Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2003

2η Συνεδρίση - 5/3/2003

ΔΙΚΗ 17Ν
ΤΕΤΑΡΤΗ 5 ΜΑΡΤΙΟΥ 2003
ΩΡΑ ΕΝΑΡΞΗΣ: 9:05
ΠΡΟΕΔΡΟΣ : ΜΙΧΑΗΛ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ
09:00 – 10:30
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Καλή σας ημέρα. Καθίστε παρακαλώ κύριοι και κυρίες. Επαναλαμβάνεται η συνεδρίαση που είχε διακοπεί.
Γ. ΑΓΙΟΣΤΡΑΤΙΤΗΣ: Θα θέλαμε να μας βοηθήσετε να ρυθμιστούν δύο θέματα. Πράγματι εδώ οι υπηρεσίες τοποθέτησαν κάποια μικρόφωνα που διευκολύνουν τους δικηγόρους, πλην όμως απ’ ό,τι βλέπουμε αυτά τα μικρόφωνα παραμένουν συνεχώς ανοιχτά με αποτέλεσμα οι τυχόν οι συνεννοήσεις μας με τους συναδέλφους να ακούγονται σε όλη την αίθουσα. Μπορούμε να τα κλείσουμε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τότε δεν κάνουμε τίποτα.
Γ. ΑΓΙΟΣΤΡΑΤΙΤΗΣ: Το δεύτερο το οποίο θέλαμε είναι το εξής: στο τέλος του κλουβιού έχει τοποθετηθεί μια σειρά αστυνομικών. Για μας δεν έχει καμιά χρησιμότητα επειδή ακριβώς από πίσω υπάρχει και άλλη σειρά αστυνομικών. Ποιο είναι το πρόβλημά μας; Ότι εμείς σε αυτή τη φάση και για όλες τις επόμενες ημέρες δεν έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε επισκεπτήρια στους κατηγορουμένους και αναγκαστικά θα πρέπει οι οποιεσδήποτε συνεννοήσεις μας να γίνονται σε αυτό το χώρο στην διάρκεια των διαλειμμάτων ή οτιδήποτε άλλο. Θα παρακαλούσαμε λοιπόν αν είναι δυνατόν να εκκενωθεί η πίσω σειρά, για να συναντιόμαστε έστω και για λίγο στη διάρκεια της διαδικασίας.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Θα το δούμε, θα το σκεφτούμε αφού το συζητήσουμε από απόψεως ασφαλείας γιατί θέλουμε να τους προστατεύσουμε αυτούς τους ανθρώπους. Βγάλαμε τα κλουβιά, να βγάλουμε τα άλλα αλλά δεν ξέρουμε τι παρουσιαστεί στον δρόμο. Εννοώ τους κατηγορουμένους να προστατεύσουμε. Δεν είναι τι θέλετε εσείς. Εγώ είμαι υπεύθυνος για την δική σας ασφάλεια εδώ μέσα. Δεν είναι αστεία.
Δεν ξέρω τι μπορεί να βγει κι αν μπαίνουν πιστόλια ή δεν μπαίνουν πιστόλια εδώ από τους ελέγχους κλπ., πιστεύω ότι όλα αυτά τα πράγματα είναι οριακά και πιθανά. Απολυτότητα δεν υπάρχει σε τίποτα στον κόσμο τούτο. Θέλω να σας προστατεύσω. Να δω, εάν και κατά πόσο εξασφαλίζεται αυτή η προστασία σας. Τι να κάνω δηλαδή; Βέβαια έθεσε ο κ. συνήγορος ένα σοβαρό θέμα. Ας το σκεφτούμε λίγο. Δεν απαντάμε αμέσως.
Κατόπιν τούτου συνεχίζουμε. Είχε δοθεί εις τον Αναπληρωτή κ. Εισαγγελέα ο λόγος επάνω στην ένσταση, ή μάλλον ένσταση αντισυνταγματικώς με αίτημα να επιτραπεί η είσοδος των Μέσων χωρίς τους όρους του νόμου και τους οποίους όρους του νόμου θα τους ερευνήσουμε εάν και εφόσον τούτη εδώ η ένσταση δεν ευδοκιμήσει.
Β. ΜΑΡΚΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, ευθέως σας λέω ότι ζητώ από το Δικαστήριό σας με βάση το δικαίωμα που μου παραχωρεί το άρθρο 8 του νόμου να μην επιτρέψετε την είσοδο των τηλεοπτικών σταθμών και των ραδιοφώνων στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Είναι δικαίωμά μου που προκύπτει από το άρθρο 8 και μάλιστα είναι δικαίωμα το οποίο μπορώ να ασκήσω χωρίς καν να το αιτιολογήσω.
Αφορά την προστασία της δικής μου προσωπικότητας. Αυτό αναγνώρισε ο νόμος ότι επιτέλους όλοι οι παράγοντες διαδικασίας έχουν προστατευμένη προσωπικότητα. Δεν είναι δηλαδή μονάχα οι κατηγορούμενοι που δικαιούνται να έχουν προστασία του δικαιώματός τους, της προσωπικότητός τους και το οποίο μάλιστα άσκησαν μέσα σε αυτή την αίθουσα απαγορεύοντας τους δημοσιογράφους, τους φωτορεπόρτερ να τους φωτογραφίσουν και δεν έχουν σημασία η αιτιολογία που χρησιμοποίησαν χθες «δεν θέλαμε να φωτογραφηθούμε μέσα στο κλουβί›.
Σημασία έχει ότι το νόμο αυτόν επικαλέστηκαν για να μην φωτογραφηθούν μέσα στο κλουβί. Επισημαίνω λοιπόν κι εγώ την αντιφατικότητα των στάσεων ότι όταν ένας νόμος μας συμφέρει ζητούμε την εφαρμογή του, αλλά όταν δεν μας συμφέρει προσπαθούμε να τον αντιμετωπίσουμε με προβολή ενστάσεως αντισυνταγματικότητος.
Και έπ’ αυτού του θέματος πρέπει να τοποθετηθώ γιατί και έπ’ αυτού του θέματος πρέπει να τοποθετηθεί το Δικαστήριό σας, κατά πόσο η ρύθμιση αυτή είναι αντισυνταγματική. Ακούστηκαν χθες πολλά επιχειρήματα. Νομίζω ότι το πιο εύκολο να αντιμετωπιστεί είναι ότι με την ρύθμιση αυτή περιορίζεται η αρχή της δημοσιότητος της δίκης. Δεν νομίζω ότι σοβαρός νομικός μπορεί να υποστηρίξει κάτι τέτοιο.
Το τι είναι δημοσιότητα της δίκης είναι παγιωμένο εδώ και δεκαετίες. Το γεγονός ότι αυτές οι πόρτες είναι ανοιχτές και οποιοσδήποτε μπορεί να έρθει και θα έλεγα μάλιστα, ας γυρίσουν όλοι να δουν την εικόνα της αίθουσας. Θα μπορούσα να προβληματιστώ για το θέμα της δημοσιότητος. Αν είχα 2.000 ανθρώπους έξω να προσπαθούν να παραβιάσουν τις πόρτες να μπουν να παρακολουθήσουν τη δίκη, αλλά σε μια δίκη που διεξάγεται με άδεια την αίθουσα, με ανοιχτές τις πόρτες, το ότι στερείται δημοσιότητος επειδή δεν μπορούν να μπουν οι κάμερες της τηλεόρασης είναι μάλλον παραλογισμός.
Κύριοι Δικαστές, τέθηκε θέμα ότι παραβιάζεται το άρθρο 14 περί ελευθερίας του Τύπου. Έγκαιρα και σωστά σας επισήμανε ο συνάδελφός μου ότι η ρύθμιση αυτή δεν περιλαμβάνει την τηλεόραση και το ραδιόφωνο. Είναι δύο Μέσα τα οποία αντιμετωπίζονται με το άρθρο 15.
Αλλά εδώ κύριοι Δικαστές υπάρχει ένα άλλο ζήτημα. Μια βασική μας διάταξη είναι αυτή που επίσης επισημάνθηκε στο άρθρο 2, η προστασία της προσωπικότητος, ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας.
Αυτήν της την υποχρέωση υλοποίησε η πολιτεία με το νόμο αυτό. Θέλετε να σας πω κάτι; Ακούστηκε από την άλλη πλευρά ως επιχείρημα ότι υπάρχει η παραβίαση του άρθρου 5α, ότι ο καθένας έχει δικαίωμα στην πληροφόρηση όπως ο νόμος ορίζει. Παρέλειψε όμως η Υπεράσπιση και σωστά κατά την άποψή της διότι δεν θα συνέφερε στην υποστήριξη της άποψής της να σας διαβάσει και το επόμενο τμήμα της διατάξεως.
Περιορισμοί στο δικαίωμα αυτό είναι δυνατόν να επιβληθούν με νόμο μόνο εφόσον είναι απολύτως αναγκαίοι και δικαιολογούνται για λόγους εθνικής ασφαλείας -δεν είναι προφανώς αυτός ο λόγος- καταπολέμησης του εγκλήματος, ενδεχόμενο μπορεί να είναι αλλά η προστασία δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων.
Ο νόμος λοιπόν αυτός στηρίζεται σε αυτή την εξουσιοδότηση κύριοι. Προστατεύει δικαιώματα προσωπικότητος, το δικό μου, το δικό σας κύριε Δικασταί. Γιατί η προηγούμενη ρύθμιση, αν θυμάστε καλά, δεν σας έδινε το δικαίωμα τον δικό σας εαυτό να προστατεύσετε. Εσείς ήσασταν άνθρωποι τρίτοι, δεν είχατε προσωπικότητα. Αν οι διάδικοι τότε το ήθελαν εσείς ήσασταν υποχρεωμένοι να το αποδεχθείτε.
Ήρθε λοιπόν ο καινούριος νομοθέτης και είπε όχι κύριοι. Όσοι παίζουν ρόλο σε αυτό το πράγμα που λέγεται δίκη, έχουν τα ίδια δικαιώματα και όταν έρχονται όλοι οι άνθρωποι εδώ να παίξουν ρόλο στη δίκη, όταν κάποιοι θέλουν να τους μετατρέψουν και σε πρωταγωνιστές σίριαλ, reality show ή τηλεοπτικών εκπομπών θα πρέπει και οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι να εκφράσουν την σύμφωνη γνώμη τους. Έτσι έχουν τα πράγματα κύριοι Δικασταί. Δεν υπάρχει κανένα θέμα συνταγματικότητος και ο νόμος πρέπει να εφαρμοστεί.
Κύριε Πρόεδρε, θέλω από την πρώτη στιγμή να ξεκαθαρίσω κάποια πράγματα. Είναι η πρώτη φορά που παίρνω το λόγο και πρέπει να οριοθετήσω κάποια ζητήματα. Πιστεύω ότι μέσα σε αυτή την αίθουσα θα πρέπει να υπάρχει ένα ελάχιστο όριο τουλάχιστον ένα ελάχιστο όριο σεβασμού θεσμικού της μιας πλευράς προς την άλλη και των δυο πλευρών προς αυτή την έδρα.
Πολύ φοβάμαι ότι αυτή η τριγωνική σχέση δεν προάγεται από ενέργειες που ήδη έχουν παρατηρηθεί. Συνήθισα σε όλη μου την ζωή, την δικαστική εννοώ ζωή να λέω τα σύκα-σύκα και την σκάφη-σκάφη και επαναλαμβάνω ότι δεν προάγεται ο θεσμικός μας ρόλος εδώ πέρα. Όλοι έχουμε την υποχρέωση να υλοποιήσουμε εδώ όταν συνήγοροι υπεράσπισης περιέρχονται σε Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και κάποιος μάλιστα από αυτούς, σε Μέσο Μαζικής Ενημέρωσης της υπερατλαντικής χώρας και υποστηρίζουν, η πρόβλεψή τους είναι ότι θα υπάρξουν καταδικαστικές αποφάσεις γιατί το Δικαστήριο θα εξυπηρετήσει την κυβερνητική πολιτική. Περιορίζομαι να αναφέρω το γεγονός. Την επόμενη φορά θα καταγγείλω και το όνομα.
Είπα ήρθαμε εδώ και το επαναλαμβάνω, με ανοιχτή καρδιά, κουβαλώντας ο καθένας μας μια ιστορία δικαστική από πίσω μας, για να αξιολογήσουμε ανθρώπινες συμπεριφορές, αν δηλαδή οι συγκεκριμένοι αυτοί Έλληνες πολίτες που ήρθαν απέναντί μας και τους αποδίδεται μια σειρά αξιοποίνων πράξεων που αντικειμενικά έχουν τελεστεί χωρίς καμία αμφιβολία συνδέονται με αυτές τις πράξεις. Αυτό και μόνο.
Όπως τόσα χρόνια ασκούμε τα καθήκοντά μας με τον τρόπο που τον καθένα από μας τον έχει καθιερώσει στην συνείδηση του νομικού κόσμου να το κάνουμε και σε αυτή την υπόθεση. Ευχαριστώ κ. Πρόεδρε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Μάλλον θα παρακαλούσα επειδή είναι πολλοί οι πολιτικώς ενάγοντες θα αρχίσω κατά υπόθεση, έτσι όπως κάναμε και τις δηλώσεις. Θα μας διευκολύνει.
Στην υπόθεση του Ρόμπερτ Τσαντ.
Η. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, θα αναφερθώ μόνο στο ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη του ισχύοντος άρθρου 8 του νέου νόμου.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κατ’ αρχήν με συγχωρείτε, θέλετε ή δεν θέλετε την τηλεόραση; Σας ρωτάω, γιατί ρωτούν οι Εισαγγελείς.
Η. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, εφόσον ήδη από ορισμένους συναδέλφους μου της Πολιτικής Αγωγής δηλώθηκε προς το Δικαστήριο αλλά ήδη και από τον κ. Εισαγγελέα της έδρας ότι δεν συναινούν στην ραδιοτηλεοπτική αναμετάδοση της δίκης, δεν νομίζω ότι έχει καμία αξία να γίνει ένα είδος δημοσκοπήσεως μεταξύ των πολιτικώς εναγόντων.
Ήδη την κατά εφαρμοζομένου του νόμου και με την άρνηση του κ. Εισαγγελέως και ορισμένων εκ των συναδέλφων μου με το νόμο αυτόν δεν επιτρέπεται να εισέλθουν στην αίθουσα αυτή οι κάμερες της τηλεόρασης. Δεν νομίζω λοιπόν ότι χρειάζεται εδώ. Δεν ενδιαφέρει πόσοι και ποιοι από τους πολιτικώς ενάγοντες συναινούν ή με στην αναμετάδοση της δίκης.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Αν ανακύψει όμως μπορεί να επανέλθετε, γιατί μπορεί να ανακύψει από κάποια απάντηση που θα δώσουν οι άλλοι. Αν ανακύψει, θα δούμε. Τώρα αυτή την ώρα δεν ανακύπτει.
Η. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ: Ξεκινώ λοιπόν με το δεδομένο ότι υπάρχει άρνηση από ορισμένους διαδίκους και από τον κ. Εισαγγελέα της έδρας και επομένως κατ’ εφαρμογή του νόμου δεν πρέπει να επιτραπεί η ραδιοτηλεοπτική αναμετάδοση.
Θα σας απασχολήσω πολύ σύντομα κ. Πρόεδρε με δύο-τρία επιχειρήματα που αφορούν την αντίκρουση της θέσεως που ανέπτυξε η υπεράσπιση, ότι δηλαδή ο νόμος αυτός που δεν επιτρέπει κατά κανόνα παρά μόνο κατ’ εξαίρεση και υπό τις προϋποθέσεις που τάσσει την ραδιοτηλεοπτική αναμετάδοση της δίκης αντιβαίνει στο Σύνταγμα και δη στο άρθρο 14 για την ελευθερία του Τύπου, στο άρθρο 93 για την δημοσιότητα των δικών ή ενδεχομένως και στο άρθρο 5α για την ελευθερία της πρόσβασης στις πληροφορίες.
Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ότι η αναφορά στο άρθρο 93 του Συντάγματος είναι τόσο νομικά εσφαλμένη που δεν θα έπρεπε καν να γίνεται επίχριση από την πλευρά της υπερασπίσεως. Η δημοσιότητα κατά το άρθρο 93 του Συντάγματος δεν έχει καμία, μα καμία απολύτως σχέση με την ραδιοτηλεοπτική κάλυψη της διαδικασίας.
Και νομίζω ότι εδώ η υπεράσπιση πιθανόν και αθέλητα, παρασύρεται από το γεγονός ότι στην επιστήμη έχει επικρατήσει ένας αδόκιμος θα έλεγα όρος για να αποδοθεί αυτό που ονομάζεται στην αγγλική bublicity και λέει και ο κύριος Ανδρουλάκης για τις θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης ότι η απόδοση αυτού του όρου είναι δυσχερής και έχει επικρατήσει να ονομάζεται έμμεση δημοσιότητα.
Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται περί δημοσιότητας και επειδή ονομάζεται αυτό έμμεση δημοσιότητα η υπεράσπιση πηγαίνει στο άρθρο 93 που χρησιμοποιείται ο όρος «δημοσιότητα› και λέει, αφού την έμμεση δημοσιότητα την διασφάλιζε μέχρι τώρα και την διασφαλίζει, την εξυπηρετεί ο Τύπος γιατί να μην την εξυπηρετεί και η ραδιοτηλεόραση.
Έμμεση δημοσιότητα είναι η μία λέει, έμμεση δημοσιότητα και η άλλη, μορφές δημοσιότητας είναι και οι δύο, άρθρο 93 επομένως καλύπτονται από αυτό το άρθρο. Ουδέν σφαλλερότερο. Η δημοσιότητα της δίκης σήμαινε και σημαίνει τότε και σήμερα και υπό όλα τα Συντάγματα όλων των πολιτισμένων κρατών ότι πας πολίτης ο οποίος ενδιαφέρεται να έχει πρόσβαση στην αίθουσα του Δικαστηρίου όπου διεξάγεται μία δίκη είναι ελεύθερος να το πράξει, αν επιλέκτως εισέρχονται οι πολίτες στην αίθουσα του Δικαστηρίου.
Ουδείς ποτέ υποστήριξε ότι περιεχόμενο της έννοιας της δημόσιας δίκης, της δημοσιότητας της συνεδριάσεως είναι η είσοδος της ραδιοτηλεόρασης στην αίθουσα αυτή. Αυτό δεν έχει υποστηριχθεί σε καμία χώρα και απορώ πράγματι από τους αγαπητούς συναδέλφους της υπερασπίσεως, που καταφεύγουν σε τόσο ακραία επιχειρήματα και θυμήθηκα τα φοιτητικά μου χρόνια όταν οι δάσκαλοί μας τότε μας έλεγαν ότι, δείγμα αδύναμης δομικής επιχειρηματολογίας είναι κανείς δι’ άλματος να καταφεύγει σε μία συνταγματική διάταξη και να λέει ο νόμος αυτός είναι πραγματικός.
Ήδη λοιπόν έχουμε μία πρώτη γεύση αντισυνταγματικότητας κατά την άποψη της υπερασπίσεως και φοβούμαι ότι και οι άλλες ενστάσεις που θα ακολουθήσουν, θα τους ακούσουμε βεβαίως με σεβασμό και ενδιαφέρον τους κυρίους συναδέλφους και αυτές θα είναι ενστάσεις αντισυνταγματικότητας. Αυτό μόνο εν παρενθέσει.
Επομένως κ. Πρόεδρε η προσφυγή στο άρθρο 93 είναι παντελώς αλυσιτελής. Το γεγονός δε ότι οι εφημερίδες έχουν το απεριόριστο δικαίωμα τηρώντας βέβαια τους νόμους να διαδίδουν μέσω των δημοσιογράφων οι οποίοι γράφουν στα έντυπα ιδέες και σκέψεις για την δίκη αυτή, να κάνουν ρεπορτάζ για όσα συμβαίνουν στην αίθουσα δεν είναι απόρροια του άρθρου 93 του Συντάγματος.
Αυτό είναι άσκηση του δικαιώματος του άρθρου 14 στην ελευθερία του λόγου. Αφού ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις σκέψεις του και εγγράφως, αυτό πράττουν οι δημοσιογράφοι οι οποίοι μπαίνουν στην αίθουσα αυτή όχι επειδή είναι δημοσιογράφοι αλλά επειδή είναι πολίτες και όπως κάθε πολίτης δικαιούται να μπει σε αυτή την αίθουσα και να γράψει εν συνεχεία σε όποιο έντυπο εκείνος αποφασίζει οποιαδήποτε σκέψη του για την διαδικασία αυτή, έτσι το κάνουν και οι δημοσιογράφοι.
Η άσκηση λοιπόν της δημοσιογραφίας, η ενημέρωση στην οποία προβαίνουν οι δημοσιογράφοι είναι άσκηση συνταγματικού δικαιώματος δηλαδή αυτού του άρθρου 14. Και ερωτάται: υπάρχει δικαίωμα ως προς την ραδιοτηλεόραση αντίστοιχο προς εκείνο του άρθρου 14; Δηλαδή κατοχυρώνει το Σύνταγμα αναλόγως προς το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης των στοχασμών προφορικώς ή εγγράφως και κάποιο δικαίωμα ελεύθερης λήψης εικόνων και αναμετάδοσης των ιδέων; Υπάρχει η ελευθερία του πολίτη να φωτογραφίζει, να βιντεοσκοπεί, να κινηματογραφεί όποια σκηνή σε δημόσιους χώρους και εν συνεχεία αυτή την σκηνή να την αναμεταδίδει δια της τηλεοράσεως καθ’ ον τρόπο εκείνος νομίζει; Ασφαλώς δεν νομίζω κανείς στα σοβαρά ότι θα υποστήριζε μία τέτοια άποψη.
Αφού λοιπόν κανένα συνταγματικό δικαίωμα δεν υφίσταται το οποίο να παρέχει δικαίωμα να λαμβάνουν ελευθέρως εικόνες και να τις αναμεταδίδουν ελευθέρως έπεται ότι: άσκηση τέτοιου δικαιώματος κατ’ αναλογία προς τα προβλεπόμενα στο άρθρο 14 δεν νοείται κατά το Σύνταγμα.
¶ρα οι κύριοι με τις ραδιοτηλεοπτικές κάμερες γι αυτό δεν δικαιούνται όπως οι δημοσιογράφοι και όπως κάθε άλλος πολίτης να εισέλθουν στην αίθουσα αυτή και να βιντεοσκοπήσουν ή να λάβουν εικόνα όπως εκείνοι νομίζουν.
Όταν επομένως ο ισχύων νόμος θέτει περιορισμούς με το άρθρο 8 στην λήψη και την αναμετάδοση εικόνας από την δημόσια διεξαγόμενη δίκη, αυτό το πράττει στο πλαίσιο του Συντάγματος και επειδή το Σύνταγμα επιτρέπει το δικαίωμα αυτό να υφίσταται περιορισμούς πολύ μεγαλύτερους και πολύ διαφορετικούς από αυτούς τους οποίους επιτρέπει το Σύνταγμα να υφίσταται το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης των στοχασμών.
Περαίτερω όμως ερωτάται και ετέθη και από τον κ. Οικονομίδη, μήπως το δικαίωμα εισόδου της ραδιοτηλεοπτικής κάμερας, της τηλεοπτικής κάμερας στην αίθουσα είναι απόρροια του δικαιώματος του πολίτη να πληροφορείται δια της τηλεοράσεως τι συμβαίνει μέσα στην αίθουσα του Δικαστηρίου; Και επεκαλέσθη και ο κ. Οικονομίδης το καινούριο άρθρο 5α του Συντάγματος.
Εδώ κ. Πρόεδρε νομίζω επίσης ότι από απόψεως συνταγματικής θεωρίας τα πράγματα είναι ξεκαθαρισμένα. Το δικαίωμα στην πληροφόρηση ουδέποτε σημαίνει ότι ο πολίτης που ενδιαφέρεται να πληροφορηθεί, έχει δικαίωμα να υποχρεώσει κάποιον άλλον να του ανοίξει μία πηγή πληροφόρησης.
Δηλαδή, το ότι εγώ περπατώ σε μία δημόσια οδό καθόλου δεν σημαίνει ότι υποχρεούμαι να δώσω την δυνατότητα σε εκείνον που ενδιαφέρεται να μάθει τι κάνω εγώ όταν περπατάω, σφυρίζω, καπνίζω, παραμιλάω, κλαίω, τι κάνω; Εάν είχε δικαίωμα πληροφόρησης γι’ αυτά τα οποία συμβαίνουν στους δημόσιους χώρους θα έπρεπε να έχει δικαίωμα να τοποθετεί κάμερες όπου εκείνος θέλει και ανά πάσα στιγμή να κάθεται σπίτι του να πατάει ένα κουμπί και να βλέπει τι κάνω εγώ.
Το ίδιο θα ίσχυε και για την αίθουσα αυτή. Λέει η υπεράσπιση, μα σήμερα που η τεχνολογία επιτρέπει σε κάθε Έλληνα πολίτη, σε όποιο μέρος της Ελλάδας κι αν βρίσκεται να πληροφορείται τι γίνεται μέσα στην αίθουσα αυτή, εμείς θα του στερήσουμε αυτό το δικαίωμα; Δεν έχει δικαίωμα να πληροφορηθεί ο Έλληνας πολίτης τι κάνουν οι παράγοντες της δίκης μέσα στην αίθουσα αυτή;
Η απάντηση είναι, δικαίωμα να το πληροφορηθεί με την μετάδοση άμεσης εικόνας όχι ασφαλώς δεν έχει. Διότι κ. Πρόεδρε εάν ακολουθήσει κανείς το επιχείρημα της υπερασπίσεως και το οδηγήσει στο absurd στο οποίο πράγματι οδηγεί, ξέρετε πού θα έπρεπε να καταλήξει;
Σήμερα τα τεχνολογικά μέσα είναι τόσο προηγμένα ώστε θα μπορούσαμε όλοι να έχουμε κεραίες στα κεφάλια μας και ανά πάσα στιγμή στους δέκτες όλων των πολιτών της Ελλάδας να αναμεταδίδεται η εικόνα, η ατομική του καθενός ή το τι γίνεται μέσα στην αίθουσα αυτή περιλαμβανομένων και των κ.κ. κατηγορουμένων και να βλέπουνε εάν βήχουμε, εάν γελάμε, εάν συζητάμε με τον διπλανό μας, εάν επιδοκιμάζουμε ή αποδοκιμάζουμε και οτιδήποτε άλλο κάνουμε. Για όνομα του Θεού!
Αυτό είναι το οποίο ζητεί η υπεράσπιση; Να καλωδιωθούμε όλοι χάριν της πληροφορίας και να βλέπει το πανελλήνιο τι ακριβώς κάνει ο καθένας μας στην αίθουσας αυτή; Ασφαλώς όχι. Δεν σημαίνει λοιπόν ότι η πρόοδος της τεχνολογίας και η συνεχής αύξηση των δυνατοτήτων ευθείας αναμεταδόσεως με εικόνα του τι συμβαίνει σε ένα δημόσιο χώρο ότι αυτό αποτελεί περιεχόμενο της αρχής της δημοσιότητος.
Και ολοκληρώνω κ. Πρόεδρε επισημαίνοντας ότι το θέμα αυτό, διότι είναι χρήσιμο να ανάγεται κανείς και σε ξένες νομοθεσίες αλλά και στην ξένη νομολογία κατ’ εξοχήν. Πρόσφατα το 2001 προσέφυγε ένας ραδιοτηλεοπτικός σταθμός ο οποίος ήθελε να αναμεταδίδει δίκες στην Γερμανία στο Συνταγματικό Δικαστήριο με συνταγματική προσφυγή κι εκεί όπως γνωρίζετε έχει αυτό το δικαίωμα ο πολίτης λόγω της αρμοδιότητας της δικαιοδοσίας που έχει το Συνταγματικό Δικαστήριο.
Υποστήριξε λοιπόν ο ραδιοτηλεοπτικός αυτός σταθμός ότι αποτελεί περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της δημοσιότητας και ότι απορρέει από το δικαίωμα πληροφορήσεως των πολιτών ότι πρέπει να επιτρέπεται στον ραδιοτηλεοπτικό αυτό σταθμό να αναμεταδίδει δίκες. Εξέδωσε λοιπόν το γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο μία νομίζω βαρυσήμαντη απόφαση στην οποία επεσήμανε χαρακτηριστικά, είναι η 14/2001 ότι η δίκη γίνεται δημοσίως μεν αλλά δεν γίνεται χάριν της δημοσιότητος.
Το γεγονός που εκτυλίσσεται σε αυτή την αίθουσα κύριε Πρόεδρε είναι η δίκη. Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης εκτελούν την αποστολή τους με το να μεταδίδουν και να ενημερώνουν το τι συμβαίνει σε αυτή τη δίκη. Αλίμονο, η μετάδοση της πληροφορίας δεν είναι ο σκοπός αυτής της δίκης και εμείς δεν είμαστε αντικείμενα τα οποία προσφερόμαστε για την παραγωγή ειδήσεων. Εμείς είμαστε οι παράγοντες αυτής της δίκης και η δίκη αυτή ως κοινωνικό γεγονός εκτυλίσσεται. Εκεί ο πολίτης ο οποίος θέλει να εκφραστεί και να ενημερώσει τους συμπολίτες του γι’ αυτή τη δίκη, μπορεί ελεύθερα να το κάνει. Αλλά από εκεί και πέρα κανένα δικαίωμα δεν παράγεται για την κάμερα, να αναμεταδίδει την εικόνα γι’ αυτά που συμβαίνουν εντός της διαδικασίας.
