περιεχόμενο και πριν μιλήσει ο κ. Εισαγγελέας, αλλά ας το πω άλλη μια φορά να διευκρινίσουμε και ιστορικά λοιπόν, για το τελείωμα της υποθέσεως, είναι το εξής: Καλώς ή κακώς, λόγω της δομής του νόμου, υπάρχει αυτό το νομικό θέμα και ως νομικό θέμα τέθηκε στο Δικαστήριό σας και όχι ως θέμα ουσίας.
Δεν επιμένουμε λοιπόν, εγώ τουλάχιστον δεν επιμένω σαφώς, εφ’ όσον δόθηκε το θέμα και το πλαίσιο, αλλά παραρμητικότητα δεν υπάρχει στην αίθουσα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Σας ευχαριστώ. Να ακούσουμε τώρα και τον αξιότιμο κ. Συνήγορο, τον κ. Μυλωνά, ο οποίος κάτι έχει να εισφέρει στη συζήτηση.
Ι. ΜΥΛΩΝΑΣ: Αυτή τη στιγμή πραγματικά δεν θα ήθελα να ήμουν καθόλου στη θέση να θέσω το ακόλουθο θέμα ενώπιόν σας, που δεν έχει να κάνει με την ΕΣΔΑ, που προέχει να κάνει με την ουσιώδη τήρηση των κανόνων της Ποινικής Δικονομίας. Αλλά επιτρέψτε μου να πω, άλλο ένα σημείο που συμμερίζομαι τον κ. Πρόεδρο, είναι η λεπτομερής τήρηση των Δικονομικών κανόνων.
Εδώ λοιπόν, πριν τη διακοπή, συνέβη το εξής: Ένας κατηγορούμενος, ο κ. Κουφοντίνας, ζήτησε τον λόγο. Ο κ. Πρόεδρος του έδωσε τον λόγο και άρχισε να λέει ό,τι ήθελε να πει ο κ. Κουφοντίνας. Δεν εκπροσωπώ τον κ. Κουφοντίνα, δεν μ’ ενδιαφέρουν τα λεγόμενά του. Με ενδιαφέρει όμως άλλο: Η συνέχεια της πορείας που θέτει ένα γενικότερο θεμελιώδες, επιτρέψτε μου να πω, θέμα τήρησης της διαδικασίας.
Ο κ. Εισαγγελέας, αν δεν κάνω λάθος, χωρίς να ζητήσει τον λόγο και χωρίς να λάβει τον λόγο από τον κ. Πρόεδρο, σηκώθηκε όρθιος και με αρκετά έως πολύ δυνατή φωνή, παρενέβη, διέκοψε τον Χ κατηγορούμενο και είπε μεταξύ άλλων «αυτά τα πράγματα δεν πρέπει να λέγονται, αυτά τα πράγματα είναι προπαγάνδα›. Θεωρώ ότι είναι ένα γενικότερο θέμα. Υπάρχει το θέμα εφαρμογής του 333, ο καθένας έχει δικαίωμα από τους κατηγορουμένους να τοποθετείται, μόνο ο Πρόεδρος μπορεί να τον ανακαλεί στην τάξη, τον κατηγορούμενο και μόνο ο Πρόεδρος του αφαιρεί τον λόγο.
Θεωρώ λοιπόν, με δεδομένο ότι υπάρχει το άρθρο 334, που λέει ότι ο Πρόεδρος, όταν δεν τηρείται το απαραίτητο μέτρο στις επεμβάσεις όλων των παραγόντων της δίκης -και ο κ. Εισαγγελέας είναι παράγων της δίκης, ο κ. Πρόεδρος, μπορεί να υποδεικνύει αυτό το άτοπο: Σας παρακαλώ πολύ κ. Πρόεδρε, να υποδείξετε το αναφερθέν άτοπο στον αξιότιμο κ. Εισαγγελέα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ο κ. Εισαγγελεύς, είδατε με δική μου παρέμβαση, σταμάτησε ο άνθρωπος. Όταν λέει υποδεικνύει το άτοπο, δεν κάθεται να κάνει διακηρύξεις, να προσβάλλει κτλ. Σε μένα απευθύνθηκε και λέω στον κ. Κουφοντίνα «πέστε τα κύριε Κουφοντίνα› και τελείωσε το θέμα. Δεν είναι θέμα αυτό. Εγώ το βλέπω εδώ σαν πεδίο αντιπαράθεσης των επιχειρημάτων.
Β. ΜΑΡΚΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, αν έχετε την καλοσύνη, τον λόγο για ένα λεπτό. Θα ήθελα, επαναλαμβάνω για μια ακόμη φορά, μέσα σε αυτή τη θέση, κανείς να μην επιδιώξει να παραδώσει μαθήματα στον άλλον. Και θα πρέπει να υπάρχει ένα ελάχιστο όριο σεβασμού μεταξύ μας.
Αφού ο κ. Ιπποκράτης Μυλωνάς επιμένει τόσο πολύ στην εφαρμογή του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, θα έλεγα κι εγώ ότι δε νομιμοποιείται να μιλήσει για το θέμα αυτό. Ο κ. Κουφοντίνας, έχει Συνήγορο και μάλιστα πολύ καλή Συνήγορο και μπορεί να προστατεύσει τα δικονομικά δικαιώματα του πελάτη του.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ο κ. Κουφοντίνας κάτι θέλει να πει.
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Κύριε Πρόεδρε, μια διευκρίνιση έναντι του Δικαστηρίου σας και των συγκατηγορουμένων. Ο πληθυντικός που χρησιμοποίησα πιο πριν, αναφερόταν σε μένα και στον συγκατηγορούμενο Σάββα Ξηρό.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Εντάξει. Διευκρινιστική ήταν η δήλωση.
Διακόπτεται για αύριο η συνεδρίαση, στις 9:00, λόγω του ότι οι δικηγόροι εδήλωσαν ότι πέραν της 15:00 δεν θα παραμένουν.