Με αυτά κ. Πρόεδρε ολοκληρώνω, λέγοντας ότι ο ισχυρισμός περί αντισυνταγματικότητας αυτού του νόμου είναι νομικά τόσο αδύνατος, που νομίζω ότι δεν έπρεπε καν να προβληθεί και ο νόμος ο οποίος ισχύει, είναι αποτέλεσμα επιλογής του νομοθέτη, ότι έτσι θέλει να ρυθμίζεται το ζήτημα της ραδιοτηλεοπτικής αναμετάδοσης των δικών και είναι δικαίωμά του να το κάνει. Θα μπορούσε να έχει πράξει διαφορετικά, όπως το έκανε στο παρελθόν.
Αλλά γνωρίζω βέβαια κ. Πρόεδρε την εύλογη απορία των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης για τη μετάβαση από ένα καθεστώς άκρατης επιτρεπτικότητας, που χαρακτήρισε δυστυχώς την προδικασία αυτής της υπόθεσης, σ’ ένα καθεστώς αυστηρό και σωστό πιστεύω, το οποίο χαρακτηρίζει τη δίκη στο ακροατήριο. Αν θέλετε, τα παράπονα εκεί, έχουν πράγματι ως αιτία τις παλινδρομήσεις του νομοθέτη μας από την μία επιλογή στην άλλη.
Όμως εν πάση περιπτώσει αυτά αποτελούν κριτική προς το νομοθέτη, δεν είναι θέμα ισχύοντος δικαίου και σε κάθε περίπτωση δεν έχουν να κάνουν με το εφαρμοστέο δίκαιο και τους κανόνες τους οποίους διέπουν τη διαδικασία αυτή.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Μάλιστα. Η υπεράσπιση της πολιτικής αγωγής για την ανθρωποκτονία Μομφεράτου. Δεν είναι θέμα δικαιώματος, είναι θέμα ότι το ξεχνάμε και καμιά φορά. Έχετε τον λόγο.
(Διαλογικές Συζητήσεις)
κ.ΣΤΕΡΓΙΟΥ: Θα ήθελα να πω το εξής: κατ’ αρχήν ζητώ συγγνώμη γιατί δεν μπόρεσα χθες να παρακολουθήσω όλη τη διαδικασία, διότι αναγκάστηκα για λόγους υπεράσπισης του εντολέα μου να είμαι εκτός αιθούσης, διότι δυστυχώς βρέθηκε ένας δικαστής που είπε ότι «αν είναι απασχολημένος ο δικηγόρος σας, να αλλάξετε δικηγόρο›.
Έχουμε πει και στο Δικηγορικό Σύλλογο να το ζητήσει στους προϊσταμένους, δεν θα τελειώσουμε την καριέρα μας επειδή κάναμε την επιλογή ν’ ασχοληθούμε με αυτή τη δίκη. Γι’ αυτό τον λόγο έλειπα και δυστυχώς δεν έχω πλήρη γνώση του τι γινόταν, δεδομένου ότι και τα πρακτικά ακόμη δεν έχουν μοιραστεί.
Θέλω όμως να πω το εξής: υπό το προηγούμενο νομικό καθεστώς του 2172, το οποίο τώρα όλοι πετροβολούν, δεν άκουσα δικαστικές φωνές που να διαμαρτύρονται για το περιορισμό των δικαστικών ή εισαγγελικών δικαιωμάτων, ούτε για την προσβολή των δικαστικών ή εισαγγελικών προσωπικοτήτων. Βέβαια δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται. Εφόσον αυτός ο νόμος έπεσε και εφόσον θέλουμε να στηρίξουμε ένα καινούριο νόμο, πετροβολούμε τον παλιό.
Αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι ότι παραβλέπουμε ότι ο νόμος αυτός είχε την ίδια πηγή νομοθετικής πρωτοβουλίας με το σημερινό, και δυστυχώς είχε την ίδια πηγή νομοθετικής πρωτοβουλίας, από εκείνους που σειράν ετών, υπερασπίστηκαν το δικαίωμα της δημοσίευσης των αιματοβαμμένων προκηρύξεων της 17Ν, οι οποίες εν συνεχεία διέσυραν τα θύματά τους και τα δολοφονούσαν δυο φορές.
Αυτοί οι οποίοι έδωσαν αυτή τη μάχη επί σειρά ετών, έρχονται σήμερα υποκριτικά να σκύψουν στα δικαιώματα των θυμάτων και στο όνομα της επίκλησής τους, των δικαιωμάτων τους και των συμφερόντων τους των επιζώντων ή των θανόντων, να απαγορεύσουν την τηλεοπτική κάλυψη αυτής της δίκης.
Εγώ και οι εντολείς μου είμαστε υπέρ της τηλεοπτικής κάλυψης, όχι της ασύδοτης. Υπέρ μιας τηλεοπτικής κάλυψης, με κάμερα κρατικής τηλεόρασης, αλλά με συνεχή ροή και από εκεί και πέρα ας είναι επιλογή του καθενός το τι θα προβάλλει.
Και το λέμε αυτό, διότι εμείς τουλάχιστον –και αυτό δεν θέλω να αποτελέσει αιχμή- δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα από τη δημοσιότητα αυτής της δίκης, δεν έχουμε να κρύψουμε τίποτα σε αυτή τη δίκη και γι’ αυτό δεν μας ενοχλεί η τηλεοπτική κάλυψη.
Βέβαια είμαστε υποχρεωμένοι –γιατί ακούγονται πολλά- να απαντήσουμε και σε κάποια θέματα. Κατ’ αρχήν το αν σε αυτή την αίθουσα είναι ελεύθερη η πρόσβαση του κοινού, δημοσιοποιήστε την άποψη του αξιότιμου κ. Εισαγγελέως, καταστήστε στο ευρύτερο κοινό γνωστό ότι μπορεί να προσέλθει ακωλύτως και τότε θα δούμε εάν αυτή η αίθουσα θα είναι άδεια.
Δεν προσέρχεται κανείς, διότι η εντύπωση έξω είναι –όπου είναι και η πραγματικότητα- ότι το να μπεις εδώ μέσα δεν είναι εύκολο πράγμα. Βέβαια, υπάρχουν και τα μηχανήματα που δεν έχει ρυθμιστεί το θέμα ακόμη και θα επανέλθω με αυτοτελές αίτημα στο Δικαστήριό σας.
Επομένως κάποιοι λένε και μου κάνει εντύπωση ότι αυτές τις ημέρες έχει σχηματιστεί ένα λόμπι από όλους εκείνους οι οποίοι χρησιμοποίησαν τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης για να ανέβουν είτε πολιτικά είτε επαγγελματικά και παρελαύνουν από τα ίδια Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης που τους δημιούργησαν ως ανθρώπους και επαγγελματίες και καταγγέλλουν τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, γιατί θέλουν να εισέλθουν και να καλύψουν τηλεοπτικά τη δίκη. Αυτό είναι παράδοξο.
Καταλογίζουν σε όσους έχουν την άποψη της τηλεοπτικής κάλυψης, ότι το κάνουν για να προβληθούν ή για να αναδειχθούν. Η καλύτερη ευκαιρία που έχουν όποιοι θέλουν να αναδειχθούν, είναι να απαγορευτεί η τηλεοπτική κάλυψη, γιατί θα γίνουν δεκάδες εκατοντάδες χιλιάδες παράλληλες δίκες, όπου ο καθένας θα κληθεί να πάρει μέρος.
Δεν θέλω εδώ να αφήσω ασχολίαστη την παρέμβαση του κ. Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος κάτι είπε γι’ αυτό το θέμα και κάτι ξέρει.
Επομένως άκουσα -σας είπα δυστυχώς έλειπα, δεν νομίζω ότι έχω εσφαλμένη πληροφόρηση- ότι υπήρξε από πλευράς πρώτον του κ. Εισαγγελέως επίκληση του συμφέροντος των θυμάτων. Καλό θα ήταν να έχει κανείς την αβρότητα πριν επικαλεστεί τα συμφέροντα των εντολέων μας, να περιμένει να ακούσει εμάς που τους εκπροσωπούμε και μετά να χρησιμοποιήσει ή να μην χρησιμοποιήσει τα επιχειρήματά του.
Θέλω να πω ότι επειδή δεν μου πάει πολύ το φιλοσοφικό στιλ ούτε οι βαθυστόχαστες νομικές αναλύσεις, καθένας έχει τις δυνατότητές του, εγώ δεν έχω τέτοιες δυνατότητες, θέλω να πω το εξής: Αυτός ο νόμος ο 3090/2002 μου δίνει την εντύπωση ότι είναι ένας νόμος που δεν μπορεί να είναι προϊόν ελεύθερου και δημοκρατικού καθεστώτος. Γιατί στα ελεύθερα και δημοκρατικά καθεστώτα, για τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης, δεν μπορεί να απαιτείται παμψηφία.
Κατ’ εξοχήν γεγονός συστατικό της Δημοκρατίας είναι η απόφαση της πλειοψηφίας. Για πρώτη φορά έρχεται νομοθέτημα από τη Βουλή των Ελλήνων, το οποίο θέτει ως προϋπόθεση μιας ενέργειας, να συμφωνήσουν άπαντες, δηλαδή θέτει θέμα παμψηφίας.
Βέβαια, πρέπει να σχολιάσουμε ότι αυτή η νομοθετική πρωτοβουλία, ήρθε παραμονές αυτής της δίκης και ενόψει αυτής της δίκης και με σκοπό αυτή τη δίκη και για να εφαρμοστεί σε αυτή τη δίκη κατ’ αρχήν.
Θέλω να πω επίσης, είπαν πολλοί, ακούστηκαν πολλά επιχειρήματα, ένα από τα οποία ήταν το φοβερό που ακούστηκε και από συνταξιούχο ανώτατο δικαστικό λειτουργό, ότι απαγορεύεται κάτω των 17 ετών να εισέρχονται στις δικαστικές αίθουσες και επομένως θα παρανομήσετε εάν επιτρέψετε την τηλεοπτική κάλυψη.
Έπρεπε να έχει την ίδια ευαισθησία για τις τσόντες που προβάλλουν καθημερινά τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και τα βλέπουν όλα τα παιδιά ανεξαρτήτως ηλικίας και τα οποία ούτε εκπορνεύτηκαν επειδή τις είδαν, ούτε όμως κανείς επενέβη για να τις απαγορεύσει, ούτε τοποθετήθηκε εναντίον τους όπως κάνει ενόψει αυτής της δίκης για το συγκεκριμένο θέμα.
Είπαν άλλοι «θα αποτελέσει αυτή η δίκη βήμα των τρομοκρατών και υπάρχει κίνδυνος να επηρεαστεί η Νεολαία και να στραφεί προς αυτή την κατεύθυνση›. Κατ’ αρχήν επιτρέψτε μου να έχω την ταπεινή άποψη ότι τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας είναι ισχυρότερα από τα επιχειρήματα της τρομοκρατίας.
Εάν δεν μπορούμε να πείσουμε ότι τα επιχειρήματα που ισχύουν στο δημοκρατικό καθεστώς δεν είναι ισχυρότερα των τρομοκρατικών επικλήσεων, τότε είμαστε άξιοι της μοίρας μας. Θέλω όμως να πω, χωρίς να έχει καμία προσωπική αιχμή για τους κατηγορουμένους, ότι μας έχει καταλάβει ένας φόβος, σαν να βγήκε από τον τάφο ο Μαρξ και ο Λένιν και πρόκειται με την παρουσία τους σ’ ένα δικαστήριο, ν’ αλλάξει η ροή της ελληνικής κοινωνίας. Δεν νομίζω ότι κανείς έχει σχηματίσει την εντύπωση ότι βρισκόμαστε προ αυτού του φαινομένου.
Ειπώθηκε ότι δεν υπάρχει δημόσιο συμφέρον για τη μετάδοση αυτής της δίκης. Νομίζω ότι και μόνο η αναφορά του ότι δεν υφίσταται δημόσιο συμφέρον για τη μετάδοση αυτής της δίκης, ας καλέσουμε αυτούς που του υποστηρίζουν να μας πουν ότι σε ποια δίκη υφίσταται τότε δημόσιο συμφέρον για τη μετάδοσή της, αν όχι σε αυτή και δεν χρειάζεται καν σχολιασμό.
Θέλω να πω το εξής: Αναφέρεται ο νόμος στη θέση του Εισαγγελέα και των διαδίκων και βέβαια κ. Πρόεδρε θέλω να πω το εξής γιατί άκουσα τον προλαλήσαντα συνάδελφό μου να λέει ότι υπάρχουν διάδικοι οι οποίοι δεν συμφωνούν. Εάν οι διάδικοι αυτοί ανήκουν στο χώρο της πολιτικής αγωγής, οφείλω να υπενθυμίζω τα εξής:
Κατά τη διάρκεια αυτής της εξέλιξης της προδικασίας της συγκεκριμένης δίκης, διαμαρτυρηθήκαμε πολλές φορές διότι θεωρήσαμε ότι παραβιάζονταν τα δικαιώματά μας, επειδή δεν μας επετράπη σαν συνηγόρους πολιτικής αγωγής, να έχουμε πρόσβαση στο σύνολο της δικογραφίας.
Βρέθηκα στην πολύ δυσάρεστη θέση, να υποβάλλω υπόμνημα προς την ανάκριση και να ζητήσω να μου χορηγηθούν τα στοιχεία που τεκμηριώνουν την ηθική αυτουργία του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου στην υπόθεση της δολοφονίας του Μάτη, που πρέπει κάπου να υπάρχουν μέσα στη δικογραφία.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κύριε συνήγορε παρακαλώ, με συγχωρείτε πάρα πολύ, ας περιοριστούμε τουλάχιστον στο θέμα, γιατί είμαστε πάρα πολλοί και αν πούμε ο καθένας τον πόνο του, ξέρω μπορεί να έχετε δίκιο κι εκεί, αλλά?
κ.ΣΤΕΡΓΙΟΥ: Δεν έχω κανένα πόνο κ. Πρόεδρε αλλά είναι η πραγματικότητα. Αν δεν συμφέρουν αυτά που λέω.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ποιον δεν συμφέρουν;
κ.ΣΤΕΡΓΙΟΥ: Επιχειρώ υπέρ της δυνατότητας της τηλεοπτικής κάλυψης, διότι δεν θεωρώ ότι μπορεί από τα επιχειρήματα που θα ακουστούν, κύριοι εισαγγελείς να ζητήσουν να δευτερολογήσουν και ν’ αλλάξουν γνώμη. Μας αρνείται το δικαίωμα να πείσουμε κάποιον και να αλλάξει άποψη; Όχι βέβαια. Δεν θα το κάνατε ποτέ εσείς. Εν πάση περιπτώσει, αν με αφήνατε να ολοκληρώσω κ. Πρόεδρε, θα βλέπετε ότι ακριβώς σε αυτό αναφέρομαι.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ:Έχω υποχρέωση όταν δεν είναι στο θέμα το οποίο συζητάμε, είμαστε 120 δικηγόροι εδώ πέρα, αλίμονο να φύγει ο καθένας από μία ώρα από το θέμα.
κ.ΣΤΕΡΓΙΟΥ: Δεν ολοκλήρωσα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν θέλω να ολοκληρώσετε πάνω σε αυτό, το οποίο δεν μας ενδιαφέρει. Πέστε μας.
κ.ΣΤΕΡΓΙΟΥ: Αν δεν θέλετε να με ακούσετε να κάτσω κάτω. Εν πάση περιπτώσει όμως θέλω να πω με την αναφορά αυτή ότι εάν κάποιοι εκ των διαδίκων της πολιτικής αγωγής θέλουν να μην μεταδοθεί τηλεοπτικά αυτή η δίκη, με τον περιορισμένο τρόπο που είπαμε, έχουν το δικαίωμα να το αξιώσουν μόνο για την υπόθεσή τους.
Διότι εάν θα αποτελέσει επιχείρημα για την κρίση του δικαστηρίου σας ότι ένας διάδικος της πολιτικής αγωγής μπορεί να έχει συνολικό λόγο για όλες τις υποθέσεις, τότε θα σας παρακαλέσω να μας επιτρέψετε όταν έρθει η ώρα, να συμμετάσχουμε κι εμείς στη διερεύνηση όλων των υποθέσεων, απευθύνοντας ερωτήσεις σε όλους τους μάρτυρες, για όλες ανεξαιρέτως τις πράξεις των κατηγορουμένων. Δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν δύο μέτρα και δύο σταθμά.
Επομένως για όλους τους λόγους αυτούς και διότι δυστυχώς είμαστε η χώρα των άκρων, από την άκρατη ελευθερία της τηλεοπτικής κάλυψης οδηγηθήκαμε στην άκρατη απαγόρευση, εμείς τασσόμεθα υπέρ της περιορισμένης τηλεοπτικής κάλυψης με την έννοια της κεντρικής κάμερας που να έχει συνεχή ροή και πιστεύουμε ότι αυτό και πρέπει να επιτραπεί, διότι δεν πρόκειται να γίνει αυτή η δίκη βήμα των τρομοκρατών, αλλά με την παρουσία τόσων μαρτύρων, τόσων επιζησάντων θυμάτων και τόσων συγγενών απολεσθέντων, μάλλον βήμα υπέρ των θυμάτων θα γίνει αυτή η δίκη.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ευχαριστούμε τον κ. Στεργίου. Έχουμε σειρά για την ανθρωποκτονία Μομφεράτου – Ρουσσέτη. Αν κάνω κανένα λάθος και παραλείψω κάποιον, να μου το λέτε.
Σ. ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ: Είμαι για τον κ. Γιώργο Μομφεράτο και την κα Ειρήνη Μομφεράτου. Δεν συναινούν στην τηλεοπτική κάλυψη της δίκης, την οποία αντιλαμβάνομαι ότι είναι ενιαία, επομένως μιλάμε για τη δίκη συνολικά.
Το θέμα της συνταγματικότητας νομίζω ότι το κάλυψε ο κ. Αναγνωστόπουλος. Είναι σαφές σε εμένα ότι η δίκη δεν πρέπει να είναι κρυφή, εφόσον είναι δημόσια η διαβάθμιση δημοσιότητας δεν ενδιαφέρει το Σύνταγμα, επομένως ο νόμος δεν μπορεί να λεχθεί σαν αντισυνταγματικός εξ αυτού του λόγου. Όλα τα άλλα έχουν ειπωθεί επαρκώς. Ευχαριστώ πολύ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Όχι εσείς. Για τα ΜΑΤ Καισαριανής.
κ. ΠΑΠΑΛΑΜΠΡΟΥ: Κύριε Πρόεδρε εκπροσωπώ την οικογένεια Ρουσσέτη, σύζυγος και κόρη του δολοφονηθέντος Παναγιώτη Ρουσσέτη. Τίθεται απλώς το ζήτημα της κάλυψης και οφείλω ευθύς εξ αρχής να τοποθετηθώ βάσει της εντολής που έχω από τις πελάτισσές μου, από τις εντολείς μου είναι και οι δύο υπέρ της τηλεοπτικής κάλυψης με συγκεκριμένο σκεπτικό:
Δεν έχουν τίποτε να φοβηθούν από οποιαδήποτε κάλυψη της δίκης. Παρ’ όλα αυτά νομίζω ότι στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να γίνουν μόνο τρεις νομικές επισημάνσεις. Η πρώτη είναι ότι εφόσον είναι ανοιχτές οι θύρες, υπάρχει πρόσβαση σε όποιον θέλει στο υλικό και σε όσα γίνονται σε αυτή την αίθουσα, δεν υπάρχει τρώση της αρχής της δημοσιότητας.
Η δεύτερη είναι ότι δεν μπορούμε να μπούμε σε μια στάθμιση συμφερόντων βάσει των όσων έχουν αναπτυχθεί και χτες και σήμερα στο δικαστήριό σας. Το τρίτο είναι ότι οι πελάτισσές μου είναι από μία οικογένεια η οποία δεν έχει λάβει το δημόσιο βήμα, δεν έχει τοποθετηθεί με οποιοδήποτε μανιφέστο, δεν έχει χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε προκήρυξη.
Αποτελεί μάλλον την οικογένεια του απλούστερου θύματος σε όλη αυτή την ιστορία, κατά το κατηγορητήριο μιλώ και ως εκ τούτου θα πρέπει να προσεχθεί από το δικαστήριό σας, μόνο ένα πράγμα: να μην δοθεί η δυνατότητα δι’ αυτής της οδού, να συνεχιστεί μια προπαγάνδα και μια εκστρατεία προσέλκυσης της κοινής γνώμης.
Όλα αυτά μπορεί να έγιναν, εάν έγιναν και αυτά καλείστε να κρίνετε, τόσα χρόνια, πάντοτε υπήρχαν σχετικές προκηρύξεις. Δεν είδαμε σε όλη την διάρκεια της προδικασίας από την στιγμή της συλλήψεως μέχρι σήμερα να υπάρχουν σοβαρές ενστάσεις ως προς την κάλυψη, όχι ως προς την ποιότητα αλλά ως προς την κάλυψη αυτή καθ’ αυτή του θέματος.
Ως εκ τούτου σήμερα καλούμαστε να μπούμε σε μία διελκυστίνδα για το ποιος θα κερδίσει την κοινή γνώμη. Δεν είμαστε εναντίον της τηλεοπτικής κάλυψης, δεν είμαστε εναντίον οποιασδήποτε μορφής δημοσιότητας αυτή την στιγμή. Απλώς απευθυνόμαστε στο Δικαστήριό σας να ληφθούν όλα εκείνα τα αναγκαία μέτρα ούτως ώστε να μην καταλήξουμε να γίνει αυτή η δίκη άλλη μία περαιτέρω προσπάθεια προπαγάνδας για να κερδιθεί η κοινή γνώμη.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Για τα ΜΑΤ Καισαριανής παρακαλώ.
Κ. ΚΑΠΕΛΑΚΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, Κων/νος Καπελάκης, είμαι συνήγορος πολιτικής αγωγής του Βασιλείου Τσαρπαλιά για την υπόθεση των ΜΑΤ. Νομίζω ότι το θέμα από πλευράς συνταγματικότητος έχει καλυφθεί. Θα ήθελα όμως να προσθέσω δύο σημεία τα οποία νομίζω ότι έχουν σημασία στο ζήτημα αυτό.
Καταρχήν αναφερόμαστε σε δικαιώματα, έγινε επίκληση δικαιωμάτων συνταγματικών από την πλευρά της υπεράσπισης σχετικά με το δικαίωμα της δημοσιότητας και το δικαίωμα της πληροφόρησης που είναι στο 5 Α και 93 του Συντάγματος. Πλην όμως δεν φωτίστηκαν αν όχι αποσιωπήθηκαν και οι εξαιρέσεις οι οποίες προβλέπονται στα ίδια αυτά άρθρα.
Συγκεκριμένα στο 5α προβλέπεται ότι σε περίπτωση κατά την οποία ή μάλλον περιορισμοί στο δικαίωμα της πληροφόρησης είναι δυνατόν να επιβληθούν με νόμο εφόσον είναι απολύτως αναγκαίοι και δικαιολογούνται για λόγους εθνικής ασφάλειας, καταπολέμησης του εγκλήματος ή προστασίας δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων.
Υπάρχει λοιπόν ρητή εξαίρεση στο άρθρο το οποίο επικαλούνται ως δικαιολογητικό λόγο για την παρουσία των μέσων μαζικής ενημέρωσης αυτή της δίκης και το δικαίωμα της πληροφόρησης. Περαιτέρω στο άρθρο 93 επίσης προβλέπεται εξαίρεσε όσον αφορά τις δημόσιες δίκες. Είναι γνωστό ότι σε περίπτωση που υπάρχει κίνδυνος η δημοσιότητα να είναι επιβλαβής στα χρηστά ήθη, συντρέχουν λόγοι προστασίας ιδιωτικής, οικογενειακής ζωής των διαδίκων ή τρίτων και πάλι έχει δικαίωμα το Δικαστήριο να αποκλείσει την δημοσιότητα.
Έχω την εντύπωση ότι η επιχειρηματολογία του ότι επειδή στο στάδιο της προδικασίας το οποίο κείται εκτός της εξουσίας του Δικαστηρίου υπήρξε είτε θετική, είτε αρνητική κάλυψη της κάποιας υπόθεσης, νομίζω ότι είναι υπερβολικό να λέμε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει σε αντιστάθμιση αυτής της δημοσιότητος η οποία κείται εκτός της σφαίρας εξουσίας του Δικαστηρίου, ότι θα πρέπει εξομαλύνοντας την όποια τυχόν αδικία έγινε στο στάδιο αυτό, να επιτρέψει κάτι προς αντιστάθμιση, το οποίο ενδεχομένως κείται και εκτός των δικονομικών όρων και κανόνων διεξαγωγής της δίκης.
Το δικαίωμα λοιπόν το οποίο επικαλούνται οι συνήγοροι της υπεράσπισης είναι κάτι το οποίο έχει και την αντίθετη όψη, όπως όλα τα γεγονότα, όπως όλες οι αλήθειες έχουν και την μία πλευρά και την άλλη κ. Πρόεδρε. Κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις. Θα πρέπει λοιπόν να σταθμιστεί η υπόθεση και από την πλευρά των συμφερόντων των πολιτικώς εναγόντων, των μαρτύρων, των διαδίκων.
Νομίζω ότι η συγκεκριμένη διάταξη η οποία σταθμίζει και δίνει δυνατότητες στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλα αυτά, είναι βέβαιο ότι δεν στερείται συνταγματικότητος, δεν στερείται ερεισμάτων στο Σύνταγμα, δεδομένου ότι δίνεται η δυνατότητα να ληφθούν υπόψη με βάση αυτές τις εξαιρέσεις τις οποίες ρητά περιέχονται στις διατάξεις του Συντάγματος, να σταθμιστούν και αυτοί οι παράγοντες και το δημόσιο συμφέρον και τα δικαιώματα τρίτων και ενδεχόμενη δυσάρεστη, δυσμενής επιρροή της δημοσιότητος της δίκης σε άλλους παράγοντες πλην των κατηγορουμένων.
Πιστεύω ότι θέμα συνταγματικότητας της διατάξεως δεν υπάρχει. Περαιτέρω θα ήθελα να προσθέσω κύριε Πρόεδρε και κύριοι Εφέτες το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη δίκη υπήρξε μία πρώτη αίσθηση για το τι πρόκειται να γίνει από πλευράς κατηγορουμένων και από πλευράς υπεράσπισης.
Εδώ όλοι γίναμε χθες μάρτυρες κάποιων κατηγοριών οι οποίες απευθύνθηκαν προς το πρόσωπό σας, προς το δικαστήριο όλο κλπ, τα οποία δεν ξέρω αν και κατά πόσο αυτά θα μπορούσαν να θεωρηθούν παιδαγωγικά και ότι θα ήταν πρόσφορα και κατάλληλα για να διαπαιδαγωγήσουν την ελληνική κοινή γνώμη ή εν πάση περιπτώσει ότι θα ήταν σωστό να μεταδοθούν.
Ο καθένας βέβαια έχει δικαίωμα να μιλάει, έχει δημοκρατικό δικαίωμα να απευθύνεται και να λέει ό,τι νομίζει και ό,τι θέλει, αλλά από εκεί και πέρα το ζήτημα του αν αυτά θα πρέπει να μεταδίδονται σε όλη την Ελλάδα ή αν θα πρέπει να μείνουν στα πλαίσια αυτής της αίθουσας, είναι κάτι το οποίο θα πρέπει να κριθεί απ’ το δικαστήριό σας.
Εγώ κλείνοντας την τοποθέτηση από πλευράς μας, θεωρώ ότι η δημοσιότητα, ο όρος της δημοσιότητας ο οποίος επιτάσσει το Σύνταγμα να έχουν όλες οι συνεδριάσεις των δικαστηρίων σαφώς και εκπληρούται με το γεγονός ότι η πόρτα του δικαστηρίου είναι ανοιχτή και περαιτέρω βλέπω ότι και τα έδρανα του δικαστηρίου κ. Πρόεδρε δεν είναι τόσο γεμάτα ώστε να πούμε ότι συντρέχει λόγος να χωρέσουν και άλλοι πλην αυτών οι οποίοι είναι παρόντες να γίνουν κοινωνικοί του τι γίνεται εδώ μέσα της διαδικασίας.
Βλέπω κενά έδρανα, βλέπω το δικαίωμα της δημοσιότητας και της πληροφόρησης του κοινού δεν εξαντλείται σ’ αυτήν εδώ την μικρή αίθουσα η οποία νομίζω ότι αδίκως ίσως κατηγορήθηκε, μιας και η χωρητικότητά της είναι τέτοια η οποία βλέπω δεν εξαντλείται. Αυτή είναι η τοποθέτηση απ’ την πλευρά της πολιτικής αγωγής του κ. Τσαρπαλιά.
Ν. ΚΥΠΡΙΩΤΗΣ: Για τέσσερις από τα θύματα της επιθέσεως των ΜΑΤ που έχουν υποστεί σωματικές βλάβες, Δολιανίτης, Γιακουμής, Οικονόμου και Λουρίδας και για τον αδελφό του θανατοθέντος Γεωργακόπουλου. Μεταφέροντας την θέση των εντολέων μου η οποία είναι καθαρά αρνητική απέναντι στην τηλεοπτική κάλυψη της δίκης και παρακαλώ να καταχωρηθεί.
Δεν στερείται δημοσιότητας η δίκη, δεν παραβιάζεται η συνταγματική επιταγή από το ότι δεν θα καλυφθεί τηλεοπτικά. Προκαλεί απορία ότι πολύκροτες και σοβαρότατες δίκες του παρελθόντος που δεν καλύφθηκαν οπωσδήποτε δεν εστερήθηκαν γι’ αυτό το λόγο δημοσιότητος. Και από την άλλη πλευρά δεν νομίζουμε ότι παραβιάζεται κάποιο δικαίωμα κοινωνικού ελέγχου του κοινού, απ’ το ότι δεν θα μπορέσει να παρακολουθήσει τη δίκη από τις οθόνες της τηλεοράσεώς του.
¶λλωστε εσείς τηρώντας τους κανόνες και τις δικλείδες της νομικής επιστήμης, εσείς είστε που θα κρίνετε και όχι ο έλεγχος ο κοινωνικός από πλευράς αυτών που θα παρακολουθήσουν απ’ τις οθόνες τους την υπόθεση. Ευχαριστώ πολύ.
κ. ΤΑΟΥΞΗΣ: Για την ίδια υπόθεση, για την υπόθεση των ΜΑΤ εκπροσωπώ τρεις αστυνομικούς, τους κυρίους Αδαμόπουλο, Κωστίκο και Ζαφειρόπουλο. Έχω αντίθετη άποψη και πέρα της θεωρητικής επιχειρηματολογίας που επαρκώς και εκτενώς αναλύθηκε χθες από τους συναδέλφους της υπεράσπισης, δεν ήμουν το πρωί για να ακούσω τους συναδέλφους της πολιτικής αγωγής που ήδη έχουν τοποθετηθεί.
Έχω να σας μεταφέρω και ένα πραγματικό περιστατικό. Θεωρώ ότι σε αυτή την αίθουσα έχει καταληφθεί η αρχή της δημοσιότητας και γίνεται τόσο επισταμένος και ενδελεχής έλεγχος των αποπειρωμένων να εισέλθουν, έτσι ώστε χθες το μεσημέρι παρεμποδίστηκε συνήγορος που παρίσταται ως πολιτικός ενάγουσα και εκπροσωπεί τους πολιτικούς ενάγοντες για τους οποίους και εγώ παρίσταμαι και της επέτρεψαν μετά από ταλαιπωρία μίας ώρας να μπει με πολύ μεγάλη προσπάθεια και με τις παρεμβάσεις υψηλόβαθμων αστυνομικών που αναγνώρισαν την ιδιότητά της, παρά το γεγονός ότι επέδειξε δικηγορική ταυτότητα.
Εξ αυτού του λόγου και του λόγου ότι πολλοί που θέλουν να παρακολουθήσουν τη δίκη προσπάθησαν την πρώτη μέρα, είδαν αυτό που γινόταν εδώ και κατάλαβαν ότι είναι αδύνατον πλέον να μπορέσουν να εισχωρήσουν μέσα στην αίθουσα που έχει καταστεί άδυτον και άβατον, εξ αυτού του λόγου ζητώ να υπάρξει τηλεοπτική κάλυψη. Ευχαριστώ πολύ.
ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ: Δεν παρίσταται πολιτική αγωγή.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ωραία.
Η έκρηξη στον Ρέντη.
Ν. ΓΕΩΡΓΟΥΛΕΑΣ: Κύριε Πρόεδρε εκπροσωπώ τον πολιτικό ενάγοντα Γιώργο Πλατάρα και θέλω να σας μεταφέρω την επιθυμία του ότι επιθυμεί να καλυφθεί τηλεοπτικά η δίκη.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Στην υπ’ αριθμόν 7 στην έκρηξη στο Καβούρι. Λεωφορείο μεταφοράς Αμερικανών. Επαναλαμβάνει το κ. Αναγνωστόπουλος ο οποίος τους εκπροσωπεί την άρνηση, δεν θέλουν. Θέλω να πω όχι κάλυψη αν δεν συντρέχουν οι όροι. Αυτό εννοεί. Εμείς θα πούμε χωρίς τους όρους του νόμου, μπορεί να επιτραπεί ελεύθερα κάλυψη. Είναι σαν προκριματικό ερώτημα της άρνησης.
Η. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ: Το θέμα της συνταγματικότητας μένει, τίποτα άλλο.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Το θέμα της συνταγματικότητας αλλά θα απαντηθεί σε συνάρτηση με την άρνηση. Έτσι δεν είναι; Διότι εμείς δεν μπορούμε να βγάλουμε απόφαση να πούμε ότι ο νόμος είναι συνταγματικός ή δεν είναι. Μη μας μπερδεύετε με συνταγματικό δικαστήριο.
Εάν όμως μιλάμε έτσι για τους Αμερικάνους και για τον ένα και για τους Αριστερούς και για τους Δεξιούς, δεν μου επιτρέπεται εμένα τέτοια συζήτηση να διευθύνω.
Α. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ.: Κύριε Πρόεδρε για μισό λεπτό τον λόγο. Δεν ετέθη τέτοιο θέμα, δεν ξέρω αν ειπώθηκε τέτοιο. Το θέμα είναι πάρα πολύ απλό. Υπάρχει ένας νόμος ο οποίος έχει βάλει θέμα όρων ότι δεν μπορεί να εφαρμοστεί ο νόμος. Αυτή τη στιγμή είναι δεδομένο ότι υπάρχει ένας που αρνείται; Από εδώ και πέρα είναι θέατρο παραλόγου το να εξηγούμε εάν θα θέλαμε να εφαρμοστεί ο νόμος ή όχι.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Αν τον κρίνουμε αντισυνταγματικό παρεμπιπτόντως. Αυτό δεν είπα και εγώ.
Α. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ: Παρεμπιπτόντως απ’ τη στιγμή που είναι δεδομένη η μη εφαρμογή του νόμου.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Αυτό είπα. Η 8 του Κάρος όχι πολιτική αγωγή. 9 υπόθεση Αθανασιάδη Μποδοσάκη.
Μ.ΣΙΝΙΟΣΟΛΓΟΥ: Εκπροσωπώ την Αλεξάνδρα Αθανασιάδη και επαναλαμβάνω δεν θέλω τηλεοπτική κάλυψη ούτε ραδιοφωνική. Και αφορά όλη τη δίκη και όχι μόνο ορισμένες φορές.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Υπ’ αριθμόν 10, Νορντίν.
Π. ΜΑΚΑΣ: Κύριε Πρόεδρε εκπροσωπώ την κυρία Ελένη Αθανασιάδου και την κυρία Εμμανουέλα Αθανασιάδου. Κατ’ αρχήν οι εντολείς μου δεν θα είχαν αντίρρηση για τηλεοπτική μετάδοση. Όμως το θέμα πλέον δεν υφίσταται από στιγμής που έστω και ένας εκ των διαδίκων μερών έχει διατυπώσει την άρνησή του προς το δικαστήριό σας και έχει εκδηλώσει την μη επιθυμία του να υπάρξει τηλεοπτική μετάδοση της δίκης.
Κατά συνέπεια θα περιοριστώ στο συνταγματικό ζήτημα, το οποίο είναι το δεύτερο το οποίο παρεμπιπτόντως θα κρίνει το Δικαστήριό σας. Κύριε Πρόεδρε, κύριοι δικαστές, αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα διεξοδικά απ’ τον συνάδελφο τον κ. Αναγνωστόπουλο και νομίζω δεν χρειάζεται κάτι περισσότερο. Σαφώς δεν υπάρχει παράβαση του Συντάγματος.
Γνωρίζει πολύ καλά το Δικαστήριό σας ότι βασικό στοιχείο της εφαρμογής του Συντάγματος και ερμηνευτικό όργανο, είναι η αρχή της αναλογικότητας κατ’ αρχήν και στη συνέχεια είναι η μη προσβολή του πυρήνα του δικαιώματος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση όταν μιλάμε για δημοσιότητα τι μιλάμε; Εννοούμε και ποιος είναι ο σκοπός της. Πολύ σωστά αναφέρθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου, του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου του γερμανικού, το οποίο τι δέχθηκε; Δέχθηκε ότι η δημοσιότητα δεν γίνεται μόνο και μόνο για την ίδια, δεν κάνουμε δημοσιότητα για τη δημοσιότητα. Δεν κάνουμε δημοσιότητα για να προκαλέσουμε το ενδιαφέρον του κόσμου γύρω μας.
Αντιθέτως, η δημοσιότητα έχει συγκεκριμένο σκοπό και είναι μια κατάκτηση του δικαιϊκού πολιτισμού μας και νομικού πολιτισμού μας. Η δημοσιότητα κύριε Πρόεδρε και κύριοι δικαστές γνωρίζει πολύ καλά το δικαστήριό σας, ότι έχει ως σκοπό την ελεύθερη πρόσβαση του καθενός στο ακροατήριο, με τον σεβασμό των διατάξεων που ισχύουν μέσα στο ακροατήριο. Το ακροατήριο δεν μπορεί να μεταβληθεί σε τηλεοπτικό στούντιο. Το ακροατήριο δεν μπορεί να αποτελέσει ένα σύγχρονο Big Brother.
Το ακροατήριο έχει τη δική του υπόσταση, τη δική του διάσταση την οποία πρέπει όλοι να τη σεβόμαστε. Εξαιρετικά εύστοχα επεσήμανε ο αξιότιμος κ. Εισαγγελέας, ότι η αίθουσα του Δικαστηρίου δεν είναι γεμάτη και πράγματι μας έκανε σε όλους εντύπωση ότι σε μια τέτοια δίκη, μ’ αυτή τη δημοσιότητα όπως μέχρι σήμερα έχει δοθεί, μ’ αυτό το ενδιαφέρον που έχει προκληθεί στην κοινή γνώμη, είναι δυνατόν να είναι άδεια; Μήπως ο κόσμος αδιαφορεί γι’ αυτή τη δίκη;
Το δεύτερο ερώτημα είναι: εάν δοθεί η δημοσιότητα τι θα κερδιθεί; Μήπως προκαλέσουμε ένα ενδιαφέρον εκεί που δεν υπάρχει; Μήπως δημιουργήσουμε και δώσουμε μια διέξοδο, η οποία μπορεί να οδηγήσει και να καταλήξει και στον ευτελισμό της διαδικασίας αυτής;
Κύριε Πρόεδρε, κύριοι δικαστές, η θέση την οποία αναπτύσσει η πολιτική αγωγή της Ελένης και της Εμμανουέλας Αθανασιάδη είναι ότι σε καμία περίπτωση δεν παραβιάζεται το Σύνταγμα. Σε καμία περίπτωση δεν προσβάλλεται ο πυρήνας του συγκεκριμένου αυτού συνταγματικού δικαιώματος. Σε καμία περίπτωση δεν έχουμε παράβαση αυτού του είδους που απαιτεί η συνταγματική θεωρία αλλά και πρακτική των Δικαστηρίων σας, για να δεχθούμε ότι είναι αντισυνταγματικός ο νόμος 3090/2002.
Πέραν αυτού και ακολουθώντας τη σκέψη του αξιότιμου κ. Εισαγγελέα, θέλω να θέσω υπόψη του δικαστηρίου σας και δυο παραπάνω σκέψεις.
Πράγματι οι κατηγορούμενοι έχουν επιδείξει μια αντιφατικότητα προφανή ως προς τη δική τους αντιμετώπιση απέναντι στο νόμο 3090. Κατ’ αρχήν λένε ότι δεν επιθυμούμε τη φωτογράφηση, επικαλούμενοι αυτό τον νόμο, εν συνεχεία λένε ότι «τώρα επιθυμούμε τη δημοσιότητα›.
Παλαιότερα και αναφέρομαι στον κ. Κουφοντίνα ο οποίος έχει αναλάβει την πολιτική ευθύνη όπως ο ίδιος εδήλωσε και φαντάζομαι δεν το ανακαλεί αυτό, έχει αναλάβει την πολιτική ευθύνη της 17Ν, μέσα στις 80 προκηρύξεις αυτής της οργάνωσης υπάρχουν σημαντικές προκηρύξεις με ευθύτατες βολές κατά του Τύπου, τόσο του γραπτού, τόσο του έντυπου, όσο και του ηλεκτρονικού Τύπου. Μην ξεχνάμε ότι η 17Ν έχει αναλάβει επίθεση κατά του MEGA. Μην ξεχνάμε ότι η 17Ν έχει με πλείστους τρόπους εξυβρίσει και απειλήσει εκπροσώπους του Τύπου.
Θα σας διαβάσω κάτι το οποίο για μένα και για την άποψή μου, αποτελεί εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο για την σοβαρότητα των λόγων των κατηγορουμένων.
Λέει στην 76η προκήρυξη η οποία εστάλη μετά τις ρουκέτες στο MEGA, καταλήγοντας:
?Όπως είπαμε και πιο πάνω θα ήμασταν ανακόλουθοι να περιμέναμε απ’ τα ΜΜΕ να πουν την αλήθεια. Όλα αυτά έχουν όριο. Ορισμένοι κύριοι που παίζουν τους διευθυντές και τους μεγαλοδημοσιογράφους –και εδώ αναφερόμαστε στην Φυντανίδη– πρέπει να κατανοήσουν καλά ότι η 17Ν δεν είναι ούτε γιουσουφάκι, ούτε κανένας μασκαράς σαν τους κυρίους του συναφιού τους. Πριν την πιάσουν στο στόμα τους, θα πρέπει να ζυγίζουν προσεκτικά τι θα πουν›.
Αυτοί οι οποίοι απείλησαν, αυτοί οι οποίοι σκότωσαν δημοσιογράφους, δεν μπορεί να έρχονται τώρα!
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Πάμε τώρα σε άλλα.
Π. ΜΑΚΑΣ: Βεβαίως κύριε Πρόεδρε επανέρχομαι!
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν θέλω μομφές για κανέναν.
Π. ΜΑΚΑΣ: Εμείς είμαστε πολιτική αγωγή κύριε Πρόεδρε και οφείλουμε να τα θέσουμε με τον τρόπο που οι εντολείς μας.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Θα έρθει η ώρα.
Π. ΜΑΚΑΣ: Βεβαίως. Και γνωρίζετε πολύ καλά ότι σεβόμαστε το τεκμήριο της αθωότητας, σε κάθε περίπτωση. Οφείλουμε όμως να διατυπώσουμε αυτό το οποίο πιστεύουμε με παρρησία και με όλη την άνεση που μας δίνει το δικαστήριό σας.
Τελειώνοντας κύριε Πρόεδρε, θα σας πω κάτι εντελώς παρενθετικά, το οποίο νομίζω ότι θα πρέπει να αποτελέσει και αντικείμενο προβληματισμού του Δικαστηρίου σας. Ερχόμενος χθες το πρωί στο δικαστήριό σας, άκουσα στο ραδιόφωνο τη συνέντευξη που έδωσε η κυρία που έχει το περίπτερο εδώ έξω απ΄ τις φυλακές και μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση και φαντάζομαι αν έχετε λίγη υπομονή θα ακούσετε και θα δείτε γιατί το λέω.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τι να το κάνουμε το περίπτερο; Δεν παίρνω και τσιγάρα για να με έχει δει αυτή!
Π. ΜΑΚΑΣ: Κύριε Πρόεδρε εάν μου επιτρέψετε θα δείτε ότι σας ενδιαφέρει.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κύριε συνήγορε να είμαστε μέσα στα πλαίσια. Ελάτε, τελειώστε αφού το θέλετε τόσο πολύ. Έχουμε τώρα και τη θεωρία του περιπτέρου!
Π. ΜΑΚΑΣ: Λέει η κυρία αυτή απαντώντας στη δημοσιογράφο «θέλετε να παρακολουθήσετε τη δίκη›; Και τι απαντά; «Ναι, ας το βάλουν στην τηλεόραση να το δω και εγώ απ’ το περίπτερό μου›. Δεν διανοήθηκε να πει ας σεβαστώ το Δικαστήριο, ας έρθω μέσα, ας παρακολουθήσω, όλη η πολυτέλεια δίνεται.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Με συγχωρείτε κύριε συνήγορε, αυτό είναι επιχείρημα εξ PAVILION; Εξ περιπτέρου; ¶στε το τώρα αυτό! Πάνε αυτά τώρα, αφήστε το και αυτό. Πέστε τώρα εσείς τα επιχειρήματά σας τα νομικά. Αν κατάλαβα καλά εσείς λέτε, ότι ο νόμος είναι συνταγματικός .
Π.ΜΑΚΑΣ: Μάλιστα κ. Πρόεδρε. Από τη στιγμή που υπάρχει αυτό το κώλυμα και έστω και ένας εκ των διαδίκων διετύπωσε την άρνησή του στην τηλεοπτική μετάδοση.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν πρέπει να μεταδοθεί.
Π.ΜΑΚΑΣ: Ακριβώς.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Εμείς όμως θα θέλαμε, λέτε.
Π.ΜΑΚΑΣ: Οι εντολείς μου ναι.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Οι εντολείς μου θέλουν, αλλά ο νόμος είναι συνταγματικός και έτσι και είναι, δεν μας ενδιαφέρει. Μάλιστα.
Στην υπόθεση ανθρωποκτονίας του Ουίλιαμ Νορντίν, τα ίδια.
Μετά υπόθεση Ανδρουλιδάκη. Ανδρουλιδάκη; Δεν υπάρχει, απουσιάζει, δεν πειράζει. ¶μα έρθει μέχρι το τέλος θα τον ρωτήσουμε.
Απόπειρα κατά του κ. Ταρασουλέα. Όχι. Κατά Πέτσου; Κύριε Πέτσο είστε ο ίδιος εδώ.
Γ.ΠΕΤΣΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, κύριοι Δικαστές, το θέμα της τηλεοπτικής κάλυψης αν τυπολατρικά δεχτούμε την εφαρμογή του ισχύοντος σημερινού νόμου, σαφώς δεν μπορεί να τοποθετηθεί μέσα εις τα πλαίσια μίας γενικότερης γνώμης που εκφράζεται υπό μορφή ψηφοφορίας, ποιος επιθυμεί ή ποιος δεν επιθυμεί την κάλυψη την τηλεοπτική.
Σημασία έχει το ιστορικόν της υπόθεσης, το οποίο δεν πρόκειται να αναλύσω. Αλλά εκείνο το οποίο πρόκειται να επισημάνω, είναι το γεγονός, ότι ο νόμος ο οποίος ισχύει σήμερα και αυτό κατά την άποψή μου θεωρητικά είναι απαράδεκτο είναι ο νόμος ο οποίος έγινε για τη δίκη που έχετε την τιμή να προεδρεύετε σήμερα.
Υπήρχε η πρόθεση, υπήρχε η απόφαση, υπήρχε η δική σας σκέψη και του συνόλου της Ολομελείας των Εισαγγελέων και των Δικαστών δια την μη τηλεοπτική κάλυψη των δικών. Και αυτές οι απόψεις είχαν καταγραφεί.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Συγνώμη, όχι η δική μου άποψη.
Γ.ΠΕΤΣΟΣ: Όχι η δική σας, του Συλλόγου, της Ενώσεως.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Της Ένωσης; Η Ένωση είναι φυσικά πρόσωπα.
?..: Κύριε Πέτσο, ούτε και της Ένωσης.
Γ.ΠΕΤΣΟΣ: Αυτό είναι θετικό. Αυτό είναι θετικό για τη συζήτηση και ίσως για την απόφαση.
Υπήρχε, λοιπόν, η πρόθεση από την Κυβέρνηση προκειμένου να μην καλυφθεί τηλεοπτικά αυτή η δίκη, να αλλάξει το νόμο. Ένας νόμος, ο οποίος ξέρετε, δεν είχε αντέξει στην απαγόρευσή του ούτε για διάστημα έξι μηνών, διότι σας είναι γνωστό, ότι υπήρχε ο νόμος ο οποίος δεν έδινε τη δυνατότητα της κάλυψης και της δημοσιότητας της τηλεοπτικής μίας δίκης και το 1993 που είχε ψηφιστεί ο απαγορευτικός νόμος, υπήρξε ο νόμος ο οποίος έδινε τη δυνατότητα μετά με τον Ν.2172/93 δια λόγους δημοσίου συμφέροντος ήτο υποχρεωμένο το δικαστήριο να αποδεχθεί την ύπαρξη τηλεοπτικής κάμερας.
Αυτό δυστυχώς δεν άντεξε. Θέλησε να μην δώσει ένα βήμα μίας δίκης εις τον Ελληνικό λαό η Κυβέρνηση και βεβαίως εσείς δεν έχετε καμία ευθύνη γι’ αυτό.
Από εκεί και πέρα θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η διάταξη η οποία ισχύει του 3090 -η διάταξη λέω- είναι αντισυνταγματική ή όχι. ¶λλα περιθώρια όσον αφορά τις προθέσεις της πολιτικής αγωγής ή της υπεράσπισης, δυστυχώς δεν υπάρχουν.
Από εκεί και πέρα θα πρέπει να επισημάνω και εγώ πράγματι την αντισυνταγματικότητα της διάταξης αυτής, η οποία δεν δίνει τη δυνατότητα της δημοσίας δίκης. Αλλοιώνει και τη δημοσιογραφική δημοσιότητα δια την μεταφορά της διαδικασίας εις το ευρύτερο κοινό, αλλά κυρίως ποδηγετεί την ύπαρξη άποψης της κοινής γνώμης για τα τεκταινόμενα σε μία δίκη δημοσίου ενδιαφέροντος.
Και αν θέλετε κάτι άλλο κύριοι Δικαστές, είναι μία δίκη που απασχολεί τον Ελληνικό λαό εδώ και 30 ολόκληρα χρόνια. Είναι γνωστό, ότι η τρομοκρατία τόσα χρόνια έδρασε και υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι φέρονται ότι ήταν μέλη μίας τρομοκρατικής οργάνωσης, από πού θα μάθει ο Έλληνας της επαρχίας, ο οποίος θέλει να μάθει τι είχε συμβεί εις τον τόπο του, από ποια Μέσα, μόνον από τον έντυπο Τύπο, όταν σε μία πόλη 25.000 κατοίκων υπάρχει ανάγνωσης 6 και 10 φύλλων ημερησίως; Ασφαλώς όχι.
Υπό την έννοια αυτή η τηλεοπτική κάλυψη με σταθερή κάμερα, δίνει τη δυνατότητα της γνώσης και της διαδικασίας, εκπληροί την διάταξη του Συντάγματος «Περί δημοσιότητας› και δίνει τη δυνατότητα σ’ εκείνον ο οποίος θέλει να μάθει τι έχει συμβεί 30 ολόκληρα χρόνια στον τόπο του να είναι πραγματικός γνώστης χωρίς τη διαμεσολάβηση κάποιας υποκειμενικής άποψης. Εγώ σας λέω, κάποιας υποκειμενικής άποψης. Θέλω να πιστεύω εις την αντικειμενικότητα των δημοσιογράφων, αλλά και ο υποκειμενισμός είναι ένα ανθρώπινο ελάττωμα.
Κατόπιν αυτού προσωπικά τάσσομαι, χωρίς να είμαι από εκείνος ο οποίος θα σας καθυστερώ σε κάθε θέμα και σε κάθε ζήτημα, διότι πιστεύω ότι η πολιτική αγωγή πρέπει να διευκολύνει γενικότερα την διαδικασία, υπό την έννοια της συντομεύσεως του χρόνου δια την απόδοση δικαιοσύνης.
Θα ήθελα όμως να πω, μία τέτοια απόφασή σας δια την αντισυνταγματικότητα της συγκεκριμένης διάταξης του συγκεκριμένου νόμου, θα αποτελέσει κατά την άποψη μου δικαστική υπέρβαση, θα ικανοποιήσει την κοινή γνώμη και θα δοθεί βήμα αληθείας για όλους. Ούτε βήμα για τα θύματα, ούτε βήμα για τους κατηγορουμένους, αλλά το βήμα της αληθείας για εκείνους οι οποίοι θέλουν να την στηρίξουν. Ευχαριστώ.
Α.ΚΕΧΑΓΙΟΓΛΟΥ: Κύριε Πρόεδρε, το νομικό θέμα το οποίο τίθεται, είναι δύο τα ζητήματα: Είναι το ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 8 του νόμου. Και ένα δεύτερο ζήτημα, το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας αυτού του νόμου και το οποίο παρεμπιπτόντως μπορείτε να κρίνετε, όπως και κάθε δικαστήριο μπορεί να κρίνει τη συνταγματικότητα ή όχι ενός νόμου.
Είπε ο συνάδελφός μου, ο κ. Οικονομίδης, ότι αφ’ ης κάποιος εκ των διαδίκων τάχθηκε εναντίον της ολικής ή μερικής μεταδόσεως της δίκης, τότε το θέμα έχει παύσει να υφίσταται, από τη στιγμή που ο νόμος απαιτεί ομοφωνία
Βεβαίως οι τοποθετήσεις και της υπερασπίσεως και της πολιτικής αγωγής τείνουν και σε κάτι άλλο. Μετά την ολοκλήρωση των τοποθετήσεων κάποιος εκ των διαδίκων να έχει αλλάξει άποψη. Οπότε δεν είναι περιττή η συζήτηση η οποία γίνεται και για λόγους καταγραφής στα πρακτικά για να έχει ο καθένας την υπευθυνότητα των απόψεών του.
Το ζήτημα, λοιπόν, της ολικής ή μερικής μεταδόσεως της δίκης έχω την αίσθηση, ότι από τη στιγμή που ο νόμος το απηγόρευσε, βεβαίως και ο κ. Εισαγγελεύς έλαβε το λόγο και τάχθηκε εναντίον, όπως και κάποιοι συνάδελφοί μου της πολιτικής αγωγής.
Προσωπικά τάσσομαι υπέρ όχι απλώς της ολικής μεταδόσεως της δίκης, αλλά και της απευθείας μεταδόσεως της δίκης. Θα μου πείτε, έχει καμία σημασία η δική μου άποψη από τη στιγμή που δεν πρόκειται να εφαρμοστεί; Βεβαίως αν κρίνετε αντισυνταγματικό το νόμο, όλα μετά αλλάζουν.
Αλλά κύριε Πρόεδρε δεν αντελήφθην, ούτε αντιλαμβάνομαι τον φόβο ο οποίος διακατέχει κάποιους, είτε ο προβληματισμός παρ’ ότι το σέβομαι σε σχέση με τη μετάδοση αυτής της δίκης. Η νομική διέξοδος, η νομική λύση, είναι βεβαίως να θεωρήσετε, ότι συντρέχει στην περίπτωση αυτή ουσιώδες δημόσιο συμφέρον.
Κύριε Πρόεδρε, εάν για αυτή τη δίκη δεν συντρέχει ουσιώδες δημόσιο συμφέρον, σε ποια από τις δίκες, ας πούμε μετά την Μεταπολίτευση, υπάρχει; Ακούω κάποιους που λένε, είναι δυνατόν να δώσουμε βήμα στους τρομοκράτες; Και τι σημαίνει αυτό; Οι φερόμενοι, αυτοί που βρίσκονται σήμερα ενώπιόν σας είναι κατηγορούμενοι για συγκεκριμένες παραβιάσεις του ποινικού νόμου, έχουν αφ’ εαυτόν βήμα από τη στιγμή που έχουν δικαίωμα να μετέχουν σ’ αυτή τη δίκη, να εκφράζουν τις απόψεις τους και στο τέλος να απολογηθούν.
Δεν αντιλαμβάνομαι αυτό το φόβο αυτών οι οποίοι προέβησαν στη νομοθέτηση αυτής της διατάξεως και δεν θέλω να πιστεύω ότι ad hoc έγινε αυτή η διάταξη, παρ’ ότι πολλοί το υποπτεύονται, διότι η Δημοκρατία κ. Πρόεδρε και η ανοιχτή κοινωνία δεν έχουν να φοβηθούν τίποτε από καμία άποψη κανενός.
Αυτό το δικαίωμα το οποίο οι ίδιοι προσπαθούσαν να καταργήσουν, όσοι εξ αυτών αποδειχθούν και κριθούν ένοχοι, αυτό το ίδιο το δικαίωμα, αυτό που έλεγε κάποτε ο Λένιν, ότι «οι εχθροί μας θα μας δώσουν το σχοινί να τους κρεμάσουμε›, δεν κινδυνεύει κανείς να κρεμαστεί κ. Πρόεδρε, όλα αυτά τα χρόνια τα οποία μεσολάβησαν από τις πράξεις τους.
Εγώ πιστεύω και το καταθέτω, ότι η τελική ηθική και ιστορική καταρράκωση, όχι των ιδίων ως ατόμων, αλλά των απόψεων που θα θελήσουν εκμεταλλευόμενοι το φόρουμ που τους δίδεται εδώ να εκφράσουν, θα ήταν ακριβώς όλος ο ελληνικός λαός να γινόταν κοινωνός των απόψεών τους.
Ξέρετε κ. Πρόεδρε, οι εμμονές, οι ιδεοληψίες και άλλων δεκαετιών και οι αναλύσεις και οι απόψεις, η Ελληνική κοινωνία τις έχει αφήσει ή θα τις έχει αφήσει πίσω της, διότι προχωράει προς τα μπροστά. Και βεβαίως αυτή η δίκη είναι δίκη του αιώνα, αλλά ως προς τους μετέχοντες και ως προς τις απόψεις τις οποίες έχουν ήδη εκφράσει, είναι του περασμένου αιώνα.
Θέλω, λοιπόν, να πω κ. Πρόεδρε, ότι κατά την άποψη μου και την οποία νομίζω ευπρόσωπα προσφέρω στο Δικαστήριό σας συντρέχει ουσιώδες δημόσιο συμφέρον. Εξεφράσθησαν απόψεις, ότι η δημοσιότητα αυτής της δίκης δεν είναι κατοχυρωμένη. Υπάρχει η δικονομική δημοσιότητα της δίκης και υπάρχει και η δημοσιότητα με την έννοια την οποία χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας γλώσσα.
Η δικονομική δημοσιότητα της δίκης είναι εξασφαλισμένη, διότι υπάρχει. Είναι σαφές ότι υπάρχει η δυνατότητα του καθενός (βεβαίως το «καθενός› αυτό είναι σε εισαγωγικά), ο εντολέας μου, ο κ. Πέτσος σας εξέφρασε την άποψη, ότι πλην των ευρισκομένων στην Αθήνα και μάλιστα την Αθήνα των 4 εκατομμυρίων, ποιοι άλλοι θα μπορούσαν να έχουν άμεση πρόσβαση στη διαδικασία, στα λεγόμενα, στη διαπάλη των ιδεών, των απόψεων, των νομικών επιχειρημάτων μέσα σ’ αυτή τη δίκη. Δεν υπάρχει η δυνατότητα και το γνωρίζετε.
Οι εφημερίδες καλύπτουν, υπάρχει σεβασμός προς τον έντυπο Τύπο, αποτελείται από εξαιρετικούς στην πλειονότητά τους δημοσιογράφους, οι οποίοι μάλιστα κάνουν με πολύ δύσκολες συνθήκες ειδικά σ’ αυτή τη δίκη κ. Πρόεδρε το έργο τους, αλλά δεν θα μου επιβάλλει κανείς ή δεν επιβάλλει σε κάποιον να διαβάσει αναγκαστικά εφημερίδα για να πληροφορηθεί τις απόψεις.
Βεβαίως δεν γίνεται εν κρυπτώ και παραβύστω η δίκη και ήδη με τον τρόπο με τον οποίον μεταδίδεται –μεταδίδεται τηλεοπτικά εννοώ- μέσω των σκίτσων ή μέσω των ουσιαστικά αναπαραστάσεων, υπάρχει πληροφόρηση. Αλλά κ. Πρόεδρε δεν αντελήφθην ποτέ και τις απόψεις πολλών συναδέλφων μου οφείλω να πω, ότι δεν υπήρξε, ούτε υπάρχει κανένας φόβος και κανένας κίνδυνος ούτε για τη νεολαία, ούτε για κάτω των 17 χρονών, ούτε για να πάθουν οτιδήποτε, ούτε για να ηρωοποιήσουν συγκεκριμένα πρότυπα και συμπεριφορές.
Η ηρωοποίηση αυτών ή όχι μέσω των ενεργειών τους των προηγουμένων ετών έχει ήδη επέλθει, εξ ου και κάποιοι νεότεροι στις γενιές βρίσκονται σ’ αυτό το εδώλιο προσπαθώντας να μιμηθούν παλαιοτέρους.
Κύριε Πρόεδρε, ολοκληρώνω, το ζήτημα της συνταγματικότητας ή όχι του νόμου θα το κρίνει το Δικαστήριό σας. Η άποψη του ομιλούντος είναι, ότι ο νόμος κινείται στην κόψη της συνταγματικότητας. Βεβαίως μπορείτε και εσείς δια των απόψεων που θα εκφράσετε στην ένσταση η οποία υπεβλήθη από πλευράς της υπερασπίσεως, το Δικαστήριό σας οφείλει να διατυπώσει την άποψή του, την απόφασή του, αλλά ολοκληρώνοντας θέλω να πω, ότι συντρέχει κατά την άποψη του ομιλούντος ουσιώδες δημόσιο συμφέρον να επιτρέψτε την ολική ή την μερική υπό οποιουσδήποτε όρους.
Εξεφράσθησαν διάφορες απόψεις, περί σταθερής κάμερας, περί μεταδόσεως αποσπασμάτων, περί έστω στο τέλος – τέλος, εάν δεν τα κρίνετε αυτά ότι εξυπηρετούν δημόσιο συμφέρον, περί της μαγνητοσκοπήσεως, βιντεοσκοπήσεως της δίκης.
Οι γενιές οι οποίες έρχονται κ. Πρόεδρε, ανεξαρτήτως στην απόφαση στην οποία θα καταλήξετε περί ενοχής ή αθωώσεως κάποιων, όλων, μερικών εκ των κατηγορουμένων, απ’ αυτή την δίκη η οποία θα ολοκληρωθεί σε κάποιους μήνες ελπίζω, έχω την αίσθηση ότι το υλικό αυτής της δίκης πρέπει να είναι προσβάσιμο στον καθένα. Και το υλικό αυτής της δίκης σε σχέση με την τρομοκρατία δεν θα είναι οι 10.000 σελίδες ή οι 5.000 σελίδες που φιλότιμα σας γράψει ο κ. Γραμματέας και θα τις δώσει στις επόμενες γενιές, αλλά η ίδια η ζωντανή εικόνα.
Στο κάτω – κάτω, κ. Πρόεδρε, η τεχνολογία μας δίδει σήμερα τα μέσα και τα χρόνια τα οποία έρχονται, ώστε να μην περιφρονούμε και να μένουμε σε πρότυπα προηγουμένων δεκαετιών, που ούτως ή άλλως υπάρχουν σ’ αυτή τη δίκη όπως προείπα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ο κ. Πανταζής.
Δ.ΠΑΝΤΑΖΗΣ: Είμαι εις εκ των εκπροσώπων της πολιτικής αγωγής του τέως υπουργού, του κ. Γιώργου Πέτσου. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ότι η συζήτηση, κατ’ αρχήν αναφέρομαι στις αγορεύσεις του κ. Πέτσου και του συναδέλφου μου, συν-υπερασπιστή, του κ. Κεχαγιόγλου και θα ήθελα να σας πω, ότι και προσωπική μου άποψη ότι έπρεπε να επιτραπεί μία λελογισμένη χρήση της κάμερας, να γίνει δηλαδή αυτό που γίνεται με τη μετάδοση των συνεδριάσεων της Βουλής. Να μοιράζεται η εικόνα και έτσι να έχουμε και μία υπερυψηλή αν θέλετε προστασία του δικαιώματος του πολίτη για την ενημέρωση και της ελευθεροτυπίας υπό την ευρύτερη έννοια.
Όμως ο νόμος λέει άλλα. Και πιστεύω ότι αυτή η εξαίρεση που λέει ο νόμος -ο ατυχής αυτός νόμος και πρέπει να το πω αυτό- δεν είναι για να επιβεβαιώνει τον κανόνα, είναι επιφαινομένη, είναι κατά φαινόμενο. Ουσιαστικά ο νόμος απαγορεύει. Διότι δεν είναι δυνατόν να συντρέξουν οι προϋποθέσεις αυτές. Αλλά και αν συντρέχανε οι προϋποθέσεις αυτές, χρειάζεται να υπάρχει και η συνδρομή της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος. Ήδη έχουν εκφραστεί οι παράγοντες της δίκης πολλαπλά και αρνούνται. Συνεπώς η συζήτηση πρέπει να γίνει για την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως αυτής.
Χθες είχα την ατυχία να φύγω λίγο νωρίτερα από μια άλλη επαγγελματική απασχόληση και δεν ήμουν εδώ να ακούσω τους συνηγόρους της υπεράσπισης σχετικά με το θέμα. Υποθέτω όμως, απ’ όσα ο έγκριτος συνάδελφος της πολιτικής υπεράσπισης, ο συνάδελφός μου ο κ. Οικονομίδης έχει καταχωρήσει και γραπτά, ότι θα έκανε και επίκληση της διάταξης η οποία ισχύει στην Ελλάδα και έχει συνταγματική ισχύ, της διακήρυξης της 29ης Οκτωβρίου του 1982 του Συμβουλίου της Ευρώπης, η οποία είναι σχετική με το θέμα.
Όχι όμως με το θέμα της δημοσιότητας των δικών, αλλά θα παρατηρήσω και θα τονίσουμε το θέμα της ελεύθερης έκφρασης των πολιτών, της υπεράσπισης δηλαδή του δικαιώματος της ελευθεροτυπίας και του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης των πολιτών.
Θέλω να πω, λοιπόν, ότι είναι άστοχο αυτό το πράγμα. Τώρα κατά τα λοιπά η όποια επιστημονική μου συγκρότηση, αλλά η επιθυμία που έχω να σας ατενίζω με καθαρό το βλέμμα δεν μου επιτρέπει, αξιότιμοι κύριοι Δικαστές, να επιχειρηματολογήσω υπέρ της αντισυνταγματικότητας αυτής της διάταξης. Ευχαριστώ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Η επομένη υπόθεση είναι της δολοφονίας Παύλου Μπακογιάννη.
Ο κ. Γιαννίδης.
Ι.ΓΙΑΝΝΙΔΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, η πρόθεσή μου εξακολουθεί να είναι, να μην σας ταλαιπωρήσω πάνω από λίγα λεπτά, παρ’ όλο που θα αναγκαστώ εκ των πραγμάτων να απαντήσω σε ορισμένα υπερασπιστικά επιχειρήματα της απόψεως της αντισυνταγματικότητας, ανεξάρτητα του αν αυτά προβλήθηκαν από την πλευρά της υπεράσπισης ή από την πλευρά της πολιτικής αγωγής, χωρίς βέβαια να θέλω να πω, ότι είμαι αναγκασμένος να κάνω έναν διμέτωπο αγώνα.
Πολύ σύντομα όσον αφορά την ίδια την αντισυνταγματικότητα, πράγμα το οποίο προσπάθησα και χτες να σας πω κ. Πρόεδρε, ότι εάν δεν τίθετο αυτή η ένσταση, η απόφαση θα ήταν του κυρίου Εισαγγελέως και δική μας, των συνηγόρων υπεράσπισης και των συνηγόρων πολιτικής αγωγής. Ένας να έλεγε «όχι› θα αρκούσε.
Όμως τέθηκε το θέμα της αντισυνταγματικότητας. Συνεπώς η απόφαση είναι του Δικαστηρίου σας, -βεβαίως κάθε θέμα είναι απόφαση του Δικαστηρίου σας εδώ μέσα- αλλά είναι απόφαση του Δικαστηρίου σας, υπό την έννοια ότι μπορεί εάν κρίνει την αντισυνταγματικότητα ως δεδομένη, να αγνοήσει το οποιοδήποτε όχι πούμε εμείς.
Αυτή ήταν και η έννοια της παρέμβασής μου χτες και συνεχίζω λέγοντας τα εξής: από νομικής πλευράς η άποψη ότι το επίμαχο άρθρο 97 του Συντάγματος δίδει το δικαίωμα σε κάθε πολίτη να συμμετέχει στην ακροαματική διαδικασία ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου και ειδικότερα ποινικού, είναι λανθασμένη. Τούτο, διότι αυτό θα το υπέθετε ένα ατομικό δικαίωμα, του οποίου η άσκηση θα επέφερε αυτή τη δυνατότητα. Προχωρώ λέγοντας ότι αυτό θα κατέληγε σ’ ένα absurd για τον λόγο ότι οποιοσδήποτε που θα ήταν εκτός της αίθουσας αυτής, θα είχε το δικαίωμα να ζητήσει με ό,τι επιπτώσεις, να ασκήσει το ατομικό του δικαίωμα και να μπει μέσα, ή να δει τηλεόραση, ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.
Το να δεχτούμε ύπαρξη ατομικού δικαιώματος είναι λανθασμένο. Αλλά ακόμη κι αν τη δεχόμαστε, εκεί πλέον θα έδιδαν απάντηση τα άρθρα 14 και 15 του Συντάγματος, όπου η ελευθερία της τηλεόρασης, τίθεται ευθέως υπό περιορισμό. Τα άρθρα 14 και 15 είναι εκφράσεις ατομικών δικαιωμάτων και συνεπώς εάν το 93 υπέκρυπτε ατομικό δικαίωμα, ο περιορισμός του θα μπορούσε πράγματι να γίνει δια μέσου του 15. Αυτό είναι ορθό, υπό την προϋπόθεση ότι το 97 υποκρύπτει ατομικό δικαίωμα. Τέτοιο όμως πράγμα δεν τίθεται.

ΔΙΚΗ – 17Ν
B' ΜΕΡΟΣ
10:30 – 12:15
ΤΕΤΑΡΤΗ 5 ΜΑΡΤΙΟΥ 2003
ΔΙΚΗ 17Ν
ΤΕΤΑΡΤΗ 5 ΜΑΡΤΙΟΥ 2003
ΩΡΑ ΕΝΑΡΞΗΣ: 9:05
ΠΡΟΕΔΡΟΣ : ΜΙΧΑΗΛ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ
Γ. ΓΙΑΝΝΙΔΗΣ: Από τα πολλά άρθρα που ακούω κ. Εισαγγελέα μπερδεύτηκα. Το 93. Τέτοιο όμως θέμα δεν τίθεται. Συνεπώς πηγαίνουμε στη λέξη «δημόσιες› και «δημοσιότης› του ’93.
Όπως ορθά ανέφερε ο κ. Αναγνωστόπουλος, κατ’ αρχήν τίθεται ένα θέμα αν μπορεί η τηλεοπτική κάλυψη να θεωρηθεί ως δημοσιότης. Αλλά ακόμη κι αν μπορούσε να τεθεί ως δημοσιότητα, η ερμηνεία που θα δοθεί σ’ αυτή τη λέξη όχι μόνο για ιστορικούς λόγους αλλά για λόγους καθαρά συνταγματικούς, πρέπει να είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα.
Και επειδή αναμφισβήτητα, όπως όλες οι πλευρές παραδέχτηκαν, η μετάδοση με τις συνθήκες που γίνεται, με τα γκρο πλαν, με την επικέντρωση για μακρό χρονικό διάστημα στον Πρόεδρο φέρ’ ειπείν, ο οποίος συγνώμη πιάνει τη μύτη του ή το μολύβι του, βεβαίως και ενέχει αρχές προσβολής της προσωπικότητας εκεί και πολύ βαρύτερες από αυτές που ανέφερα.
Συνεπώς εντός του άρθρου 93 και για την ερμηνεία της λέξης «δημόσια› έχουμε σύγκρουση συνταγματικών αρχών. Έχουμε δηλαδή αφενός μεν αυτές τις αρχές, την αρχή η οποία στηρίζεται στο άρθρο 2, στο άρθρο 5 και στο άρθρο 7.2 του Συντάγματος για την προσωπική αξιοπρέπεια και την προστασία της προσωπικότητος και από την άλλη μεριά αν δεχτούμε ότι πρόκειται περί δημοσιότητος, έχουμε το αίτημα για μια αυξημένη δημοσιότητα μέσα και εκτός της αίθουσας του δικαστηρίου.
Εάν το Σύνταγμα ήθελε να θέσει μια εξαίρεση από την προστασία της προσωπικότητας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στο συγκεκριμένο σημείο, υπέρ των αρχών που επιδιώκει το άρθρο 93, δηλαδή της αμεροληψίας, της αποφυγής της μυστικότητας κυρίως, θα το έκανε. Είμαστε, όπως είναι το άρθρο 93, υποχρεωμένοι να ερμηνεύσουμε την λέξη «δημόσια› υπέρ της προστασίας της προσωπικότητας σε κάθε περίπτωση.
Κι αυτό το λέω σε κάθε περίπτωση σαν τελευταία γραμμή, διότι δεν δέχομαι όπως ήδη ανέφερα ότι αυτό αποτελεί το είδος της δικανικής δημοσιότητας, το οποίο απαιτεί ο νόμος και το Σύνταγμα για τις διαδικασίες στα δικαστήρια.
Συνεπώς η συνταγματική θεμελίωση κατ’ αρχήν της συνταγματικότητας του συγκεκριμένου νόμου είναι αυτή, δεδομένου ότι για να γίνει δεκτό ότι είναι επιβεβλημένη η παρουσία -και προσέξτε αυτό- της τηλεοράσεως, θα έπρεπε να πούμε ότι υπάρχει συνταγματική επιταγή.
Κινούμαστε μεταξύ δύο ακραίων απόψεων. Η μία άποψη είναι: είναι συνταγματικά επιβεβλημένο -ειπώθηκε χτες από την πλευρά της υπεράσπισης- να είναι μέσα οι τηλεοράσεις. Όποιος το πει αυτό, πέραν των θεωρητικών αντιρρήσεων που είχα προηγουμένως, έχει τις πρακτικές συνέπειες ότι σε οποιαδήποτε δίκη, οποιοδήποτε δικαστήριο η τηλεόραση μπορεί να μπει και δεν μπορεί να φύγει. Αυτή είναι η συνέπεια του να πούμε ότι υπάρχει θέμα αντισυνταγματικότητας.
Διότι η θεωρία των κανόνων εδώ είναι απλή. Αν πούμε ότι είναι αντισυνταγματικό, θα πρέπει να υπάρχει συνταγματική όχι δυνατότητα, αλλά συνταγματική επιβολή, δηλαδή να επιβάλει το Σύνταγμα αυτό το πράγμα. Αλλιώς δεν είναι συνταγματικά επιβεβλημένο. Αυτό είναι μία ακραία άποψη.
Η άλλη ακραία άποψη είναι ότι απαγορεύεται οπωσδήποτε σε κάθε περίπτωση να μπαίνουν μέσα τα τηλεοπτικά μέσα. ¶ρθρο 169 του Γερμανικού Οργανισμού των Δικαστηρίων όπου απαγορεύεται απολύτως κάθε πρόσβαση τηλεοράσεως ή ραδιοφώνου. Αυτή είναι η άλλη άποψη.
Θα έλεγα λοιπόν ότι αυτή η άποψη, ακραία ως είναι, που δεν την κάνω σ’ αυτή την ακραία της θέση δεκτή, παρ’ όλα αυτά δεν είναι αντισυνταγματική για τους λόγους που είπα προηγουμένως.
Φεύγω όμως απ’ αυτό και λέω ότι μεταξύ των δύο ακραίων αυτών θέσεων, δηλαδή του συνταγματικά επιβεβλημένου που μόνο αυτό δύναται να στηρίξει την αντισυνταγματικότητα και της πλήρους απαγορεύσεως της προσβάσεως των Μέσων, υπάρχουν οι ενδιάμεσες θέσεις, οι οποίες είναι δύο και για τις οποίες έχουμε τρεις εφαρμογές στην ελληνική νομοθετική πραγματικότητα.
Το άρθρο 28 του Ν. 2145 του ’93 που καταργήθηκε με το άρθρο 35 παρ. 4 εδάφιο β του Ν. 2172 πάλι του ’93 και το άρθρο 8 του 3090 του 2002. Ποια είναι αυτά τα δύο ενδιάμεσα μοντέλα; Το ένα ενδιάμεσο μοντέλο λέει: απαγορεύεται και επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση. Το άλλο ενδιάμεσο μοντέλο λέει: επιτρέπεται και απαγορεύεται κατ’ εξαίρεση.
Το μοντέλο «απαγορεύεται αλλά επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση› ακολουθήθηκε με μικρές διαφορές διατυπώσεως από τον Ν. 2145 του ‘93 και από το άρθρο 8 του Ν. 3090 του 2002, δηλαδή τον νόμο που έχουμε τώρα μπροστά μας. Το άλλο μοντέλο, δηλαδή που κατ’ αρχήν επιτρέπεται και απαγορεύεται υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ακολουθήθηκε από τον ενδιάμεσο νόμο που καταργήθηκε πρόσφατα, τον Ν. 2172 του ’93.
Αυτές είναι οι δυνατότητες που υπάρχουν. Είναι όλες συνταγματικές. Είναι συνταγματικές γιατί θα ήταν αντισυνταγματικές μόνο εάν μπορούσε να γίνει δεκτό ότι είναι απολύτως συνταγματικά επιβαλλόμενη η παρουσία των Μέσων, αλλά αυτό δεν μπορεί να προκύψει όπως είπαμε για θεωρητικούς και πρακτικούς λόγους.
Συνεπώς, δεν έχω πρόβλημα όσον αφορά ούτε τη συνταγματικότητα του προηγούμενου νόμου, ούτε τη συνταγματικότητα αυτού του νόμου. Το ποιον προτιμά ο νομοθέτης, ο εκάστοτε ιστορικός νομοθέτης και γιατί προτίμησε λίγους μήνες πριν από την δίκη να αλλάξει το ένα δυνατό μοντέλο με το άλλο δυνατό μοντέλο, αυτό είναι απόφαση του νομοθέτη.
Είναι κίνητρο του νομοθέτη και βεβαίως ο οποιοσδήποτε μπορεί να κάνει οποιαδήποτε σκέψη επί των κινήτρων του νομοθέτη. Δεν αποτελεί όμως νομικό επιχείρημα. Μπορεί να αποτελέσει άλλο επιχείρημα, δεν μπορεί να αποτελέσει νομικό επιχείρημα. Συνεπώς, ακόμη κι αν ο νομοθέτης ειδικώς γι’ αυτή τη δίκη άλλαξε τον νόμο, αυτό δεν αποτελεί επιχείρημα.
Συνεχίζω σύντομα και τελειώνω με τα εξής: ζητήθηκε από σας κ. Πρόεδρε πέραν της αντισυνταγματικότητας στην οποία οφείλαμε να λάβουμε θέση και η προσωπική άποψη για το μεγάλο ναι ή το μεγάλο όχι. Δεν υπάρχει κανένας φόβος κ. Πρόεδρε να πούμε ευθέως για λογαριασμό των πελατών μας το μεγάλο όχι.
Η επιμονή μου να αναλύσω πρώτα τον συνταγματικό θέμα δικαιολογείται με δύο λόγους. Πρώτον, διότι θεωρώ ότι ως έχει ο νόμος αυτό είναι αυτή τη στιγμή το αποφασιστικό. Διότι αν δεν κριθεί αντισυνταγματικός και το χθεσινό όχι του κ. Σινιόσογλου αρκεί, πολύ περισσότερο αρκεί το σημερινό πρωινό όχι του κ. Εισαγγελέα που καλύπτει όλη τη διαδικασία και όχι κομμάτια της, ανεξαρτήτως του ότι το επιχείρημα ότι η εκάστοτε πολιτική αγωγή μπορεί να αρνηθεί μόνο δια το τμήμα της διαδικασίας το οποίο την αφορά, το οποίο δεν θέλω να το κρίνω περισσότερο, η δίκη είναι ενιαία.
Θα έπρεπε λοιπόν να είχαμε μια τηλεόραση η οποία να αναβοσβήνει τα κουμπιά όποτε γίνεται αναφορά στις 5, 6, 10 περιπτώσεις πολιτικής αγωγής που έχουν αρνηθεί. Τι θα γινόταν με τις απολογίες, τι θα γινόταν με τις αγορεύσεις. Πρόκειται περί ανέφικτου, αλλά και θεωρητικώς λανθασμένου επιχειρήματος προελθόντως μάλιστα από την πολιτική αγωγή.
Λέγω λοιπόν ότι η πολιτική αγωγή στην προκειμένη περίπτωση λέει το μεγάλο όχι και απαντά, το μεγάλο όχι το λέει όχι διότι φοβάται, αλλά διότι δεν φοβάται. Και δεν φοβάται γιατί θέλει να γίνει μια δίκη νηφάλια, ήρεμη, εις την οποίαν θα βγει κατά το δυνατόν όλη η αλήθεια χωρίς πάθος, παρ’ όλο που το πάθος είναι δικαιολογημένο, από όλες τις πλευρές και να βγουν όλες οι λεπτομέρειες.
¶ρα αντιθέτως φοβάται ότι το reality show θα έκρυβε τις πτυχές αυτές. Δεν μπορεί κανένας να επικαλεστεί φόβο παρά μόνο ένα, την απόκρυψη της αλήθειας και όχι των φόβων της αποκάλυψης της αλήθειας και σ’ αυτό θα επιμείνω.
Και θα τελειώσω λέγοντας το εξής: Κύριε Πρόεδρε, είμαι σίγουρος ότι και οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι σύμφωνα τουλάχιστον με τις ιδεολογικές θέσεις τις οποίες επικαλούνται, στα μύχια της καρδιάς τους ξέρουν ότι στην περίπτωση -δεν λέω ότι θα γινόταν οπωσδήποτε αυτό, γιατί δεν είμαστε γενικά κατά της τηλεόρασης- αλλά στην περίπτωση που η αρνητική μορφή της τηλεόρασης έμπαινε εδώ μέσα και κατέστρεφε τη νηφάλια και ήρεμη διαδικασία, οι ίδιοι πιστεύω οι κατηγορούμενοι μέσα τους θα ήξεραν και θα αναγνώριζαν ένα παρακμιακό φαινόμενο της αστικής δημοκρατίας, το οποίο βέβαια συνεπείς στον εαυτό τους θα το εκμεταλλευόντουσαν για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του συναδέλφου μου, του κ. Κεχαγιόγλου, ως το σκοινί το οποίο εμείς οι ίδιοι δίνουμε για να κρεμαστούμε. Ευχαριστώ που με ακούσατε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Η επόμενη υπόθεση είναι η ανθρωποκτονία κατά Βαρδή Βαρδινογιάννη.
Α. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, κύριοι δικασταί, πολύ σύντομα και συμπυκνωμένα θα ήθελα να κάνω τις παρακάτω επισημάνσεις απαντώντας στους ισχυρισμούς των συναδέλφων της υπεράσπισης ότι είναι αντισυνταγματική η απαγόρευση που καθιερώνει το άρθρο 8 του Ν. 3090/2002. Ανέπτυξαν τα επιχειρήματα δια μακρόν οι συνάδελφοι μου, ο κ. Αναγνωστόπουλος, ο κ. Γιαννίδης και δεν νομίζω ότι θέλω να προσθέσω πολλά.
Θα ήθελα περιληπτικά τούτο να πω. Η ερμηνεία των διατάξεων 5α του Συντάγματος, 14, 15 του ‘93 παρ. 2, τόσο η γραμματική όσο και η τελολογική, αβίαστα νομίζω οδηγεί στο συμπέρασμα ότι εδώ με τη μη κάλυψη δεν έχουμε προσβολή του πυρήνα του δικαιώματος της δημοσιότητας της δίκης.
Νομίζω ενισχυτικό αυτής της απόψεως ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι ακριβώς το περιεχόμενο, η αιτιολογία της αποφάσεως υπ’ αριθμόν 2 του 2001 του γερμανικού συνταγματικού δικαστηρίου, την οποία σας ανέφερε και σας ανέλυσε ο κ. Αναγνωστόπουλος.
Θέμα δεύτερο. Ο Νόμος 3090/2002 υπήρξε επιλογή του νομοθέτη. Μπορεί κανείς να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει. Και θα ήθελα στο σημείο αυτό επειδή ήμουν στη Βουλή τη στιγμή εκείνη, να πω ότι προσωπικά διαφοροποιήθηκα. Υποστήριξα τότε -αλλά δυστυχώς ήμασταν πολύ λίγοι- ότι σε δίκες μεγάλου ιστορικού ενδιαφέροντος όπου συντρέχει το δημόσιο συμφέρον, θα πρέπει η απόφαση για την τηλεοπτική κάλυψη να εξαρτάται αποκλειστικά από την κρίση του δικαστηρίου χωρίς να απαιτείται η σύμφωνη γνώμη ή συναίνεση κατηγορουμένων, πολιτικώς εναγόντων και Εισαγγελέως.
Δυστυχώς η άποψη αυτή δεν υιοθετήθηκε. Υπήρξε λοιπόν επιλογή του νομοθέτη όπως ήταν ο προηγούμενος νόμος, ο 2175/93 επιλογή με αντίθετο ακριβώς περιεχόμενο.
Τρεις παρατηρήσεις σε όσα είπαν οι εκλεκτοί συνάδελφοι της υπερασπίσεως. ¶κουσα να γίνεται λόγος χθες, κύριε Πρόεδρε και κύριοι δικασταί, για την κοινή γνώμη. Νομίζω -κι ας με διορθώσουν οι συνάδελφοι που το υποστήριξαν αυτό- ελέχθη ότι εσείς σαν δικαστήριο είστε εντολοδόχοι του λαού και της κοινής γνώμης.
Φοβούμαι ότι είναι σφάλμα και ολίσθημα ο ισχυρισμός αυτός. Διότι γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η κοινή γνώμη δικαιούται να πληροφορείται, αλλά δεν είναι εκείνη που προσδιορίζει, εκείνη που καθορίζει το περιεχόμενο μιας δικαστικής αποφάσεως. Γι’ αυτό και μου έκανε εντύπωση όταν εδώ ο εκλεκτός συνάδελφος ο κ. Πέτσος είπε προ ολίγου και το σημείωσα ότι εν πάση περιπτώσει οι αποφάσεις σας πρέπει να ικανοποιούν το αίσθημα της κοινής γνώμης.
Μπορεί να συμβαδίζει και να μη συμβαδίζει, αλλά αλίμονο και το έχουμε πάρα πολλές φορές συζητήσει και έχουν πολλά γραφεί κι εδώ και διεθνώς για το τι ρόλο μπορεί να παίζει η θετική ή αρνητική διαμόρφωση γύρω από μια υπόθεση της κοινής γνώμης.
Ήθελα να πω και το εξής κ. Πρόεδρε. Ελέχθη από την υπεράσπιση κι έγινε πολύς λόγος σε κάτι το οποίο συμφωνούμε, ότι όλοι εδώ προσδοκούμε και αποβλέπουμε και είμεθα βέβαιοι για την δίκαια δίκη. Θα μπορούσε λοιπόν κάποιος να υποστηρίξει -ίσως το υποστήριξαν κάποιοι συνάδελφοι της υπερασπίσεως- ότι η παρουσία της τηλεόρασης, δηλαδή η τηλεοπτική κάλυψη μιας δίκης, αποτελεί ένα επιπλέον στοιχείο, ένα επιπλέον εγγυητικό στοιχείο για τη διασφάλιση μιας δίκης.
Κάτι τέτοιο όμως δεν υπάρχει. Αλίμονο αν έπρεπε να καταφύγουμε στην τηλεοπτική κάλυψη για να εξασφαλίσουμε την δίκαια δίκη, η οποία εξασφαλίζεται με τη δημοσιότητα και με την ακεραιότητα, αντικειμενικότητα των κριτών. Νομίζω λοιπόν ότι εφόσον δεν υπάρχει θέμα αντισυνταγματικότητας της εξαιρέσεως που καθιερώνει το άρθρο 8 του Ν. 3090, έχουμε εφαρμογή αυτού του νόμου.
Μπορεί κανείς όπως είπα να διαφωνεί με τις διατάξεις ή όχι, όμως αυτός ο νόμος δημιουργεί και περιγράφει τη σημερινή κατάσταση ως ισχύ και εφόσον υπάρχει διαφωνία έστω και κάποιων εκπροσώπων της πολιτικής αγωγής το θέμα οδηγείται σε αδιέξοδο. Αυτά ήθελα μόνο να πω συμπληρωματικά όσον αφορά την εκπροσώπηση του συγκεκριμένου πολιτικώς ενάγοντος.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Υπόθεση ανθρωποκτονίας Ρόναλντ Στιούαρτ. Το ίδιο. Να σημειώσω, 16. Υπόθεση Μπουλούκμπασι.
Ναι κ. Τζανετή.
Α. ΤΖΑΝΕΤΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, για το θέμα της αντισυνταγματικότητας του άρθρου 8 του πρόσφατου νόμου, νομίζω έχει αναπτυχθεί διεξοδικώς και από τον κ. Αναγνωστόπουλο και από τον κ. Γιαννίδη. Επιγραμματικώς εντελώς θα επισημάνω τα εξής: η επιχειρηματολογία της υπερασπίσεως για την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως στηρίζεται σε μια πρόδηλη σύγχυση. Μια σύγχυση ανάμεσα στο συνταγματικώς επιβεβλημένο και στο συνταγματικώς επιτρεπτό.
Αυτό το οποίο επιβάλλει το Σύνταγμα και είναι το κρίσιμο κριτήριο συνταγματικότητας ή αντισυνταγματικότητας της διατάξεως, είναι η άμεση δημοσιότητα, δηλαδή η δυνατότητα του καθενός να προσέρχεται ακωλύτως και ανεμποδίστως στην αίθουσα αυτή, η δυνατότητα φυσικής παρουσίας. ¶λλο λοιπόν η άμεση δημοσιότητα κι άλλο η λεγόμενη έμμεση δημοσιότητα, δηλαδή η δυνατότητα οπτικοακουστικής αναμεταδόσεως της δίκης.
Αυτή η έμμεση δημοσιότητα είναι κάτι πρόσθετο, κάτι επιπλέον. Αυτό το επιπλέον καλείται ο κοινός νομοθέτης να το ρυθμίσει όπως αυτός επιθυμεί. Και δεν είναι τυχαίο ότι από το 1993 μέχρι σήμερα υπάρχουν 3 νόμοι, αλλεπάλληλοι νόμοι οι οποίοι έχουν ρυθμίσει κατά τρόπο διαφορετικό το θέμα. Αναρωτιέται κανείς, όλοι αυτοί οι νόμοι εξεδόθησαν εκ περισσού;
Αν κατοχυρωνόταν η έμμεση δημοσιότητα από το ίδιο το Σύνταγμα, δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να έρχεται ο νομοθέτης και να ρυθμίζει το θέμα και να θέτει όρους και προϋποθέσεις.
Ο κοινός νομοθέτης έχει την ευχέρεια είτε να απαγορεύσει εντελώς την ραδιοτηλεοπτική αναμετάδοση όπως γίνεται στη Γερμανία στην παρ. 169 του κανονισμού των δικαστηρίων, είτε να την επιτρέψει χωρίς όρους, είτε όπως προτιμά τα τελευταία χρόνια να την επιτρέψει υπό κάποιες προϋποθέσεις. Αυτές οι προϋποθέσεις είναι στην απόλυτη κρίση του νομοθέτη και ασφαλώς συμβαδίζουν με την συνταγματική επιταγή του άρθρου 93.
Ολοκληρώνοντας θέλω να πω το εξής κ. Πρόεδρε. Ότι εάν θεωρήσουμε ότι η έμμεση δημοσιότητα κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα, θα καταλήξουμε σε σειρά νομικών παραδόξων και θα μου επιτρέψετε παραδειγματικώς να αναφέρω δύο.
Αν ήταν επιβεβλημένη η ραδιοτηλεοπτική αναμετάδοση, τότε κάθε δίκη, η οποία διεξάγεται μεν δημοσίως χωρίς όμως τηλεοπτική κάλυψη, θα είχε ένα έλλειμμα δημοσιότητας σε σχέση με αυτή που καλύπτεται τηλεοπτικώς.
Και δεύτερον, στη συγκεκριμένη δίκη το κομμάτι της διαδικασίας που έχει γίνει μέχρι τώρα, στις δύο συνεδριάσεις που προηγήθηκαν και τη σημερινή, που δεν καλύπτεται από την τηλεόραση, πάσχει μήπως από πλευράς δημοσιότητας; Ασφαλώς η απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι αρνητική.
Επομένως συγκεφαλαιώνοντας θα πω ότι είναι σαφώς συνταγματική η διάταξη του νόμου. Από κει και πέρα αν με ρωτάτε για το ναι ή το όχι των εντολέων μου, μολονότι παρέλκει η απάντηση εφόσον υπάρχουν αρνητικές τοποθετήσεις, η απάντηση είναι αρνητική.
Αλλά εν πάση περιπτώσει με την τοποθέτηση του κ. Εισαγγελέως -και μ’ αυτό ολοκληρώνω για την μη κάλυψη της δίκης από τα ραδιοτηλεοπτικά Μέσα- ούτως ή άλλως καλύπτεται το σύνολο της διαδικασίας και δεν μπορεί να επικρατήσει άποψη η οποία να απαιτήσει τον τεμαχισμό της δίκης και τη μερική αναμετάδοση για συγκεκριμένους πολιτικώς ενάγοντες. Ευχαριστώ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: 18, Τσεντίν Γκιοργκού. Το ίδιο. 19 υπόθεση ρουκέτας κατά λεωφορείου ΜΑΤ. Υπάρχει εδώ πολιτική αγωγή. Η υπ’ αρ. 20 υπόθεση Σεπολίων.
ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, να μιλήσω γι αυτή, για τα Σεπόλια, για τη δική μου. Επειδή είμαι εκπρόσωπος.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Η δική σας πού είναι; Είναι πιο κάτω, δεν είναι;
ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ: Ναι, αλλά είμαι εκπρόσωπος και στην περίπτωση των Σεπολίων και στην περίπτωση των Εξαρχείων.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Μιλάμε για το λεωφορείο ΜΑΤ.
Κύριε Παπαδημητρίου, θα πάρετε τον λόγο γι αυτή την υπόθεση που θα σας πω τώρα και μετά θα πείτε «αναφέρομαι σε αυτά που είπα› και τελείωσε.
Ε.ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ: Ήθελα να πω το εξής: Αν προηγούνται άλλοι συνάδελφοι, να προηγηθούν και μετά να πάρω τον λόγο.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Όχι, θα πηγαίνουμε με αυτή τη σειρά για να μην ξεχάσω κανέναν. Είδατε προηγουμένως λέει «εμένα με ξέχασες›.
Λοιπόν, ο λόγος είναι τη ρουκέτα στο λεωφορείο ΜΑΤ στις 2/11/91.
Ε.ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ: Με έχουν καλύψει οι περισσότεροι συνάδελφοι. Εγώ θα μιλήσω περιληπτικά. Συμφωνώ με τη συνταγματικότητα του άρθρου 8 του Ν. 3090/2002 όπως άλλωστε έχει υποστηριχθεί, τόσο από τον Εισαγγελέα τον κ. Λάμπρου, όσο και από άλλους Συνηγόρους Πολιτικής Αγωγής.
Όμως, κάνω έκκληση σε όλους τους παράγοντες της δίκης και παρακαλώ τον δεύτερο, κύριε Εισαγγελέα, να ξανασκεφθεί τη θέση του. Κάνω έκκληση σε όλους τους παράγοντες της δίκης, να συναινέσουν στην τηλεοπτική κάλυψη αυτής, λόγω του ουσιώδους εννόμου συμφέροντος που υπάρχει στην προκείμενη δίκη.
Θα πρέπει ο ελληνικός λαός να έχει την πλέον άμεση αντίληψη των γεγονότων της δίκης. Θα πρέπει ο ελληνικός λαός να πληροφορηθεί πέραν από τους πραγματικούς δράστες, και τους λόγους που οδήγησαν αυτούς στην επιλογή των συγκεκριμένων στόχων. Επίσης, να πληροφορηθεί αν οι λόγοι αυτοί εντάσσονται σε ένα ευρύτερο σχέδιο της οργάνωσης, ή εξυπηρετούσαν συμφέροντα τρίτων. Σας ευχαριστώ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Η υπ’ αριθμ. 20 υπόθεση, είναι Σεπολίων πάλι. Σεπόλια 20/11/91. Πολιτική Αγωγή είχαν δηλώσει ο κ. Κότσιας, ο κ. Καδάς, ο κ.Σταυρακάκης, δεν είναι κανένας. Δεν μας πειράζει. Αν έρθουν όμως, θα τους δοθεί ο λόγος.
Ρουκέτα κατά ΒΙΟΧΑΛΚΟ δεν είχε Πολιτική Αγωγή. Απόπειρα κατά Παλαιοκρασσά. Κύριε Μαύρε, αρχίσατε κάτι να λέτε.
(Διαλογικές συζητήσεις)
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Υπόθεση 20 λοιπόν: Παρίσταται ο κ. Παπαδημητρίου.
Ε. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ: Όλους τους εκπροσωπώ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Και λέτε τα ίδια. Επιθυμούν λοιπόν μετάδοση, αλλά ο νόμος είναι συνταγματικός. Αυτή είναι η θέση σας.
Κύριε Μαύρε, μάλλον θα έρθετε πιο μπροστά για να σας βλέπουμε, για να σας ακούμε.
Γ. ΜΑΥΡΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, είμαι Συνήγορος της Πολιτικής Αγωγής του κ. Παλαιοκρασσά, της κας Παλαιοκρασσά και του κ. Φωτεινόπουλου. Οι κύριοι αυτοί είναι υπέρ της τηλεοπτικής μεταδόσεως της δίκης από σταθερή μηχανή λήψεως. Η θέση αυτή των πελατών μου, όπως μου τη διετύπωσε ο κ. Παλαιοκρασσάς, στηρίζεται σε δύο αρχές, θα τις έλεγα. Η μία είναι γενικότερης εκτιμήσεως και η άλλη είναι προσωπική.
Λέγει ο κ. Παλαιοκρασσάς ότι θα ήταν κατά της μεταδόσεως της δίκης αυτής από την τηλεόραση και το ραδιόφωνο αν η απαγόρευση αυτή ήταν μια μακρά παράδοση, μία μακρά παράδοση στη χώρα μας, όπως είναι π.χ. σε άλλες χώρες.
Ο προσωπικός λόγος είναι ότι δεν έχει τίποτε να κρύψει. Και δεν θέλει να δοθεί η εντύπωση ότι έχει κάτι να κρύψει. Και αυτό έχει, ξέρετε, κάποια αξία προκειμένου περί του κ. Παλαιοκρασσά όπως και των άλλων θυμάτων βεβαίως, διότι αν πιστέψει κανείς την προκήρυξη της 17Ν την πρώτη από τις 3-4, η 17Ν είχε στήσει τουλάχιστον 15 ενέδρα προκειμένου να επιτύχει τον στόχο της.
Αυτό με οδηγεί με μεγάλη συντομία να προσπαθήσω να συμβάλλω στο ζήτημα το οποίο έχετε να αντιμετωπίσετε, με δύο, στην αρχή, επισημάνσεις. Η χώρα μας έχει έναν έλεγχο συνταγματικό των νόμων, που είναι ζηλευτός, πράγματι, διότι και ο Ειρηνοδίκης μπορεί να κάνει αυτόν τον έλεγχο. Δεν είναι όπως άλλα συστήματα που πρέπει να πάτε σε ένα Ανώτατο Δικαστήριο.
Όμως, τα δικαστήρια στην Ελλάδα δεν κηρύσσουν αντισυνταγματικούς τους νόμους. Δεν εφαρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση ένα νόμο, όταν τον κρίνουν ότι είναι αντισυνταγματικός. Αυτό είναι το θέμα το οποίο έχετε εσείς.
Και το δεύτερο, ότι αυτό γίνεται, αφού προηγουμένως αποτύχει μία προσπάθεια ερμηνείας του νόμου κατά τρόπον ο οποίος να τον κάνει σύμφωνο με το Σύνταγμα. Μόνο αν αδυνατείτε να ερμηνεύσετε ένα νόμο κατά τρόπο σύμφωνο με το Σύνταγμα, μπορείτε να μην τον εφαρμόσετε ως αντίθετο προς το Σύνταγμα. Και σας λέω ευθέως, ότι η άποψή μου είναι ότι όση προσπάθεια και να καταβάλλετε, δεν μπορείτε να αντιληφθείτε, να συλλάβετε τον νόμο αυτόν, ως συνταγματικό.
Κύριε Πρόεδρε, είτε ως κανών, όπως ήταν υπό το παλαιό καθεστώς, είτε ως εξαίρεσις, όπως είναι με τον 3090, η μετάδοσις της δίκης προβλέπεται από την ελληνική έννομη τάξη. Και στις δημοκρατίες, είμαστε υποχρεωμένοι, υπάρχει ένα τεκμήριο, ότι ο νομοθέτης είναι εχέφρων. Ότι δεν παραλογίζεται.
Αλλά ο νομοθέτης, για να προβλέψει, επαναλαμβάνω, είτε ως κανόνα είτε ως εξαίρεση την τηλεοπτική μετάδοση της δίκης, κάποιο έννομο συμφέρον επεδίωκε να πραγματώσει, κάποια διάταξη του Συντάγματος. Και αυτές οι διατάξεις συνιστούν δύο ζεύγη: Ένα ζεύγος είναι της δημοσιότητος και το άλλο ζεύγος είναι της πληροφορήσεως.
Γιατί ο νόμος αυτός, κατά την άποψή μου, είναι αντισυνταγματικός: Διότι προβλέπει βέτο, αξιότιμε κ. Πρόεδρε. Προβλέπει ένα βέτο και μάλιστα, όπως επεσήμανε ο αξιότιμος κ. Εισαγγελεύς, αναιτιολόγητο. Αλλά στις δημοκρατίες, η κεντρική αξία είναι η αιτιολογία. Και είναι αντισυνταγματικός αυτός ο νόμος στο μέτρο που καθιερώνει το βέτο των Εισαγγελέων ή των κατηγορουμένων ή των παθόντων, των πολιτικών εναγόντων, διότι άγει σε παράδοση του άρθρου 25 του Συντάγματος.
Το άρθρο 25 του Συντάγματος έχει δύο διατάξεις: Έχει τη διάταξη του άρθρου 3 η οποία απαγορεύεται την καταβλητική άσκηση των δικαιωμάτων, αλλά έχει και μία άλλη διάταξη, η οποία μπήκε τώρα στο Σύνταγμα, με την τελευταία αναθεώρηση: Έχει την αρχή της αναλογικότητος. Και όταν καθιερώνετε βέτο, ανοίγετε τον δρόμο εις την αδυναμία ελέγχου της καταχρηστικότητος και εις την αδυναμία εφαρμογής της αναλογικότητος.
Τώρα, σύμφωνα με αυτά που σας είπα στην αρχή, γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα ήταν η εφαρμογή του νόμου αυτού αντισυνταγματική: Και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 10 και το άρθρο 5α προβλέπουν περιορισμούς, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, και στη δημοσιότητα και στην πληροφόρηση. Οι περιορισμοί όμως αυτοί δεν αρκούν να υπάρχουν, ξέρετε ότι για να αφορίσει ένας περιορισμός αυτών των δικαιωμάτων, θα πρέπει λέει να είναι αναγκαίος σε μια δημοκρατική κοινωνία.
Και η έννοια της αναγκαιότητος είναι ισχυρή έννοια λέει το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αναγκαιότης σημαίνει επιτακτική κοινωνική ανάγκη. Θα πρέπει δηλαδή να υπάρχει επιτακτική κοινωνική ανάγκη για να περιοριστεί ένα δικαίωμα.
Κύριε Πρόεδρε, όπως είναι γνωστόν, αλλά καμιά φορά το ξεχνάμε, τα ατομικά δικαιώματα δεν είναι ιεραρχικώς τοποθετημένα στο Σύνταγμα. Όλα είναι σε μία ευθεία, σε ένα επίπεδο και έχουν μία διπλή σχέσή μεταξύ τους, συμπληρωματικότητος και αντιθετικότητος. Και γι αυτό πάντοτε ομιλούμε για στάθμιση των δικαιωμάτων.
Εδώ ποια είναι αυτά τα δικαιώματα, τα οποία συγκρούονται; Είναι της πληροφόρησης, είναι η δημοσιότης και από την άλλη είναι οι περιορισμοί. Οι περιορισμοί –δεν θα πάω βέβαια στην εθνική ασφάλεια- νομίζω τρεις έχουν αξία εδώ: Ο πρώτος είναι η προσωπικότητα των παραγόντων της δίκης, της οποίας έγινε επίκλησις και από τον αξιότιμο κ. Εισαγγελέα. Το δεύτερο είναι το κύρος της δικαιοσύνης. Το κύριος και η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας.
Το ερώτημα λοιπόν είναι το εξής: Στη συγκεκριμένη αυτή δίκη, στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση, ποιο από τα δικαιώματα αυτά επικρατεί του άλλου; Επικρατεί το δικαίωμα της δημοσιότητος και της πληροφορήσεως των πολιτών, ή επικρατεί το δικαίωμα των τρίτων, της προσωπικότητος και βεβαίως και η αρχή του κύρους και της ανεξαρτησίας της δικαστικής αρχής; Αρχίζω απ’ αυτό το τελευταίο, αξιότιμε κ. Πρόεδρε.
Κατά την ταπεινή μου άποψη, η μετάδοσις της δίκης αυτής, θα ενισχύσει το κύρος της δικαστικής εξουσίας. Και ξέρετε γιατί θα το ενισχύσει αξιότιμε κ. Πρόεδρε; Διότι οι κατηγορούμενοι, κατηγορούνται ότι ήσκησαν δικαστικήν εξουσίαν, ότι εδίκαζαν, κατηγορούσαν, εδίκαζαν και εφήρμοζαν την ποινή. Αυτή είναι, σε τελευταία ανάλυση, μία από τις σημαντικές κατηγορίες, η σημαντικότερη η οποία τους βαρύνει.
Ο κόσμος λοιπόν, η κοινωνία, έχει ανάγκη να πληροφορηθεί ότι δεν είναι αυτή η Δικαιοσύνη, δεν ασκείται έτσι η Δικαιοσύνη εις τις δημοκρατίες.
Έρχομαι τώρα στην προσωπικότητα: Ελέχθη ότι θίγεται η προσωπικότητα. Γιατί θίγεται η προσωπικότητα; Δε μας το είπαν αυτό. Δεν μας εδόθη καμία εξήγησις γιατί θίγεται, ποια πτυχή της προσωπικότητας. Και, ξέρετε, στο 29 παρ.3, δεν ομιλεί περί προσωπικότητος, ομιλεί περί του ιδιωτικού ή οικογενειακού βίου ως επιβάλλοντος ορισμένες προϋποθέσεις περιορισμού της δημοσιότητος.
Από τη στιγμή που δεχθείτε ότι το βέτο αυτό του Εισαγγελέως και των παραγόντων της δίκης αντιτίθεται στις διατάξεις που σας είπα, του άρθρου 25, παραμένει το ερώτημα αν υπάρχει ουσιώδες δημόσιο συμφέρον για την μετάδοση αυτής της δίκης, όπως λέγει η διάταξις αυτή.
Ιδιωτικώς, διότι δεν το άκουσα ή το άκουσα διστακτικά, ένας από τους λόγους που ορισμένοι συνάδελφοί μου, κατ’ εντολήν βεβαίως των πελατών τους, ήσαν να μη μεταδοθεί η δίκη, είναι –λέει- διότι θα δώσουμε πάλι βήμα στους τρομοκράτες να πουν αυτά τα οποία έλεγαν στις προκηρύξεις τους. Αυτή είναι κυρίως η άποψις η οποία υφέρπει.
Εάν δεν τους δώσουμε βήμα, αξιότιμε κ. Πρόεδρε, θα είναι σα να τους φοβόμαστε. Θα είναι σα να φοβόμαστε τις ιδέες τους, θα είναι σα να μην έχουμε εμπιστοσύνη στην ελληνική κοινωνία. Θα είναι σα να λέμε ότι οι Έλληνες δεν έχουν κρίση. Δεν εμπιστευόμαστε την κρίση τους και γι’ αυτό δεν δίνουμε στους κατηγορουμένους αυτό το βήμα.
Προσωπικώς και οι πελάτες μου έχουμε μεγάλη εμπιστοσύνη στην ελληνική κοινωνία και στην κρίση της, έστω και αν αυτή η κρίση ήρθε με κάποια μεγάλη καθυστέρηση, διότι εκεί, αξιότιμε κ. Πρόεδρε, βρίσκεται το ουσιώδες δημόσιο συμφέρον. Το ουσιώδες δημόσιο συμφέρον σε αυτή την πολιτική δίκη, τα αδικήματα των κατηγορουμένων είναι αδικήματα του κοινού Ποινικού Δικαίου. Τα τρομοκρατικά αδικήματα είναι Ποινικά Αδικήματα, η τρομοκρατία όμως είναι ένα πολιτικό φαινόμενο. Το ουσιώδες δημόσιο συμφέρον στην προκειμένη περίπτωση συνίσταται, να ακούσει η ελληνική κοινωνία την ξύλινη γλώσσα των κυρίων κατηγορουμένων, μία γλώσσα με την οποία εκφράζεται μία απηρχαιωμένη πολιτική σκέψη, που βλέπει παντού διαβολικές συνομωσίες, μια απηρχαιωμένη σκέψη ολοκληρωτικής εμπνεύσεως.
Επειδή ίσως είμαστε ο μόνος λαός ο οποίος θεωρεί ότι η ελευθερία έχει μεγαλύτερη αξία από τη ζωή. Σας θυμίζω εκείνο του Ρήγα Φερραίου.
Θα ήθελα να τελειώσω διαβάζοντας ένα απόσπασμα και θα σας πω μετά από πού είναι:
«Η παρεμπόδιση της έκφρασης μιας γνώμης, πλήττει ολόκληρο το ανθρώπινο είδος, τόσο τη μέλλουσα, όσο και την παρούσα γενιά. Εκείνους που υποστηρίζουν αυτή τη γνώμη, αλλά ακόμα περισσότερο εκείνους που διαφωνούν με αυτήν
Αν η γνώμη είναι σωστή, τότε χάνουν την ευκαιρία να αντικαταστήσουν το σφάλμα με την αλήθεια
Αν είναι λαθεμένη, τότε στερούνται κάτι που είναι σχεδόν εξίσου ωφέλιμο: τη δυνατότητα διαυγέστερης αντίληψης και πιο ζωηρής εντύπωσης της αλήθειας, που είναι αποτέλεσμα της σύγκρουσης, μεταξύ αλήθειας και σφάλματος›.
Δεν πρέπει ναι κρυβόμαστε πίσω από τα δάχτυλά μας. Εάν χρειάστηκε 27 χρόνια για να εξαρθρωθεί η τρομοκρατία, είναι διότι όπως είπε ένας έγκριτος δημοσιογράφος, η κοινωνία μας ήταν μία κοινωνία της 17Ν, ήταν μια κοινωνία ή οποία μισοκαταδίκαζε τα μέσα, δηλαδή τις δολοφονίες και ήταν μια κοινωνία η οποία δικαίωνε τους σκοπούς, πρέπει να το πούμε αυτό.
Και πρέπει αυτή η κοινωνία να κοιτάξει μέσα στα πρόσωπα των κατηγορουμένων. Όπως θα μεταδοθεί από την τηλεόραση, το ίδιο της το πρόσωπο, για να συνειδητοποιήσει πως διατήρησε αυτό το φαινόμενο, να κάνει την αυτοκριτική της. Για να μην ξαναζήσει η χώρα μας, αυτού του είδους τα αδικήματα και για να μην κλάψουν οι άνθρωποι οι οποίοι έκλαψαν.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Υπάρχει άλλος εδώ; Του κ. Αξαρλιάν νομίζω, ο κ. Λίβος.
ΑΛ. ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, αν μπορούσα να προσθέσω δύο πράγματα μόνο και μάλιστα από τη θέση μου. Όπως ακούσατε από τον συνάδελφό μου, σκοπός της προτάσεως να καλυφθεί η δίκη τηλεοπτικώς, είναι πρώτον διότι δεν έχουν οι εντολείς μας τίποτε να φοβηθούν αλλά και διότι αναγνωρίζουμε το δικαίωμα κάποιων που έχασαν τους δικούς τους, να ακούσουν, να παρακολουθήσουν live τις απολογίες των κατηγορουμένων και γενικώς τα τεκταινόμενα σε αυτή τη δίκη. Αλλά και το δικαίωμα των γονιών και των συγγενών των κατηγορουμένων, να παρακολουθήσουν τη δίκη των παιδιών τους, των συγγενών τους, των φίλων τους.
Ήθελα να πω περαιτέρω, στα υπόλοιπα θέματα, ότι δεν υπάρχουν νόμοι καλοί ή κακοί, αλλά νόμοι ισχύοντες ή μη ισχύοντες. Ο 3090 είναι νόμος ο οποίος ισχύει και εσείς θα κρίνετε εάν καλώς ή κακώς ισχύει.
Το επόμενο που ήθελα να παρατηρήσω, είναι ότι είναι διαφορετική έννοια η δημοσιότης και διαφορετική έννοια η πληροφόρησις. Η δημοσιότης καλύπτεται πλήρως, άλλωστε αυτό θα υποτιμούσε το αντίθετο, την πληθώρα των εκλεκτών δημοσιογράφων οι οποίοι την παρακολουθούν, και επίσης ότι δημοσιότης υπήρξε και προ της ανακαλύψεως της τηλεοράσεως.
Και ακόμη, ότι το Γερμανικό Κοινοβούλιο εψήφισε νόμον, βεβαίως δικονομικόν, όχι ενόψει ή προ της δίκης του Στάμχαιν, αλλά κατά την διάρκεια της δίκης αυτής, καθ’ ο είχε δικαίωμα. Ευχαριστώ πολύ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ακούγεστε εσείς κ.Λίβο τώρα για την οικογένεια Αξαρλιάν.
Ν. ΛΙΒΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, εκπροσωπώ την οικογένεια Αξαρλιάν και τον Στυλιανό Κήλη. Κύριε Πρόεδρε, αξιότιμοι κ.κ. Δικαστές, σεβόμενος το Δικαστήριό σας δεν θα ήθελα να σας κουράσω και θα μπορούσα και εγώ με μία αρνητική ή θετική τοποθέτηση να τελειώσω.
Υπάρχουν όμως δυο θέματα που έχουν τεθεί, τα οποία μου επιβάλλουν, παρόλα αυτά, να αναπτύξω δι’ ολίγον, την τοποθέτησή μας. Το ένα είναι η παρατήρηση του σεβαστού μου κ. Οικονομίδη προηγουμένως ότι αρκεί ένα ναι και ένα όχι εδώ και εφόσον υπάρχει ήδη αρνητική τοποθέτηση όλες οι επόμενες τοποθετήσεις είναι περιττές.
Μιλώ παρόλα αυτά για να πω ότι μετά το ναι και μετά το όχι μας, πρέπει να υπάρξει μία αιτιολόγηση για να δείξουμε ότι όποιο δικαίωμα μας δίνει ο νόμος να ασκήσουμε δεν το ασκούμε ως βέτο, αλλά και ούτε ως κατάχρηση δικαιώματος και αυτό έχουμε εκ του νόμου το δικαίωμα να κάνουμε, αλλά παρόλα αυτά δεν ασκούμε αυτό το δικαίωμα καταχρώμενοι τη δυνατότητα αυτή αλλά γιατί κι εμείς πιστεύουμε σε αυτό που λέει ο νόμος.
¶ρα μολονότι ο νόμος κακώς έχει θέσει το ζήτημα ως ψηφοφορία εμείς θέλουμε να πείσουμε παρόλα αυτά και δεν κάνουμε κατάχρηση του δικαιώματος γι αυτό μιλάμε. Το δεύτερο επιχείρημα τέθηκε κυρίως από την πολιτική αγωγή. Τι έχουμε να φοβηθούμε;
Εγώ θα σας εξηγήσουμε στα επόμενα τι έχουμε να φοβηθούμε. Έχουμε να φοβηθούμε. Γι’ αυτό το λόγο θέλω να πω δυο-τρία πράγματα. Ως προς την αντισυνταγματικότητα του νόμου και στο άρθρο 93 του Συντάγματος. Εκεί πράγματι υπάρχει η έννοια της δημοσιότητας και πρέπει να δούμε τι πληρότητα έχει αυτή η νομική έννοια.
Είναι πεποίθησή μου ότι αυτή η έννοια είναι αξιολογική και ποιοτική. Δεν είναι ποσοτική. Η έννοια της δημοσιότητας όπως είπε προηγουμένως και ο συνάδελφος από την πολιτική αγωγή, δεν επιδέχεται διαβαθμίσεις, δεν υπάρχει περισσότερη ή λιγότερη δημοσιότητα.
Η δημοσιότητα είτε υπάρχει, είτε δεν υπάρχει. Εάν νομίζουμε ότι δεν υπάρχει επειδή δεν υπάρχουν κάμερες εδώ ραδιοτηλεοπτικές, να το συζητήσουμε και θα το αναπτύξω στη συνέχεια. ¶ρα η έννοια της δημοσιότητας που προβλέπεται στο άρθρο 93 του Συντάγματος είναι αυτή η νομική αξιολογική έννοια της δημοσιότητας που δεν επιδέχεται διαβαθμίσεις. Βέβαια υπάρχει η έμμεση δημοσιότητα όπως λέγεται, αυτή δηλαδή της κάλυψης από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα.
Αυτό όμως που υπάγεται στο άρθρο 93 του Συντάγματος είναι η άμεση δημοσιότητα, η δημοσιότητα του ακροατηρίου. Γιατί όμως να υπάρχει μόνον αυτή και γιατί μόνο στο ακροατήριο; Κύριε Πρόεδρε, κύριοι Δικαστές δημοσιότητα σημαίνει ότι όποιο επικοινωνιακό ενέργημα εδώ στο σύστημα αυτό το επικοινωνιακό της ποινικής δίκης αναπτύσσεται, πρέπει να αναπτύσσεται υπό την πραγματολογική προϋπόθεση συγκροτήσεώς του της υπάρξεως ακροατηρίου.
Το ακροατήριο είναι ο σιωπηλός διάδικος της ποινικής δίκης. Αυτή είναι η αναγκαία προβλεπόμενη προϋπόθεση από το Σύνταγμα. Γιατί όμως δεν είναι και η ραδιοτηλεοπτική; Για να το καταλάβουμε αυτό θα σας πω ένα απλό παράδειγμα. Ας υποθέσουμε -υπόθεση εργασίας κάνω- ότι δεν επιτρέπουμε τις κάμερες, επιτρέπουμε όμως την ακώλυτη εισέλευση του κοινού στην αίθουσα αυτή. Θα έχουμε δημοσιότητα; Η απάντηση είναι, ναι θα έχουμε δημοσιότητα.
Αντιστρέφω ως υπόθεση εργασίας το παράδειγμα. Ας υποθέσουμε ότι δεν επιτρέπουμε την παρουσία κοινού στην αίθουσα αυτή αλλά μεταδίδουμε από το πρωί ως το βράδυ τη δίκη αυτή. Υπάρχει κανείς που θα πει ότι θα έχουμε τότε δημοσιότητα; Νομίζω ότι είναι προφανής η απάντηση, όχι τότε δεν θα έχουμε δημοσιότητα. Γιατί; Γιατί όπως είπα το ακροατήριο είναι ο σιωπηλός διάδικος και πρέπει και οφείλει να υπάρχει και αυτός καλύπτεται από το Σύνταγμα.
Κατά τούτο ο νόμος αυτός ως μη αναφερόμενος σε αυτού του είδους την δημοσιότητα αλλά στη δημοσιότητα την έμμεση δεν είναι αντισυνταγματικός και δεν μπορεί να κριθεί ενόψει του άρθρου 93 του Συντάγματος.
Ο νόμος αυτός παρέχει μία στάθμιση ανάμεσα στην προστασία της προσωπικότητας των παραγόντων της δίκης από την μία πλευρά και ανάμεσα στο ουσιώδες δημόσιο συμφέρον. Ο νομοθέτης κρίνει ότι μπορεί το ουσιώδες δημόσιο συμφέρον να υποχωρήσει μπροστά στην προστασία της προσωπικότητας των παραγόντων της δίκης και αυτή τη δυνατότητα παρέχει.
Θα ήθελα να πω σε μία παρατήρηση που ακούστηκε από τους αξιότιμους συναδέλφους της υπεράσπισης ότι η τηλεοπτική κάμερα επιτέλους δείχνει αυτό που γίνεται στη ποινική δίκη. Δεν επεμβαίνει στα διαδραματιζόμενα. Διαδραματιζόμενα και τεκταινόμενα για όσους το λένε. Δεν τεκταίνονται, διαδραματίζονται.
Αυτό, επιτρέψτε μου να πω με όλο το σεβασμό προς τους συναδέλφους ότι δείχνει μία επικοινωνιακή αφέλεια. Είμαστε αρκετά ώριμοι πλέον ως λαός και έχουμε αρκετή εμπειρία με την τηλοψία για να γνωρίζουμε ότι η κάμερα όπου υπάρχει δεν παριστά πραγματικότητα, παράγει πραγματικότητα, τη δική της πραγματικότητα, την τηλεοπτική πραγματικότητα.
Εάν φέρουμε την κάμερα εδώ θα παραχθεί αυτή η πραγματικότητα και εσείς κ. Πρόεδρε θα χάσετε το διευθυντικό σας δικαίωμα και καθήκον όπως το έχετε και όπως προβλέπεται από την Ποινική Δικονομία. Γιατί; Γιατί δίπλα σε αυτό το επικοινωνιακό σύστημα της ποινικής δίκης θα τοποθετηθεί ένα άλλο των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και όπως γνωρίζετε τα συστήματα συγκροτούνται βάσει ενός διαδικού κώδικα ωφελειών και ζημιών. Κέρδος και χασούρα να το πω με άλλα λόγια.
Εάν λοιπόν δίπλα σε αυτό το σύστημα εδώ που μιλάμε τώρα και επικοινωνούμε, θέσουμε ένα άλλο σύστημα το οποίο έχει άλλες αμοιβές, άλλες ωφέλειες και άλλες ζημιές ενδέχεται οι παράγοντες της δίκης να προτιμήσουν τις ωφέλειες αυτού του συστήματος, παρά τις ωφέλειες της Δικονομίας.
Αυτή η δυνατότητα επιλογής δεν πρέπει να υπάρχει για μας διότι εμείς μόνο με την Δικονομία κρίνουμε. Η Δικονομία έχει αυστηρούς κανόνες ενώ τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης όπως οφείλουν δεν έχουν αυστηρούς κανόνες για το πώς θα κάνουν τη δουλειά τους γιατί ασκούν συνταγματικό δικαίωμα υπαγόμενο στα άρθρα 14 και 15 του Συντάγματος.
Επομένως δεν μπορούμε να θέσουμε αυτό το σύστημα των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης ταυτόχρονα στο ακροατήριο εδώ και να θέσουμε τους παράγοντες της δίκης προ του διλήμματος να επιλέγουν σε ποιο από τα δύο θα μιλάνε και από τα ποιο από τα δύο θέλουν να ωφελούνται ή να ζημιώνονται. Διότι όπως σας είπα αυτό θα μείωνε το δικό σας το καθήκον και θα προσέβαλε επίσης την υποχρέωσή σας να ανακαλύψετε την αλήθεια.
Επίσης θα καθιστούσαν την ποινική δίκη εδώ ετερορυθμιζόμενη
από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Έχουμε λοιπόν το δικαίωμα να αρνηθούμε και δεν το κάνουμε κατά κατάχρηση δικαιώματος και θα εξηγήσω για ποιο λόγο.
Ειπώθηκε χθες -και συμφωνώ απολύτως με τους συναδέλφους της υπεράσπισης- ότι οι κατηγορούμενοι υπέστησαν προσβολές της προσωπικότητάς τους από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης κατά την προδικασία και πώς είναι δυνατόν τώρα αυτοί που οι άνθρωποι που τόσα υπέστησαν κατά την προδικασία, να μην έχουν το δικαίωμα τώρα επιτέλους να επανορθώσουν με δική τους πλέον επιλογή, με τις δικές τους τοποθετήσεις αυτή την εικόνα που δόθηκε εκεί που δεν είχαν δική τους επιλογή.
Κύριε Πρόεδρε, η οικογένεια Αξαρλιάν επίσης δεν είχε αυτή την επιλογή. Τα τελευταία δέκα χρόνια υπέστη επανειλημμένες παρακλήσεις και προσκλήσεις και πιέσεις από κάθε είδους Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, έντυπα και ηλεκτρονικά να τοποθετηθεί. Όμως αυτοπεριορίστηκε. Δεν βγήκε κανείς στην τηλεόραση, δεν βγήκε κανείς στο ραδιόφωνο γιατί κ. Πρόεδρε η οικογένεια Αξαρλιάν, πιστεύει σε αυτή τη δίκη και πιστεύει ότι πρέπει να μιλήσει μόνο σε σας, όταν θα έρθει η ώρα και δεν πρόκειται να μιλήσει παρά μόνο σε αυτό το βήμα, γιατί πιστεύει στην δική σας δικαιοσύνη και σε σας ως Δικαστές και όχι σε άλλους κριτές τηλεοπτικούς.
Νομίζω ότι η αξίωση του κατηγορουμένου κ. Κουφοντίνα χθες εδώ να τα θέλει όλα ή τίποτα, πρέπει να βαρύνει για την κρίση σας από ηθική άποψη το ίδιο, όπως και η αξίωση του μικρού Πέτρου Αξαρλιάν ο οποίος ήταν ανήλικος και μόλις πρόσφατα ενηλικιώθηκε να βλέπει τον αδελφό του συνέχεια σκοτωμένο στην γωνία Βουλής και Καραγιώργη Σερβίας και να μην πρέπει να τον βλέπει και να το ξαναβλέπει και να τον ξαναβλέπει και να ακούμε κιόλας για ποιο λόγο σωστά έγινε αυτή η επίθεση και επομένως τι να κάνουμε είχαμε και αυτή την παράπλευρη συνέπεια. Επομένως τοποθετούμεθα αρνητικά. Σας ευχαριστώ.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ο κύριος Παπαδημητρίου είναι τώρα, η υπ’ αριθμόν 23, επίσης τα ίδια, δεν χρειάζεται να σας απασχολώ πάλι. Μπορείτε να τα πείτε στην 22.
Δ. ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ: Κύριε Πρόεδρε εκπροσωπώ τον Χρήστο Χιμιρώτη. Κύριε Πρόεδρε, κύριοι Δικαστές άκουσα με προσοχή τις τοποθετήσεις και των συναδέλφων της υπεράσπισης και των συναδέλφων της πολιτικής αγωγής και κατόπιν συνεννοήσεως με τον πελάτη μου θα ήθελα να προσθέσω κάτι μικρό κατά την άποψή μου.
Σαφώς για μας ο νόμος είναι συνταγματικός. Η θέση του πελάτη μου όπως πιστεύω, προείπε και ο συνάδελφος και για τα μικρά θύματα των υποθέσεων αυτών είναι ότι πρέπει να προστατευθεί το δικαίωμα που τους δίνει το Σύνταγμα. Το δικαίωμα να κυκλοφορούν ελεύθεροι στην κοινωνία χωρίς να φοβούνται και χωρίς να έχουν οποιεσδήποτε συνέπειες από κατάθεση σε Ποινικό Δικαστήριο και κατά την γνώμη μου αυτή είναι η λογική του νόμου.
Στο Ποινικό Δικαστήριο πρέπει να καταθέσουμε αλήθειες, αλήθειες που θα πονέσουν. Ακούσαμε στο κατηγορητήριο που διάβασε ο αξιότιμος κ. Εισαγγελέας για σφαίρες που διατρύπησαν κεφάλια, που έφυγε μυαλό, πράγματα τα οποία δεν είναι τόσο απλά πιστεύω και σε μία δημοσιότητα θα λειτουργήσουν τηλεοπτική και άμεση περισσότερο αρνητικά παρά θετικά. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο και η γνώμη του πελάτη μου και η δική μου είναι να μην επιτραπεί η είσοδος στις κάμερες. Ευχαριστώ πολύ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ανθρωποκτονία Βρανοπούλου.
Ε.ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ: Κύριε Πρόεδρε, δεν θα κάνω κατάχρηση του πλεονεκτήματος ότι μπορεί να επανέρχομαι. Απλώς τονίζω ότι το θέμα του δημοσίου συμφέροντος τίθεται αθροιστικά, μόνο αυτό να πω επειδή εθίγη ότι υπάρχει δημόσιο συμφέρον. Μπορεί να υπάρχει δημόσιο συμφέρον, δεν το αρνείται κανένας αλλά χρειάζεται και η δική μας θέληση. Για το θέμα του βέτο εάν κανείς αντιλαμβάνεται την προστασία της προσωπικότητας ως βέτο, είναι δικαίωμά του. Ευχαριστώ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ποιες είναι οι θέσεις σας;
ΣΥΝ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: Πολύ συνοπτικά για το ουσιώδες δημόσιο συμφέρον, μίλησε και ο συνάδελφος κ. Παπαδημητρίου. Για το νομικό μέρος η άποψή μας όπως και ο κ. Παπαδημητρίου εξέθεσε είναι ότι είναι συνταγματική η διάταξη του άρθρου 93 παράγραφος 2. Βεβαίως δεν υπάρχει η νομολογία στη χώρα μας λόγω του πρόσφατος της διατάξεως.
Να παρατηρήσω ότι η γερμανική απόφαση την οποία επικαλέστηκε ορθώς ο κ. Αναγνωστόπουλος στην αρχή έχει ληφθεί με σφοδρή μειοψηφία 5-3 αν θυμάμαι καλά. Έχω αντίγραφο της αποφάσεως εάν θέλετε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Αν την έχετε, γιατί εγώ την πήρα από το Ιnternet και την έχω φυσικά αλλά δώστε την να την διαβάσουμε.
ΣΥΝ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: Εν πάση περιπτώσει ναι και επίσης να σας θέσω υπόψιν και το σύγγραμμα που ασφαλώς το γνωρίζετε του κ. Πλαγιανάκου για την τηλεοπτική κάλυψη της δίκης.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν χρειάζεται. Αν έχετε την απόφαση του Δικαστηρίου θα μας βοηθάγατε.
ΣΥΝ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: Τίποτε άλλο δεν έχω να προσθέσω.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: ¶μα την έχετε είναι εντάξει. Μεγάλη απόφαση. Απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας η οποία έχει ληφθεί με ψήφους 5 έναντι 3. Εκεί δεν είναι περιττός ο αριθμός αλλά είναι άρτιος ο αριθμός. Και οι 5 είπαν «όχι› στην τηλεόραση, οι 3 είναι «ναι› διότι θεωρούν ότι πρέπει να γίνει επικαιροποίηση του νοήματος του Συντάγματος το οποίο λέει για δημοσιότητα, εννοεί με τα υπάρχοντα δυνατά μέσα, αλλά η πλειοψηφία λέει όχι, απ’ ότι την είδα δηλαδή εγώ που την διάβασα. Λέει «όχι›, επίσης λέει «όχι› ότι δεν αντίκειται και στο άρθρο 5 της «GRUNDGESETZ› δηλαδή 5α το δικό μας. Αυτά λέει με λίγα λόγια. Ενημερώνω όλους.
Αυτά τα λένε οι Γερμανοί αλλά εδώ εμείς είμαστε Έλληνες και θα πούμε τα δικά μας. Είπαμε το επικαλείστε σαν επιχείρημα. Δεν δεσμευόμαστε εμείς από το γερμανικό ?BUNDES?. Και το Ναυτοδικείο καίτοι βέβαια είπαν ότι είμαστε και στρατοδίκες ας πούμε, μην μας πουν και ναυτοδίκες!
Η τελική σας θέση είναι, συμφωνείτε. Είναι μεν συνταγματική αλλά σε περίπτωση που την εφαρμόσετε εσείς σαν συνταγματική εμείς συναινούμε να γίνει η κάλυψη. Είναι του κ. Παπαδημητρίου η ίδια η άποψη και την έχουμε σημειώσει.
ΣΥΝ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: Δεν έχουμε τελειώσει, κ. Πρόεδρε. Κάποιοι θέλουν να μας καταργήσουν ενδεχομένως.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν σας καταργούν, μην φοβάστε.
ΣΥΝ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: Δεν φοβόμαστε. Οπωσδήποτε δεν φοβόμαστε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Λέει ότι, θα έχουμε τελευταίοι το λόγο; Φυσικά θα έχουν. Αυτό το δικαιούνται. Αλλά να τελειώσουμε πρώτα.
(Διαλογικές συζητήσεις)
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Να διακόψουμε για πέντε λεπτά. Υπάρχει κάποια ανάγκη. Πρέπει να γίνει μια μικρή διακοπή.
ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Παρακαλώ επαναλαμβάνεται η συνεδρίαση που διακόπηκε.
Η υπόθεση του Σιπαχίογλου.
Ε.ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ: Μάλιστα κ. Πρόεδρε. Λίαν συντόμως ο πελάτης μου δεν επιθυμεί την τηλεοπτική μετάδοση και αναφέρομαι στα όσα έχω ήδη πει.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: 26 είναι η έκρηξη κατά MEGA CHANNEL. Έχουμε πολιτική αγωγή, δεν είναι εδώ. Αν έρθει εδώ είμαστε. Λείπουν κατηγορούμενοι, αλλά εκπροσωπούνται από τους συνηγόρους τους, αλίμονο τώρα, τους ανθρώπους δεν θα πάνε ούτε προς νερού τους;!
Ποιοι λείπουν; Πέστε μου ποιοι λείπουν; Ο κ. Βασίλειος Ξηρός λείπει, η κα Σωτηροπούλου και ο κ. Κωστάρης. Είναι εδώ οι συνήγοροί τους, δεν είναι; Εκπροσωπούνται οι άνθρωποι, τι να κάνουμε τώρα. Δίκες που θα κρατήσουν τόσο πολύ καιρό? καταλάβατε. Ξέρω και θα τους κουράζουμε, τώρα νομικά επιχειρήματα ακούνε, εντάξει, θα τα αξιολογήσουν κι αυτοί φυσικά γιατί αφορούν αυτούς.
Στο MEGA CHANNEL δεν έχουμε κανέναν να παρίσταται. 27: Έκρηξη στην Αμερικανική Πρεσβεία. Υπάρχει εδώ πολιτική αγωγή. Κύριε Αναγνωστόπουλε έχετε Moran;
28. Περατικός. Η κα Βόζεμπεργκ.
Ε.ΒΟΖΕΜΠΕΡΓΚ: Κύριε Πρόεδρε, κύριοι δικαστές, με τις συγκλίνουσες απόψεις σχεδόν όλων των συναδέλφων που χαρακτηρίζονται και από ιδεολογικές αποκλίσεις -ιδεολογικοπολιτικές αποκλίσεις των συναδέλφων εννοώ- απορώ πραγματικά πως πέρασε από το Κοινοβούλιο με την πλειοψηφία με την οποία πέρασε αυτό το νομοθέτημα.
Το λέω στο Δικαστήριό σας, διότι οι αρνητικές τοποθετήσεις ως προς την απουσία της κάμερας από το Δικαστήριο ως επί το πλείστον αρθρώθηκαν από συναδέλφους που εξέφραζαν την βούληση των εντολέων τους. Διαφοροποιώ μόνον την τοποθέτηση του αξιότιμου κ. Εισαγγελέως σεβόμενη την αιτίαση που αφορά στον πυρήνα της προσωπικότητάς του, είμαι υποχρεωμένη να το σεβαστώ, εφ’ όσον άλλωστε ο νόμος δεν τον καλεί να εξηγήσει ποιο στοιχείο του πυρήνα μπορεί να θίγεται. Και μόνο που το καταγράφει είναι η αρνητική τοποθέτηση για το να μην επιτραπεί η κάμερα στο Δικαστήριο.
Όμως ετέθη θέμα αντισυνταγματικότητας. Και εδώ λεκτέο το εξής, πέραν του ότι έχω καλυφθεί στο σύνολο της τοποθέτησης από τον κ. Αναγνωστόπουλο, τον κ. Γιαννίδη και άλλους προλαλήσαντες, εδώ το ζήτημα της δημοσιότητας της δίκης όπως έχει καθιερωθεί μετά το 1800 πόσο ήταν -εν πάση περιπτώσει μετά τον 18ο κατ’ ακρίβεια αιώνα- δεν νομίζω ότι θίγεται η δημοσιότητα αυτή καθ’ εαυτή όπως εννοείται από την έλλειψη της κάμερας, παρά τη δήλωση ότι εμείς, η οικογένεια Περατικού το έχει δηλώσει και έμπρακτα ότι επιθυμεί τη δημοσιότητα από τις συχνές εμφανίσεις της στον Τύπο.
Το συνταγματικό ζήτημα όμως είναι, θίγεται η δημοσιότητα; Η άποψή μου είναι ότι δεν θίγεται, παρά το γεγονός ότι είναι αλήθεια αυτό που καταγγέλθηκε ότι δεν είναι «προσβάσιμη› η συγκεκριμένη αίθουσα σε οποιονδήποτε πολίτη. Και δεν είναι προσβάσιμη όχι μόνο αυτή η αίθουσα κ. Πρόεδρε, γνωρίζουμε από τη σύγχρονη ιστορία στα ποινικά χρονικά μας, ότι οποιεσδήποτε πολύκροτες δίκες, αναφέρω τη δίκη των Σατανιστών, τη δίκη της Εταιρείας Δολοφόνων, που είχαν κεντρίσει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, δεν ήταν εφικτή η πρόσβαση σε οποιοδήποτε πολίτη στην πράξη. Όμως αυτό δεν καταγγέλθηκε.
¶λλωστε οι ερμηνείες που έχουν δοθεί σε αυτό το ζήτημα είναι, ότι η πρόσβαση του πολίτη στο δικαστήριο πρέπει να είναι δυνατή, αν είναι όμως αδύνατη για λόγους που δεν έχουν να κάνουν με απαγορευτικές διατάξεις, στο σημείο αυτό προτάσσεται η ανάγκη της ομαλής διεξαγωγής της δίκης.
Η ανάγκη, λοιπόν, της ομαλής διεξαγωγής της δίκης δεν έχει καταγγελθεί ποτέ μέχρι σήμερα από τη μη δυνατότητα κάποιου πολίτη να προσέλθει. Σε κάθε περίπτωση όμως και με το δεδομένο, ότι δεν θίγεται η δημοσιότητα της δίκης, στην πράξη έχουμε δει αυτές τις μέρες που συνεδριάζουμε, ότι πράγματι η δημοσιότητα έχει δοθεί στον Τύπο.
Όμως ελλιπώς δυστυχώς το μεν διότι η ακουστική των δημοσιογράφων, όπως οι ίδιοι το έχουν καταγράψει δεν είναι επαρκής, το δε διότι δυστυχώς θα έπρεπε να μας λύνει τα χέρια ο νομοθέτης να υπάρχει αν μη τι άλλο μια σταθερή κάμερα, η οποία να διαχειρίζεται, άλλος είπε με μια επιτροπή η οποία θα διαχειριζόταν τον ήχο και την εικόνα, ας βρισκόταν αυτό στη συνέχεια.
Δεν θα έπρεπε δηλαδή να λείπει η εικόνα από την τηλεόραση, η τηλεοπτική μετάδοση, άσχετα αν κανείς θα μπορούσε να υποστηρίξει για την απευθείας μετάδοση ή για μετάδοση τμημάτων της διαδικασίας καθημερινά που να αποδίδουν το τι έχει γίνει.
Όμως οφείλω να πω, ότι εδώ η θέση των κατηγορουμένων η οποία ακούστηκε χθες και πήρε τα φώτα της δημοσιότητας, ότι αποφεύγεται αυτή καθ’ εαυτή η τηλεοπτική –επιτρέψτε μου την έκφραση- δημοσιότητα γιατί δεν υπάρχει η επιθυμία από κάποιους να ακουστούν οι απόψεις τους, είναι υποκριτική.
Διότι δεν υπάρχει σε καμία χώρα της Ευρώπης μέχρι σήμερα εκδίκαση τρομοκρατικής υποθέσεως ή μάλλον υποθέσεως που αφορά σε τρομοκρατία και να έχουν δοθεί τόσες συνεντεύξεις υποδίκων, όχι καταδίκων, στον Τύπο με οποιοδήποτε τεχνολογικό μέσο δίδει η δημοσιότητα, είτε δηλαδή δια της τηλεοράσεως, είτε δια του έντυπου Τύπου.
Επομένως δεν εμποδίστηκαν οι κατηγορούμενοι αυτοί να εκφραστούν. Όμως παρά ταύτα ελλοχεύει στην εντύπωσή μας η σκοπιμότητα του συγκεκριμένου νομοθετήματος και το εστιάζω στο κορυφαίο σημείο που εσείς θα κρίνετε κυριαρχικά του δημοσίου συμφέροντος, διότι το νομοθέτημα του ’93 γνωρίζετε πως ελάμβανε το δημόσιο συμφέρον στο να απαγορεύσει ή να επιτρέψει την τηλεοπτική κάμερα.
Και εγώ δεν μπορώ να αντιληφθώ πως ψηφίστηκε ένα νομοθέτημα που δίνει άλλη διάσταση στο δημόσιο συμφέρον, λες και διαφοροποιήθηκε αυτό το δημόσιο συμφέρον, δηλαδή το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης συγκεκριμένα γι’ αυτή τη δίκη από το ’93 μέχρι το 2002. Ευχαριστώ πολύ.
Δ.ΖΩΤΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, εκπροσωπώ τον κ. Ψαραδέλλη, σας παρακαλώ, μπορώ να μιλήσω για μισό λεπτό για ένα πρακτικό ζήτημα που έχει να κάνει με τη δημοσιότητα. Ενώ όλοι και οι συνάδελφοι της Πολιτικής Αγωγής βλέπουμε ότι υπάρχουν κενά έδρανα, θέλω να ρωτήσω το Δικαστήριο, εάν σας ενημερώνει η Φρουρά, ότι έχουν δοθεί ήδη τα σχετικά καθίσματα.
Γιατί το λέω αυτό; Γιατί τώρα που μιλούμε, θέλουν κάποιοι να μπουν στην αίθουσα, έχω τα συγκεκριμένα τους ονόματα, φίλοι του κ. Ψαραδέλλη, αλλά οι φρουροί της πόρτας, όχι αυτής, της τρίτης ενδεχομένως στη σειρά.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Αυτά πρέπει να τα προσέξουν. Για τους επικεφαλείς της φρουράς το λέω, να παρέχουν εντολή όταν υπάρχουν κενά καθίσματα, να αφήνετε τον κόσμο να μπαίνει, αφού βέβαια κάνετε τους ελέγχους ασφαλείας, να μην μπει κανένας με όπλα κλπ., εντάξει, αυτά τα δέχομαι από εσάς. Αλλά όχι να μου λέτε, ότι «δεν μπαίνεις εσύ›, γιατί δεν μπαίνεις; Τότε τι δημοσιότητα έχουμε; Τουλάχιστον δημοσιότητα αιθούσης.
Εδώ η αίθουσα αυτή πρέπει να είναι προσβάσιμη και μετά ψάχνουμε το άλλο θέμα τώρα αν δημοσιότητα είναι και η τηλεοπτική. Αν δηλαδή αμφισβητήσουμε και το δωμάτιο τούτο αν μπορεί να μπαίνει ο καθένας, τότε τι κάνουμε εδώ πέρα; Μη δημιουργείτε τέτοια προβλήματα, παρακαλώ πάρα πολύ.
?..: Απλούστατα ήταν ένα άτομο το πρωί που ήρθε, το οποίο δεν ήταν με σώας τας φρένας.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: ¶μα δεν ήταν καλά στα μυαλά του! Τι να πείτε. Είπαμε ανήλικοι κλπ.
(Διαλογικές συζητήσεις)
Δ.ΖΩΤΟΣ: Έχω τα δύο ονόματα των ανθρώπων οι οποίοι είναι καλά στα μυαλά τους.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ναι, κοιτάξτε αυτούς εκεί που σας λέει. Παρακαλώ ελέγξετε το, δεν μπορεί να έρχεται ένας πολίτης και να του λέμε τώρα εμείς «δεν μπαίνεις›. ¶μα τώρα παραδείγματος χάρη έρχεται με στολή Μεγαλέξανδρου δεν θα τον αφήσεις να μπει εδώ μέσα.
Δ.ΖΩΤΟΣ: Προφανώς όχι.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Αυτό λέω εγώ. Δεν εννοώ δηλαδή ότι θα κάτσουμε να του κάνουμε και ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη. Τότε δεν ξέρω ποιοι θα μπαίναμε μέσα και ποιοι δεν θα μπαίναμε και βάζω και τον εαυτό μου. Έχω ασχοληθεί τώρα τελευταία με τις διαταραχές και ξέρω ότι όλοι ?.!
Προχωράμε. Η ρουκέτα κατά Γερμανού Πρέσβη δεν έχει παραστεί κανένας πολιτική αγωγή απ’ ότι έχω σημειώσει εγώ εδώ πέρα. Μετά η ανθρωποκτονία κατά Στήβεν Σόντερς.
Η.ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ: Αναφέρομαι στα πρακτικά.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ο κ. Αναγνωστόπουλος πάλι.
Πάμε στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο.
Δ.ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΣ: Πρέπει να γίνει η διάκριση αυτή. ¶λλο το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και άλλο ο Οργανισμός Ελληνικά Ταχυδρομεία.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Εδώ μου είπαν, ότι είναι Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Πατησίων. η 31. Είχε γίνει λάθος.
?..: Δεν παρίσταται κ. Πρόεδρε πολιτική αγωγή.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν παρίσταται πολιτική αγωγή.
Πάμε στα ΕΛΤΑ που είναι και το Αιγάλεω. Εσείς έχετε νομιμοποιηθεί κ. Ευαγγελάτο.
Δ.ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, κύριε Εφέτες θα ήθελα να δηλώσω ευθύς εξ αρχής, ότι ο Οργανισμός των ΕΛΤΑ παρίσταται όπως αναλυτικά αναφέρθηκε και είναι αρνητικός και θα αναλύσω τους λόγους, γιατί πιστεύω ότι η μέθοδος με απάντηση ή με τη μορφή βέτο, μεταβάλλει τον συνήγορο ή οποιονδήποτε παράγοντα της δίκης, σε διακοσμητικό στοιχείο. Είμαστε υποχρεωμένοι συνοπτικά, επιγραμματικά να αναφέρουμε τους λόγους για τους οποίους αρνούμεθα την είσοδο της τηλεόρασης εις την αίθουσα αυτή.
Κύριε Πρόεδρε, κύριοι Εφέτες, θα ήθελα να κάνω μία γενική τοποθέτηση και να κλείσω με κάποιες επισημάνσεις. Αποτελεί κοινό τόπον ότι η ποινική δίκη είναι το πεδίον στο οποίο κρίνεται η αποτελεσματικότητα της προστασίας σειράς ολόκληρης θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από το ισχύον Σύνταγμα και από τις σχετικές διεθνείς συμβάσεις με αυξημένη τυπική ισχύ, όπως παραδείγματος χάρη το άρθρο 28 του Συντάγματος προβλέπει.
Γι’ αυτό λέχθηκε και προσφυώς ότι το Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο χαρακτηρίζεται και εύλογα ως το εφαρμοσμένο Συνταγματικό Δίκαιο. Και ένας διεθνούς εμβέλειας Γερμανός Καθηγητής, ο Ροξίν, είναι τονίσει, ότι «η ποινική δίκη αποτελεί τον κατ’ εξοχήν σεισμογράφο όλων εκείνων των γεγονότων που σε ορισμένη χώρα και σε ορισμένη εποχή σημαδεύει την πορεία της και προσδιορίζει και την στάθμη του πολιτισμού της›.
Επιπλέον είναι δεδομένο, ότι οι αποφάσεις των δικαστηρίων και κατ’ εξοχήν οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, έχουν ιδιάζουσα σημασία γιατί αποτελούν το βαρόμετρο, γιατί προσδιορίζουν τη στάθμη του πολιτισμού μιας χώρας.
Ξεκινώντας απ’ αυτή τη γενική θέση, θα ήθελα, αναφερόμενος σε ορισμένες διατάξεις που απετέλεσαν προηγουμένως αντικείμενο έρευνας και των αντιστοίχων Συνταγματικών διατάξεων και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αλλά και της επίμαχης διάταξης του άρθρου 8, να κάνω επιγραμματικά τις εξής επισημάνσεις:
Πρώτη επισήμανση – παρατήρηση. Η διαφορά μεταξύ της νέας διάταξης του άρθρου 8, του Ν.3090 του Δεκεμβρίου του 2002 και δεν μ’ ενδιαφέρει, μπορεί να εξετάζεται το time in, δεν έχει όμως ιδιαίτερη σημασία αν δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 24η Δεκεμβρίου, οι νόμοι δημοσιεύονται κατά τις εργάσιμες ώρες και πολλές φορές και μη εργάσιμες ώρες.
Η διαφορά αυτή του άρθρου 8 του Ν.3090/2002 και της διάταξης του άρθρου 35, παρ. 4, περίπτωση δ’ του Ν.2172/93 νομίζω, ότι προκύπτει εξόφθαλμα από την απλή συγκριτική γραμματική ερμηνεία των δύο αυτών διατάξεων. Και δεν είναι τυχαίο ότι η νέα διάταξη καθιερώνει ως κανόνα την απαγόρευση της έμμεσης δημοσιότητας, ενώ η ήδη κατηργημένη διάταξη του άρθρου 35, παρ. 4, περίπτωση δ’ του Ν.2172/93 καθιέρωνε με τις εκεί προδιαγραφόμενες και προβλεπόμενες προϋποθέσεις την απαγόρευση ως εξαίρεση.
Επισήμανση δεύτερη κ. Πρόεδρε. Και νομίζω ότι αυτή έχει μια ιδιαίτερη σημασία. ¶λλη τελείως διαφορετική είναι η ?strict censure?, τυπική δημοσιότητα του Κώδικα των τιμίων ανθρώπων, του Κώδικα της Ποινικής Δικονομίας που προαναφέρθηκε, πρόκειται δηλαδή για μια αυστηρή δικονομική διεργασία, διαδικασία. Και τελείως άλλο πράγμα είναι ο κίνδυνος της μετατροπής της ιστορικής αυτής πράγματι δίκης, σε τηλεοπτικό reality σήριαλ.
Διότι με τη δίκη αυτή δοκιμάζονται ύψιστης και καίριας σημασίας θεσμοί, όπως η ανεξάρτητη Δικαιοσύνη στην οποίαν ο ελληνικός λαός στηρίζει μεγάλες προσδοκίες ύστερα από 30 περίπου ολόκληρα χρόνια για την δραστική καταπολέμηση της τρομοκρατίας, της λαίλαπας αυτής που κατέπεσε στη χώρα μας.
Για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, η δίκη για την εγκληματική Οργάνωση της 17Ν, αναφέρεται σε συγκεκριμένους πολίτες που κατηγορούνται για συγκεκριμένα σοβαρότατα ποινικά αδικήματα, όπως π.χ. ειδεχθείς φόνους, ληστείες, ανθρωποκτονίες από πρόθεση κ.ο.κ. Και δεν αναφέρεται ούτε σε δήθεν λαϊκούς αγώνες, κανένας παραλληλισμός δεν επιτρέπεται να γίνει με τους ήρωες της Επανάστασης του 1821 ή της Εθνικής Αντίστασης του 1941-’44 ή ακόμα και με εκείνους οι οποίοι αντιστάθηκαν κατά της Δικτατορίας.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κύριε Ευαγγελάτε, με συγχωρείτε που σας διακόπτω, σας παρακαλώ πάρα πολύ, θα δώσουμε μετά λαβή να επεκταθεί η συζήτηση σε άλλα θέματα.
Δ.ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΣ: Παρατήρηση τρίτη, καθαρώς νομική κ. Πρόεδρε. Τρίτη παρατήρηση. Η επίμαχη διάταξη του άρθρου 8 του Ν.3090/1990 του 2002, όπως όλοι μας γνωρίζουμε και παροικούμε στην Ιερουσαλήμ, είναι προϊόν βαθύτατων τραυματικών εμπειριών που γνώρισε στο πετσί του και στην ψυχή του ο ελληνικός λαός και στο απώτερο παρελθόν.
Μην με παρεξηγήσετε, αναφέρομαι στο 1981 που είχε μεταβληθεί επί δύο χρόνια η δίκη του αειμνήστου Γεωργίου Παπανδρέου τότε, δεύτερη φορά Πρωθυπουργού της χώρας, εις το πολύ πρόσφατο, π.χ. το περασμένο καλοκαίρι με μερικά ιδιωτικά κανάλια να αναπαράγουν ασύδοτα στα τηλεπαράθυρα μια εικονική πραγματικότητα.
Τα ζήσαμε και βιώσαμε, με εκείνους τους δήθεν ειδικούς επί παντός επιστητού, οι οποίοι ήσαν ειδικοί και συνταγματολόγοι και κοινωνιολόγοι και βατραχάνθρωποι και αστροναύτες και εγκληματολόγοι και ψυχολόγοι και κοινωνιολόγοι. Αλλά και αυτούς ακόμα κύριε Πρόεδρε, κύριοι Εφέτες, τους ασήμαντους τηλεοπτικούς μικροαστέρες, που μετάλλασσαν την αυστηρή μυστική προανάκριση και κύρια ανάκριση σε ένα χυδαίο και εξευτελιστικό για τους τηλεθεατές όργιο πληροφοριών και επερχόμενων αποκαλύψεων καταξιωμένων προσωπικοτήτων του δημόσιου πνευματικού και κοινωνικού βίου της χώρας.
Ακόμα και ο παγκόσμιας εμβέλειας γνωστός διανοούμενος Βασίλης Βασιλικός δεν κατάφερε να γλιτώσει. Έτσι και είναι προς τιμήν της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος και της Ελληνικής Εταιρείας του Ποινικού Δικαίου, που πήραν την ιστορική πρωτοβουλία και έβαλαν τον δάκτυλο υπό τον τύπο των ήλων, στη γνωστή επιστημονική διημερίδα που έγινε στις 27 και 28 Σεπτεμβρίου του 2002 με σημαντικά πορίσματα στα οποία αναφερόμαστε γενικά και ειδικά.
Θα ήθελα μόνο να μου επιτρέψετε να διαβάσω ένα απόσπασμα. Ενδεικτικά μεταξύ των άλλων αναφέρουμε το απόσπασμα της από 9ης Ιουλίου 2000 ανακοίνωση της ΕΣΗΕΑ. Πολλά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, έντυπα και ηλεκτρονικά, φαίνεται να υποκύπτουν στον πειρασμό της ασυνείδητης εκμετάλλευσης πληροφοριών, με απίθανα σενάρια στο βωμό του εμπορικού κέρδους, φωτογραφίζοντας σαν ενόχους πρόσωπα που δεν διώκονται καν ποινικά.
Αποτέλεσμα είναι να ασκείται μια ιδιότυπη τρομοκρατία, με διασυρμό ατόμων και καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μεταξύ άλλων αξιότιμε κ. Πρόεδρε, κ. Εφέτες, θα καταθέσω, θα σας θέσω υπόψη σας δύο εξαιρετικές εισηγήσεις διαπρεπών νομικών που έγιναν στην ίδια διημερίδα, μία του καθηγητή Αργύρη Καρρά «τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και η προσβολή της δίκαιης δίκης› για την οποία γίνεται τόσος πολύς λόγος και η άλλη του Παναγιώτη Καίσαρη Εισαγγελέα Εφετών με θέμα «το τεκμήριο της αθωότητας του κατηγορουμένου και Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης›.
Σχετικά με το θέμα το συνταγματικό, αναφέρομαι σε όσα διεξοδικά αναλύθηκαν από τους διαπρεπείς συναδέλφους μου. Πολύ σωστά όμως θέλω να επισημάνω, τονίστηκε από τον κ. Εισαγγελέα της έδρας, ότι η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του ισχύοντος Συντάγματος 1975, ’86, 2001, σύμφωνα με την οποία οι προστατευτικές για τον τύπο διατάξεις του προηγούμενου άρθρου δεν εφαρμόζονται στον κινηματογράφο, στη φωνογραφία, τη ραδιοφωνία, την τηλεόραση και κάθε άλλο παρεμφερές μέσο μετάδοσης λόγου ή παράστασης.
Είναι διάταξη ειδική και κατ’ ισχύ της διάταξης του άρθρου 93 παράγραφος 2 που προαναφέραμε ως γενικής. Όπου αξιότιμοι κ. Εφέτες ο συνταγματικός νομοθέτης ηθέλησε και μάλιστα δαψιλώς να προστατέψει ορισμένες ατομικές ελευθερίες, όπως την ελευθερία της διακίνησης των ιδεών που αποτελεί οργανωτική αρχή ενός σύγχρονου κράτους δικαίου, το έπραξε και μάλιστα κατά τρόπο σαφή και εναργή.
Αυτή νομίζω η σαφής διαφοροποίηση του συνταγματικού νομοθέτη μεταξύ του άρθρου 14 και της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του Συντάγματος δεν είναι τυχαία. Η ρητή εξαίρεση των παραπάνω μέσων ραδιοφωνίας, τηλεόρασης κλπ απ’ την προστασία την καθιερούμενη για τον τύπο, έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύεται έπ’ αυτών και αυτά τα προληπτικά μέτρα.
Ένα άλλο θέμα αξιότιμοι κ. Εφέτες, που δεν το βρίσκω ότι είναι παρωνυχίδα, είναι το καίριας σημασίας θέμα, που δε μπορεί να παραβλέψει το Δικαστήριό σας και είμαι βέβαιος ότι δεν θα το παραβλέψει, ιδιαίτερα σ’ αυτή την πραγματικά πολύκροτη δίκη, είναι η αυστηρή και πιστή τήρηση και εφαρμογή του άρθρου 350 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Η παραβίασή του όπως συμβαίνει στις τρέχουσες –επιτρέψατέ μου την έκφραση- ρουτίνας ποινικές υποθέσεις, θα έλεγα ποινικές δίκες, μπορεί κατά την κρατούσα νομολογία να μην οδηγεί εις ακυρότητα, αλλά είναι άλλο το ένα και άλλο το άλλο, έτερον εκάτερον. Το Δικαστήριό σας αντιμετωπίζει την πιο αιματηρή εγκληματική οργάνωση η οποία σήμερα κρίνεται.
Μίλησε η άλλη πλευρά για ανυπόκριτο φαρισαϊσμό. Η απάντησή μας είναι, έκαναν λάθος στην διεύθυνση. Ο φαρισαϊσμός και η προληπτική υποκρισία ανήκει σε εκείνους που ενσυνείδητα παραβλέπουν το συνδυασμό και όχι ξεκομμένα της διάταξης αυτής με την διάταξη του άρθρου 9 του Ν.2928/2001, δηλαδή τη διάταξη που προβλέπει την προστασία των μαρτύρων κλπ.
Και ρωτάται ευθέως, πρώτον, αν η δίκη μεταβληθεί σε ένα απέραντο θέαμα τηλεοπτικό σήριαλ, ένα ξέφραγο αμπέλι, πως θα μπορέσει το Δικαστήριό σας να εφαρμόσει δραστικά και με επιτυχία εξ αντικειμένου τις παραπάνω κρίσιμες διατάξεις;
Και δεύτερον, τίθεται το ερώτημα, ποιο ουσιαστικό περιεχόμενο θα έχει η προστατευτική αυτή διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 2928/2001 για την προστασία των μαρτύρων; Καταλήγοντας θα ήθελα να συμπεράνω και να υπογραμμίσω κ. Εφέτες, μία δίκαιη δίκη με την έννοια της ποινικής δίκης ως μιας όπως προείπα αυστηρής δικονομικής διεργασίας και διαδικασίας, όπου πρέπει να χυθεί πράγματι άπλετο φως και να συνδυαστούν η προστασία των εννόμων αγαθών είτε αφορούν την κοινωνική ολότητα, είτε τα άτομα, με τα δικαιώματα των κατηγορουμένων τα οποία πράγματι είναι ιερά και αυτή η πολιτεία δαψιλώς τους δίνει σήμερα από την αρχή της δίκης, απ’ την αρχή που άρχισε και η προδικασία, τους δίνει δαψιλώς τις δυνατότητες να έχουν όλα τους τα δικαιώματα.
Θα ήθελα όμως να υπογραμμίσω ότι υπάρχει και μία άλλη πραγματικότητα που κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει. Υπάρχει ένας νόμος κ. Πρόεδρε, ο 3090/2002 που ψηφίστηκε, δεν δέχομαι ότι ψηφίστηκε από 20 Βουλευτές όπως λέγεται. Ψηφίστηκε από τα δύο μεγαλύτερα Κόμματα που εκπροσωπούν την συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού.
Και ο νόμος αυτός ανεξάρτητα από ποια θέση μπορεί να έχει κανείς αν συμφωνεί ή διαφωνεί, πρέπει να γίνει σεβαστός απ’ όλους. Dura lex, sed lex θέλετε να πείτε σκληρός νόμος αλλά νόμος. Και να μην ξεχνάμε από τα βάθη των αιώνων την φωνή του Κικέρωνα, ο οποίος είχε πει, είμαστε όλοι δέσμιοι των νόμων για να αισθανόμαστε ελεύθεροι.
Μια δίκαιη δίκη αξιότιμοι κ. Εφέτες δεν μπορεί φυσικά παρά να είναι δημόσια και είναι δημόσια. Όμως η κοινωνική και συνταγματική επιταγή της δημοσιότητας δεν συνδέεται άρρηκτα με την απευθείας και απεριόριστη χωρίς μέτρο μετάδοση όλων των τεκταινομένων, δηλαδή με την τηλεοπτική προβολή.
Μία δίκη με πολύ ή χωρίς τηλεόραση, αλλά με κοινό, με εκατοντάδες δημοσιογράφων και ελεύθερη κάλυψη, δεν μπορεί, δεν θα ήταν δίκαιο να θεωρηθεί εκ των προτέρων άδικη. ¶ρχισε η δίκη αυτή και διεξάγεται και νομίζω αξιότιμε κ. Πρόεδρε υπό την ευθυδικία σας με παροιμιώδη νηφαλιότητα. Μία δίκαιη δίκη όπου με απλοχεριά παρέχονται όλες οι διευκολύνσεις στους κατηγορουμένους για να ασκούν απόλυτα τα ιερά τους δικαιώματα.
Οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι που δεν σεβάστηκαν αξιότιμοι κ. Δικαστές τα δικαιώματα των θυμάτων, γιατί πρέπει κάποτε να ακουστεί και η φωνή των θυμάτων.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κύριε συνήγορε παρακαλώ πολύ δεν είναι στο θέμα μας. Δεν θέλω να παρεκβαίνουμε γιατί μετά θα πρέπει να απαντήσουν και οι άλλοι. Θα τελειώσουμε ποτέ όμως το θέμα το εάν θα επιτραπούν οι κάμερες ή όχι έτσι; Αυτό θέλω να μου πείτε. Διότι όλα έχουν μια σκόπιμη δράση και όλα είναι στο πλαίσιο ενός σκοπού. Σκοπός είναι εδώ τώρα να μας βοηθήσετε να βγάλουμε μια απόφαση με επιχειρήματα πάνω στο θέμα.
κ. ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, τελειώνοντας θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι σχετικά με την διάταξη του άρθρου 5α του Συντάγματος, το οποίο αποτελεί πραγματικά μία νέα κατάκτηση και το οποίο ανταποκρίνεται στη ζώσα πραγματικότητα, κατ’ αυτό κάθε ένας έχει δικαίωμα στην πληροφόρηση όπως ο νόμος ορίζει.
Περιορισμοί στο δικαίωμα αυτό είναι δυνατόν να επιβληθούν με νόμο όπως εδώ εφ’ όσον είναι απολύτως αναγκαίοι και δικαιολογούνται για λόγους ειδικής ασφαλείας, καταπολέμησης του εγκλήματος ή προστασίας δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων.
Εάν κ. Πρόεδρε, κ. Εφέτες, αναδιφήσει κανείς τα πρακτικά της Βουλής απ’ όπου αυθεντικά καταγράφεται η βούληση του νομοθέτη, θα μπορέσει εκεί –για να μην απασχολώ το δικαστήριό σας- να δει ποια είναι η έννοια και ποιος είναι ο σκοπός της διάταξης αυτής. Καθένας έχει δικαίωμα συμμετοχής στην κοινωνία της πληροφορίας.
Για όλα αυτά αναφέρομαι σε όσα οι προλαλήσαντες συνάδελφοί μου αναλυτικά ανέφεραν. Κύριε Πρόεδρε, κύριοι Εφέτες, τελειώνοντας θα ήθελα να τονίσω ότι γίνεται μία δίκη πολύκροτη, ιστορική, που θα έχει επιπτώσεις και στην περαιτέρω εξέλιξη της κοινωνίας μας.
Θα ήθελα όμως να σας υπενθυμίσω πως κριτήριο του πολιτισμού και της ευνομίας ενός λαού είναι η εικόνα της δικαιοσύνης. Αυτή η ιερή παρακαταθήκη την οποία άφησε ο Τερτσέτης και η εικόνα της δικαιοσύνης που δίνει το δείγμα του πολιτισμού αυτής της χώρας, έχει εφαρμογή και για την προάσπιση των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων, αλλά και προς την κατεύθυνση και των θυμάτων.
Ο οργανισμός τον οποίο εκπροσωπώ για όλους αυτούς τους λόγους δεν δέχεται την εισαγωγή των τηλεοπτικών καμερών και ζητεί την απόρριψη του αιτήματος της υπεράσπισης για την τηλεοπτική κάλυψη της δίκης.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Σ’ αυτή την υπόθεση της ληστείας που ετελέσθη βέβαια, αλλά δεν ξέρουμε από ποιους, αυτό θα ψάξουμε να το βρούμε τώρα, έχει παραστεί και κάποιος ατομικά; Ο κ. Ξηντάρας.
Ε. ΤΖΟΥΛΗ: Τζούλη Ελένη, εκπροσωπώ τον αστυνομικό Ξηντάρα Κωνσταντίνο, ο οποίος παρίσταται ως πολιτική αγωγή για απόπειρα ανθρωποκτονίας εις βάρος του. Η τοποθέτησή μου είναι τελείως διαφορετική και οφείλω να μεταφέρω τη θέση του πελάτη μου, αιτιολογώντας την μάλιστα.
Επειδή ο πελάτης μου θεωρεί ότι εθίγη η τιμή και η υπόληψή του κατόπιν της πειθαρχικής διαδικασίας που ακολουθήθηκε απ’ την υπηρεσία του, λόγω του ότι εκρίθη ότι ήσκησε πλημμελώς τα καθήκοντά του, καθόσον δεν πρόλαβε όπως λέει το πειθαρχικό της υπηρεσίας του να ειδοποιήσει την αστυνομία, θα ήθελε και επιθυμεί την τηλεοπτική κάλυψη της δίκης, καθόσον θεωρεί ότι ενώ τότε η όλη διαδικασία του πειθαρχικού που ετηρήθη εις βάρος του ήταν σε κλειστή διαδικασία όπως προβλέπεται και δεν θα μπορούσε να δημοσιοποιηθεί τίποτα άλλο απ’ τη θέση του, θεωρεί χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υποβιβάζεται ο ρόλος της κάλυψης του έντυπου τύπου, θεωρεί ότι θα ήταν πολύ πιο άρτια η κάλυψή του από τηλεοπτικά δίκτυα με μία σταθερή κάμερα.
Να σημειωθεί αυτό γιατί μεταφέρω ακριβώς τη θέση του, για να μπορέσει να τοποθετηθεί αρτιότερα για τον ρόλο που τότε έπαιξε κατά την τέλεση των καθηκόντων του. Δεν θα ήθελα να κουράσω άλλο το αξιότιμο σεβαστό δικαστήριό σας ως προς τη συνταγματικότητα του νόμου, καθόσον οι προλαλήσαντες συνάδελφοί μου όσοι εξ αυτών τοποθετήθηκαν υπέρ της κάλυψης και της μετάδοσης απ’ την τηλεόραση της δίκης με κάλυψαν.
Δεν θα ήθελα να τοποθετηθώ άλλο γιατί με τη σειρά που φτάνω να μιλήσω ήδη με έχουν καλύψει. Απλά εγώ θα ήθελα και θα επιθυμούσα την προβολή από κάποια σταθερή κάμερα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Αυτό έχει σημασία.
?..: Κύριε Πρόεδρε, με όλο το σεβασμό θα ήθελα σύμφωνα με το άρθρο 141 παράγραφος 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να καταχωρηθούν στα πρακτικά.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Αυτά είναι αγόρευσή σας, δεν μπορούν να καταχωρηθούν όλα στα πρακτικά, διότι καταλαβαίνετε μην κάνουμε 2 χιλιάδες σελίδες. Θα τα έχω σαν μνημόνιο όταν θα διασκεφθούμε. Σε εμένα να μου τα δίνετε εδώ, γιατί τα κρατάω. Όπως μου δώσανε άλλοι αυτό εδώ του Συνταγματικού Δικαστηρίου, αυτό είναι απ’ την ημερίδα λέτε την επιστημονική και έχετε υπογραμμίσει ορισμένα πράγματα. Αυτό είναι ένα βοήθημα επιστημονικό. Αυτό εντάξει, αλλά να τα καταχωρούμε όλα στα πρακτικά αλίμονο, μην κάνουμε εκατό χιλιάδες σελίδες. Θα θέλει ένα πλοίο μετά να μεταφερθεί.
Συνεχίζουμε. 39. Πολιτική αγωγή έχουμε για τη ληστεία σούπερ-μάρκετ ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ του κ. Νικολακόπουλου.
Β. ΚΥΡΔΑΡΗΣ: Βασίλης Κυρδάρης και εκπροσωπώ τον κ. Νικολακόπουλο ως πολιτική αγωγή. Κύριε Πρόεδρε πρέπει να αναφερθώ στο εξής κατ’ αρχήν ότι θεωρώ ότι το άρθρο 8 του προκειμένου νόμου είναι συνταγματικό ως προς τη διάταξη του άρθρου 93 παρ. 2 του Συντάγματος και 14 του Συντάγματος. Όμως έχω σοβαρότατες ενστάσεις για την συνταγματικότητα του άρθρου 8, όσον αφορά το άρθρο 5α και όσον αφορά το άρθρο 10, δηλαδή ότι παραβιάζει το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ.
Συγκεκριμένα, δεν θα σας κουράσω και δεν θα σας ταλαιπωρήσω, διότι πραγματικά έχουμε πει πάρα πολλά πράγματα απ’ την πλευρά της πολιτικής αγωγής. Το άρθρο 5α το οποίο είναι ένα νέο συνταγματικό άρθρο, καθιερώνει ένα καινούργιο συνταγματικό δικαίωμα, το δικαίωμα στην πληροφόρηση.
Το δικαίωμα αυτό είναι συνταγματικό. Βασικό συνταγματικό δικαίωμα των πολιτών. Περιορισμοί στο συνταγματικό αυτό δικαίωμα λέει το ίδιο άρθρο ότι μπορεί να τεθούν με νόμο αλλά πρέπει να είναι απολύτως αναγκαίοι. Εδώ κ. Πρόεδρε πραγματικά ήρθε ο συγκεκριμένος νόμος, στον οποίο εμπεριέχεται το άρθρο 8, είναι ο 3090/2002 και ο οποίος τοποθετεί το ζήτημα της ολικής ή μερικής τηλεοπτικής μετάδοσης των ποινικών δικών αλλά και των υπολοίπων δικών των ελληνικών δικαστηρίων.
Κατ’ αρχήν η μετάδοση των τηλεοπτικών δικών αποτελεί μέρος του δικαιώματος της πληροφόρησης. Ένα είναι αυτό. Δεύτερον, ότι ο απλός νομοθέτης, δεν τοποθετεί κατ’ αρχήν ως δικαίωμα την τηλεοπτική μετάδοση, άρα το δικαίωμα στην πληροφόρηση, αλλά βάζει μια πλήρη άρνηση στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 8.
Δηλαδή απαγορεύει κατ’ αρχήν την μετάδοση, που σημαίνει ότι απαγορεύει το δικαίωμα που δίνει ο συνταγματικός νομοθέτης. Στη συνέχεια βάζει εξαίρεση. Η εξαίρεση όμως ποια είναι κύριε Πρόεδρε και εδώ είναι το εντυπωσιακό του νομοθέτη. Εκτός βεβαίως του ότι ο νόμος αυτός έγινε πολύ λίγο πριν απ’ τη δίκη και ουσιαστικά αποτελεί φωτογραφική απεικόνιση της δίκης της συγκεκριμένης.
Η εξαίρεση που βάζει ο νόμος στο συνταγματικό αυτό δικαίωμα, είναι ότι πρέπει να συμφωνήσουν οι εξής για να γίνει τηλεοπτική μετάδοση της δίκης, που σημαίνει δηλαδή ότι πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα στην πληροφόρηση. Δηλαδή πρέπει να συμφωνήσει ο Εισαγγελέας, πρέπει να συμφωνήσει η πολιτική αγωγή, πρέπει να συμφωνήσουν οι κατηγορούμενοι και εκτός αυτού πρέπει να συντρέχει και ουσιώδες δημόσιο συμφέρον.
Εκτός όμως απ’ αυτά κ. Πρόεδρε, σας δίνει και εσάς το δικαίωμα ως Δικαστήριο να αποφανθείτε παρά την ύπαρξη όλων αυτών. Δηλαδή δεν καν σας υποχρεώνει. Ουσιαστικά δηλαδή τοποθετεί υπερβολικές προϋποθέσεις, προϋποθέσεις οι οποίες υπερβαίνουν κάθε αρχή αναλογικότητας και άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος, προϋποθέσεις οι οποίες στην πράξη σε μία πολυπρόσωπη δίκη είναι αδύνατο να συνυπάρξουν.
Και τις προϋποθέσεις αυτές τις βάζει προσθετικές. Και όχι μόνο τις προϋποθέσεις, αλλά σας δίνει και το δικαίωμα να μην αποδεχθείτε και την αποδοχή όλων των υπολοίπων. Αυτό κ. Πρόεδρε αποτελεί ουσιαστικά ακυρότητα του δικαιώματος της πληροφόρησης. Το άρθρο 8 παράγραφος 1 ακυρώνει συνταγματικό δικαίωμα, κάτι που δεν έχει δικαίωμα ο κοινός νομοθέτης να κάνει.
Πέραν αυτού κ. Πρόεδρε, το συγκεκριμένο άρθρο στην παράγραφο 1, αντιβαίνει και το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, που αναφέρει ότι μπορούν να μπουν περιορισμοί στην πληροφόρηση, αλλά οι περιορισμοί πρέπει να έχουν το αναγκαίο μέτρο. Το Σύνταγμα παρέχει μεγαλύτερη προστασία του δικαιώματος, διότι ο περιορισμός πρέπει να είναι απολύτως αναγκαίος.
Δηλαδή είτε η συνταγματική προστασία, είτε η προστασία του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, παραβιάζονται ευθέως από το άρθρο 8 παράγραφος 1 του συγκεκριμένου νόμου του προαναφερομένου. Πέραν αυτού πρέπει να σας πω, γιατί μιλήσαμε και για συγκριτικό Δίκαιο και ιδίως της Ευρώπης, αλλά και της Αμερικής.
Θα πω το εξής: Ότι πραγματικά τόσο στη Γαλλία, όσο στη Γερμανία όσο και στην Αυστρία, υπάρχουν απαγορευτικές διατάξεις και υπάρχει και μία νομολογία απαγορευτική στην μετάδοση των δικών. Όμως δεν αποτελούν αυτές οι χώρες το νομικό πολιτισμό της Ευρώπης μόνο. Αποτελεί νομικό πολιτισμό της Ευρώπης και η ιταλική νομοθεσία.
Στην Ιταλία επιτρέπεται η μετάδοση των δικών και εάν υπάρχει ουσιώδες δημόσιο συμφέρον, δεν δικαιούται το δικαστήριο να απαγορεύσει τη μετάδοση την τηλεοπτική. Επίσης 48 πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών επιτρέπουν σχεδόν ανεμπόδιστα την μετάδοση των τηλεοπτικών δικών. Βεβαίως πρέπει να πω εδώ και για επιστημονικούς λόγους, ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών το Ομοσπονδιακό, δεν επιτρέπει. Είναι μία θέση διαφορετική και όπως και δύο-τρεις πολιτείες νομίζω δεν επιτρέπουν επίσης.
Επίσης δεν επιτρέπει και η Αγγλία. Με κάποιες διαφοροποιήσεις η Αγγλία και η Ουαλία δεν επιτρέπει, επιτρέπει όμως κατά τι η Σκοτία και υπό ορισμένες προϋποθέσεις, εφ’ όσον επιτρέψει ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Κύριε Πρόεδρε, η θέση η δική μας είναι ότι πρέπει να δοθεί δημοσιότητα στη δίκη, δημοσιότητα εκτός της αιθούσης, διότι τα αδικήματα τα οποία συνέβησαν στην συγκεκριμένη περίπτωση, έχουν ταλαιπωρήσει τον ελληνικό λαό και την Ελλάδα επί 27 ολόκληρα χρόνια. Εδώ πρόκειται περί πάρα πολλών εγκλημάτων, εγκλημάτων που ταλαιπώρησαν την ίδια την χώρα και έχει δικαίωμα ο κάθε Έλληνας πολίτης να ενδιαφερθεί, να πληροφορηθεί και να είναι κοινωνός της πληροφορίας το τι γίνεται εδώ στο δικαστήριο.
Η συγκεκριμένη υπόθεση της τρομοκρατίας της 17Ν έχει ρίξει πάρα πολύ αίμα στην Ελλάδα. Έχουν πονέσει πάρα πολλοί άνθρωποι και έχει δικαίωμα ο ελληνικός λαός να πληροφορηθεί για το συγκεκριμένο θέμα. Ευχαριστώ.

ΔΙΚΗ – 17Ν
Γ’ ΜΕΡΟΣ
12:15 – 14:00
ΤΕΤΑΡΤΗ 5 ΜΑΡΤΙΟΥ 2003
ΔΙΚΗ 17Ν
ΤΕΤΑΡΤΗ 5 ΜΑΡΤΙΟΥ 2003
ΩΡΑ ΕΝΑΡΞΗΣ: 9:05
ΠΡΟΕΔΡΟΣ : ΜΙΧΑΗΛ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ
Γ’ ΜΕΡΟΣ
12:15 – 14:00
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Μετά πηγαίνω στην υπόθεση 43: Ληστεία ΕΛΤΑ Βύρωνα. Ο κ. Ευαγγελάτος πάλι. Γράφω, 32 και 43. Προχωρούμε, εκρήξεις κτλ., δεν βλέπω τίποτα. Έχουμε την 50. Οι πέντε εκρήξεις στα λεωφορεία. Έχει παραστεί ο κ. Ζάπρος κτλ. Είναι εδώ για τις εκρήξεις στα τουριστικά λεωφορεία; Δεν είναι εδώ.
Για το ΠΕΝΤΕΛΙΚΟ. Είχε παραστεί συνήγορος, ο οποίος έχει τον λόγο.
κ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Διακεκριμένοι κ. Πρόεδρε και κύριοι δικαστές, μπορεί κανείς να υποστηρίξει πειστικά, ότι όταν θεσπίσθηκε ο Ν. 3090/2002, ο ιστορικός νομοθέτης αγνοούσε το άρθρο 93 του Συντάγματος, αγνοούσε το άρθρο 239 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο οποίος χαρακτηρίζει την αρχή της δημοσιότητας ως μία θεμελιώδη αρχή της κύριας διαδικασίας, της ακροαματικής διαδικασίας;
Ή μπορεί κανένας να υποστηρίξει ότι οι άνθρωποι αυτοί, ο ιστορικός νομοθέτης, ήθελε να παραβιάσει την δημοσιότητα, όταν θέσπιζε τον συγκεκριμένο νόμο, που σε εκτέλεση αυτού του νόμου, του 3090/2002, στην παρούσα αίθουσα βρίσκονται αυτή τη στιγμή, τουλάχιστον 200 δημοσιογράφοι οι οποίοι καταγράφουν με απόλυτη σαφήνεια, πληρότητα και ακρίβεια όσα τεκταίνονται ή όσα διαδραματίζονται σε αυτή την αίθουσα;
Είναι πέραν βέβαιον κ. Πρόεδρε, ότι η συνταγματική επιταγή της δημοσιότητας, με την παρουσία των δημοσιογράφων, με την προσέλευση του κοινού, διασφαλίζεται απόλυτα και ο συγκεκριμένος νόμος δεν παραβιάζει την δημοσιότητα και την αρχή της δημοσιότητας όπως αυτή καταγράφεται από το Σύνταγμά μας. Από κει και πέρα κ. Πρόεδρε, με το Ν. 2172/93, σε περιπτώσεις και σε δίκες οι οποίες παρουσίαζαν δημόσιο ενδιαφέρον, είχε θεσπισθεί ότι ήταν υποχρεωτική η παρουσία της τηλεοπτικής κάμερας.
Από το 2002 και μετά, με το υφιστάμενο νομικό καθεστώς του Ν.3090/2002, η παρουσία της τηλεόρασης, για να γίνει αποδεκτή με απόφαση κυρίαρχη του δικαστηρίου, απαιτείται η συναίνεση των διαδίκων και να παρουσιάζει η συγκεκριμένη δίκη ουσιώδες δημόσιο ενδιαφέρον. Δε νομίζω ότι μπορεί να αμφισβητηθεί ότι υπάρχει εδώ πέρα ουσιώδες δημόσιο ενδιαφέρον αυτή τη δίκη.
Από τη στιγμή όμως που εκφράστηκαν διάδικοι αρνητικά για την παρουσία της τηλεόρασης, είναι μονόδρομος η τηλεόραση να μην έχει θέση στην παρούσα δίκη. Από κει και πέρα κ. Πρόεδρε και κ.κ. Δικαστές, η δική μου η θέση είναι –και θέλω να καταγραφεί– ότι η τηλεόραση είναι απαραίτητο να βρίσκεται. Και να υπήρχε η δυνατότητα να βρίσκεται, η νομική, σ’ αυτήν την παρούσα δίκη, διότι δε νομίζω ότι υπάρχει έστω κι ένας Έλληνας κ. Πρόεδρε που δεν θα ήθελε να πληροφορηθεί γι αυτή την ιστορία των 30 ετών που τόσο αίμα προκάλεσε.
Θα ήθελε να θέσει ερωτήματα, κατά την ταπεινή μου άποψη, αμείλικτα, στον κ. Κουφοντίνα και στον κ.Σάββα Ξηρό. Aναφέρομαι σ’ αυτούς τους δύο γιατί είναι οι μόνοι που έχουν αναλάβει την ευθύνη την πολιτική, ως λένε, των εγκλημάτων αυτών, θα έλεγα ότι θα ήταν πιο γενναίο αν αναλάμβαναν και την ποινική ευθύνη αυτών των εγκλημάτων, γιατί αυτό έχει αξία.
Ο κάθε πολίτης αυτής της χώρας θα ήθελε να τους θέσει ένα ερώτημα: Με αυτή την ατομική, θανάσιμη βία όλων αυτών των ετών, πιστεύουν ότι μπορεί??
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Παρακαλώ, παρεκκλίνουμε από την ουσία. Δεν ρωτάμε τους ανθρώπους τώρα.
κ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Κλείνω κ. Πρόεδρε, νομίζω ότι είναι όμως μια απορία και η τηλεόραση θα βοηθούσε σε αυτό, εάν αυτή η ατομική θανάσιμη βία βοήθησε στον να γίνεί η ελληνική κοινωνία πιο δίκαιη, βοήθησε για το αν οι δικονομικοί θεσμοί αυτής της χώρας ενδυναμώθηκαν ή, τουναντίον, έγινε περιστολή των δικονομικών εγγυήσεων αυτής της χώρας, δυστυχώς, λόγω της τρομοκρατίας και αν τελικά το όραμά τους το ιδεολογικό για να φύγουν οι Αμερικάνοι απ’ αυτή τη χώρα, με τη δράση τους αυτή, υλοποιήθηκε, ή, τουναντίον, τους έχουμε μέσα σε αυτή την αίθουσα αυτή τη στιγμή.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δηλαδή ως ακροατές φαντάζομαι θα εννοείτε ότι είναι εδώ.
κ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ελπίζω ως ακροατές κ. Πρόεδρε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Όχι, ακόμα δεν είναι θύματα. Σας παρακαλώ, μην αφήνουμε τέτοιες αιχμές.
Έχουμε και την 75, την ανθρωποκτονία Τσάντες. Αν εννοείτε αυτήν, βέβαια, είναι εδώ.
Γ. ΠΥΡΟΜΑΛΛΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, αναφέρομαι σε όσα είπε ο κ. Αναγνωστόπουλος, έχω δηλώσει παράσταση.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ο κ. Πυρομάλλης αναφέρεται στα όσα είπε ο κ. Αναγνωστόπουλος. Είναι γνωστά γιατί τα είπε τέσσερις-πέντε φορές. Δεν έχουμε τίποτε άλλο απ’ αυτά.
ΣΥΝ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: (εκτός μικροφώνου)
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Έχουμε την αιωρούμενη Πολιτική Αγωγή. Πρέπει να αποφανθούμέ πριν απ’ αυτή, διότι αν σας δώσουμε τον λόγο, έχουμε ακυρότητα. Μέχρι τώρα, η παρουσία της δεν υπήρχε.
ΣΥΝ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: (εκτός μικροφώνου)
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δε μας ενδιαφέρει τί έγινε στην προδικασία κα Συνήγορε. Μπορεί να δηλωθεί τώρα, αυτή τη στιγμή η Πολιτική Αγωγή, πριν αρχίσει η κυρία διαδικασία, οπότε θα αποφανθούμε εμείς αν θα μείνετε ή όχι.
ΣΥΝ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: (εκτός μικροφώνου)
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Εάν όμως είναι να ομιλήσετε, ήδη έχει επιφυλαχθεί. Να την αφήσουμε να μιλήσει ή όχι; Ποιο είναι το πρόβλημα;
(Διαλογικές συζητήσεις)
ΣΥΝ. ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ: Η υπεράσπιση λέει «ναι› κύριε Πρόεδρε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Εάν δεν προβληθεί όμως, ξέρετε, καλύπτεται.
Α. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, με συγχωρείτε, απ’ ότι συνεννοήθηκα και με τους συναδέλφους μου, αντίρρησις δεν υπάρχει αυτή την στιγμή, θα υπάρξει αμέσως μετά. Αλλά για να διευκολυνθούν, πρακτικώς τα πράγματα, ας μιλήσει και μετά μπορούμε να τη νομιμοποιούμε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Η αντίρρηση υποβάλλεται μόλις δηλωθεί η πολιτική αγωγή. Υπάρχει αντίρρηση ή δεν υπάρχει; Αυτό ρωτάω. Και μετά θα δούμε τί θα κάνουμε.
Σας ρωτάω: Έχετε αντίρρηση ή δεν έχετε;
Ι. ΡΑΧΙΩΤΗΣ: Αντίρρηση από την πλευρά της Πολιτικής Αγωγής υπάρχει. Δηλώσαμε ανεπιφύλακτα στην αρχή, το καταθέτουμε και τώρα ρητώς. Το πότε θα απαντήσει στην ένστασή μας το Δικαστήριο είναι άλλο θέμα, μπορεί ναι απαντήσει απαντώντας και στο θέμα που συζητείται αυτή τη στιγμή.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Μισό λεπτό, έχω μια δήλωση παράστασης της Πολιτικής Αγωγής. Λέει: «Προς το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων›.
ΣΥΝ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: ¶λλη είναι αυτή.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Και άλλη περίπτωση που λέει:
«Στον Κορυδαλλό σήμερα?. κτλ., ο υπογράφων την παρούσα Δημήτριος Σταμούλης και της Σπυριδούλας, κάτοικος Αγρινίου, επί της οδού?. κτλ., δηλώνω ότι παρίσταμαι ως Πολιτικός Ενάγων κατά των κατηγορουμένων μελών της εγκληματικής οργάνωσης για την πράξη της συγκρότησης κτλ.›.
Παρέστη εδώ μέσα;
ΣΥΝ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, με συγχωρείτε, να δηλωθεί από την πλευρά εκείνη, σε τί συνίσταται η παράσταση.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Είπε, η παράσταση συνίσταται για το ότι υπέστησαν βλάβη εκ του γεγονότος της εγκληματικής οργάνωσης, η οποία λέει με το 187 είναι σήμερα κατηγορούμενα τα μέλη διά συμμετοχή σ’ αυτήν. Ότι αυτή η οργάνωση ευθύνεται, μέλη αυτής της οργάνωσης ευθύνονται για την ανθρωποκτονία του Παντελή Πέτρου, που δεν είναι εδώ στο κατηγορητήριο.
Επομένως, θα πρέπει αυτή τη στιγμή να δώσουμε τον λόγο σε όποιον επιθυμεί. Φυσικά, μπορεί οι άλλοι να επιφυλάσσονται, αλλά άμα ζητά ο κ. Εισαγγελέας τον λόγο, δεν μπορώ να μη του τον δώσω.
ΣΥΝ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: Κύριε Πρόεδρε μπορώ να έχω τον λόγο;
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ναι, πείτε κατά τίνων παρίστασθε, το αδίκημα της συμμετοχής, της ίδρυσης, πέστε τα, να τα πείτε.
ΣΥΝ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ:Έχω δηλώσει την παράστασή μου για το αδίκημα το 187, για την κα Αγγελική Πέτρου, κατά Αλεξάνδρου Γιωτόπουλου, Θεολόγου Ψαραδέλλη, κατά αυτών που σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ήταν μέλη εκείνη την περίοδο της εγκληματικής αυτής οργανώσεως.
Σας τα έχω δηλώσει κατά την έναρξη της διαδικασίας. Έχει επιφυλαχθεί η Υπεράσπιση πράγματι, να προβάλλει αντιρρήσεις κ. Πρόεδρε. Μέχρι την προβολή αυτών των αντιρρήσεων που φαντάζομαι ότι θα τεθούν μετά την κρίση?..
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ζητά τον λόγο ο κ. Εισαγγελέας.
ΣΥΝ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ:Αν δεν έχετε αντίρρηση, παρακαλώ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ο λόγος σας δόθηκε για να συγκεκριμενοποιήσετε το αντικείμενο της Πολιτικής Αγωγής:
ΣΥΝ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: Για τη συγκρότηση και ένταξη σε αυτή την τρομοκρατική Οργάνωση, η οποία σχεδίασε και εξετέλεσε την ανθρωποκτονία του Παντελή Πέτρου, του πατέρα της Αγγλικής Πέτρου, την οποία εκπροσωπώ.
Ήθελα όμως, πριν μπούμε στη διαδικασία των αντιρρήσεων, αν είναι να μπούμε τώρα, να σας πω ότι σύμφωνα με το άρθρο 88 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, μέχρι της αποβολής της, οι πράξεις της Πολιτικής Αγωγής δεν εκφέρουν καμία ακυρότητα στην διαδικασία.
Λέει το άρθρο 88.2 ότι αν Πολιτικός Ενάγων αποβληθεί, παραμένουν ισχυρές οι πράξεις της διαδικασίας, τις οποίες αυτός πριν από την αποβολή του, παρέσχε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Αυτό όμως, ποιο στάδιο αφορά; Την κύρια διαδικασία ή την προδικασία;
ΣΥΝ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: Αυτό αφορά εν γένει την Πολιτική Αγωγή κ. Πρόεδρε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ναι, αλλά ποιο στάδιο όμως αφορά; Νομίζω ότι αφορά την προδικασία.
ΣΥΝ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: Η Πολιτική Αγωγή μπορεί να κριθεί σε κάθε στάδιο, όπως είναι γνωστό.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Εντάξει, εσείς κάνατε τη δήλωσή σας, νομίζω ότι έγινε αντιληπτή. Στην προδικασία έχετε αποβληθεί.
ΣΥΝ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: Βεβαίως, απεβλήθη, εκυρήχθη απαράδεκτη. Με το σκεπτικό το οποίο γνωρίζετε, ότι επιτρέπεται όντως παράβλεψη Πολιτικής Αγωγής για το 187 διότι η ζημία γίνεται άμεση για το θύμα από τη στιγμή που θα τελεσθεί το αδίκημα, πλην όμως με έναν, κατά τη γνώμη μας, συλλογισμό ο οποίος ελέγχεται.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Το έχετε το βούλευμα αυτό;
ΣΥΝ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: Βεβαίως κ. Πρόεδρε, είναι στη δικογραφία σας και το έχω και θα σας το προσκομίσω για διευκόλυνσή σας.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Πρέπει να δει και ο κ. Εισαγγελεύς το βούλευμα.
ΣΥΝ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: Αύριο θα σας το δώσω κ. Πρόεδρε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Έχετε την καλοσύνη να μας το δώσετε, να το δει και ο κ. Εισαγγελεύς διότι θα κάνει μια πρόταση κι αυτός. Και αν θέλετε, η Υπεράσπιση, να πείτε.
(Διαλογικές συζητήσεις)
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Είναι δηλαδή στο θέμα του αιτιώδους συνδέσμου με τη θεωρία του κανόνα δικαίου. Ο κανόνας δικαίου σκοπεύει την προστασία μόνο –λέτε- της δημόσιας τάξης και όχι και των προσώπων. Νομίζω ότι δεν έχουμε νομολογία, η Μπενάκη κάτι γράφει σε αυτό. Το έχετε δει;
ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: Ήθελα να δω το βούλευμα κ. Πρόεδρε. Να ακούσω και την άλλη πλευρά.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Βεβαίως κ. Εισαγγελεύ. Λοιπόν, έχετε τον λόγο. Ο κ. Χρυσικόπουλος.
κ. ΧΡΥΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ: Αυτό που θέλω να προσθέσω σε όσα είπε ο κ. Ραχιώτης, σε σχέση με τη συγκεκριμένη παράσταση της Πολιτικής Αγωγής, ότι και το ιδιωτικό έννομο αγαθό για το οποίο θα υπήρξε η πράξη ανθρωποκτονίας οπότε θα μπορούσε να υπάρξει ένα θέμα παράστασης της Πολιτικής Αγωγής, στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει παραγραφεί. Δηλαδή θα δεχθεί Πολιτική Αγωγή για ένα αδίκημα το οποίο έχει παραγραφεί, έτσι όπως τίθεται αυτή η παράσταση Πολιτικής Αγωγής. Και νομίζω ότι δεν μπορεί. Δηλαδή ψυχική οδύνη.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Θα το δούμε. Δέστε το και από αυτή την οπτική γωνία εσείς, ότι αυτό έχει χαρακτήρα διαρκούς –λέει- εγκλήματος.
Π. ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΗΣ: Έχω την εντύπωση ότι υπάρχει κι ένας άλλος λόγος για τον οποίον δεν μπορεί να παρασταθεί ως Πολιτική Αγωγή. Η παράσταση Πολιτικής Αγωγής που έχει σχέση με το 187, τον Πέτρου και Σταμούλη, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την παράσταση της Πολιτικής Αγωγής για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας.
Αν δεν είχε πραγματωθεί το αδίκημα της ανθρωποκτονίας των Πέτρου και Σταμούλη, δεν θα μπορούσε να υπάρχει και το αδίκημα του 187. Ενόψει λοιπόν του γεγονότος ότι το αδίκημα της ανθρωποκτονίας έχει παραγραφεί ήδη και δεν μπορεί να εισαχθεί –και αυτό δεν το λέμε εμείς, το είπε και το βούλευμα, το οποίο πράγματι τοποθετήθηκε έτσι, λέγοντας ότι, λόγω της παραγραφής, δεν μπορεί να εισαχθεί- έχω την εντύπωση λοιπόν και από τη σύνδεση αυτών των δύο πράξεων και εξαιτίας αυτού του γεγονότος, δεν υπάρχει δυνατότης παράστασης Πολιτικής Αγωγής.
Πέραν βέβαια αυτού που λέω ότι το 187, αυτή είναι η άποψη της Υπεράσπισης, δεν δίνει τη δυνατότητα αυτοτελώς της παράστασης της Πολιτικής Αγωγής, ενόψει του γεγονότος ότι θίγονται δικαιώματα, τα οποία δεν έχουν σχέση, δεν μπορούν να τοποθετηθούν σε προσωπικό επίπεδο, αλλά θίγονται δικαιώματα που έχουν να κάνουν μόνο με τα δικαιώματα της πολιτείας και μόνο αυτά.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Είναι θέμα αιτιώδους συνδέσμου. Παρακαλώ κ. συνήγορε.
ΣΥΝ. ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ: Το 187 τροποποιήθηκε, όπως όλοι το ξέρουμε, το λέει ο νόμος. Όμως ίσχυσαν οι διατάξεις περί συστάσεως και συμμορίας επί δεκαετίες. Ουδέποτε διενοήθη κανείς, εγώ τουλάχιστον δεν ξέρω να είχαμε δήλωση Πολιτικής Αγωγής στο 187 το κλασικό, δεν άλλαξε κάτι.
Απλώς έγιναν κακουργηματικές ορισμένες πράξεις, εντοπίστηκαν τα κακουργήματα ενώ με την προϊσχύσασα διάταξη ήταν αόριστα, και συνεπώς, αφού δεν άλλαξε τίποτε κατά τα λοιπά, θα πρέπει να αναχθεί με τις γενικές διατάξεις του τί σημαίνει δράση, είναι πολύ γνωστά όλα αυτά, όπως είπατε κ. Πρόεδρε, και η Μπενάκη το λέει και ο Ιακώβου και όλοι αυτοί που έγραψαν για την Πολιτική Αγωγή και συνεπώς, θα έχουν, θα έλεγα, μεθ’ υπερβολής μια, πολύ μεγάλη, δραματική αλλαγή της νομολογίας αν τώρα με την τροποποίηση που δεν άλλαξε τίποτα, επετρέπετο η δήλωση παραστάσεως της Πολιτικής Αγωγής.
Κατά τα λοιπά, συμφωνώ με όσα ελέχθησαν, ότι τώρα βέβαια πρέπει να ληφθεί απόφαση, υπό την έννοια ότι επειδή δεν συναρτάται με την ουσία της υπόθεσης, αλλά με την τυπική δήλωση, διότι η παράσταση Πολιτικής Αγωγής συνδέεται με το κατηγορητήριο και όχι με την ουσία –πολύ γνωστό αυτό– συνεπώς, ενδεχομένως να υπάρξουν ακυρώσεις εκ των υστέρων κι επειδή είναι απόλυτη η ακυρότητα, ύστερα μάλιστα από την τροποποίηση η οποία επήλθε, έχω την εντύπωση ότι το Δικαστήριό σας πρέπει να αποφανθεί τώρα και να αποφανθεί σύμφωνα με όσα είπε και το βούλευμα, το οποίο, νομίζω έκλεισε το θέμα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Μάλιστα. Παραπέμπετε εκεί λοιπόν εσείς,
ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ: Είναι προφανές ότι το δικαίωμα της παράστασης της Πολιτικής Αγωγής, υφίσταται εφόσον υπάρχει παθών και άμεση ζημία του παθόντος σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη πράξη για την οποία παρίσταται. Το 187, είναι προφανές ότι είναι στο κεφάλαιο «Περί δημόσιας τάξης›, προστατεύει έννομο αγαθό που αφορά τη δημόσια τάξη, όχι ατομικά έννομα αγαθά και με αυτή την έννοια δεν είναι δηλαδή η παράσταση της Πολιτικής Αγωγής για το αδίκημα το 187.
Εάν προσχωρούσαμε σε αυτή την άποψη, εάν προσχωρούσε το Δικαστήριό σας, τότε θα επιτρεπόταν σε οποιονδήποτε Έλληνα πολίτη, επειδή με τον 187 αυτό που προσβάλλεται είναι η δημόσια τάξη, να έρθει να παραστεί ως Πολιτική Αγωγή, εναντίον όλων των κατηγορουμένων. Και κάτι τέτοιο θα ήταν άτοπο.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κατάλαβα τη θέση σας, είναι διαφανής απόλυτα η θέση σας.
Υπάρχει κάποια προσθήκη;
?..: Μια προσέγγιση επίσης κ. Πρόεδρε. Στη δίκη των Πρωπαιτίων του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου. Εμείς τότε είχαμε ζητήσει να παρασταθούμε ως πολιτικώς ενάγοντες στα αδικήματα που εστρέφοντο κατά της πολιτικής σύστασης της χώρας, της πολιτικής εξουσίας και της δημόσιας τάξης που περιελάμβανε το κατηγορητήριο της πρώτης δίκης.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Και απεβλήθησαν απ’ ότι θυμάμαι.
?..: Εκεί λοιπόν έκρινε το 5μελές τότε Εφετείο που είχε συσταθεί με την ειδική συντακτική πράξη ότι αυτά τα αδικήματα που αφορούν την πολιτειακή εξουσία, τη δημόσια τάξη δεν μπορεί να υπάρχει παράσταση πολιτικής αγωγής από τους πολίτες τους τρίτους γιατί κυρίως ακουμπούν την ευταξία και το δημόσιο συμφέρον το οποίο το ρυθμίζει το κράτος.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Είναι γνωστά κ. συνήγορε. Ευχαριστούμε κι εσάς και τον κύριο νεαρό συνήγορο εκεί πίσω που δεν τον πολυβλέπουμε.
?..: Λέω λοιπόν ότι σε αυτή τη φάση και σε συνεπικουρία που είναι και το θέμα της παραγραφής του κύριου αδικήματος για το οποίο βεβαίως θα υπήρχε ζήτημα πολιτικής αγωγής, αυτοτελώς για το ζήτημα 187 στο επίπεδο του κεφαλαίου προστασίας της δημόσιας τάξης, δεν υπάρχει δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής.
?..: (Εκτός μικροφώνου)
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Όταν μιλάμε για αιτιώδη σύνδεσμο, μιλάμε με την έννοια του αστικού δικαίου. Εδώ στην Ελλάδα η κρατούσα θεωρία είναι της αιτιώδης συνάφειας. Αλλά εξαιρετικά όταν πρόκειται για τέτοιες αδικοπραξίες οι οποίες έχουν βάση ποινικό αδίκημα, τότε πηγαίνουμε στη θεωρία του σκοπού κανόνα Δικαίου και μάλιστα χωρίς να το λέμε και πολύ – πολύ φανερά, αλλά το ακολουθούμε. Είναι γνωστά αυτά, μη κουράζεστε, δεν θέλω.
(Διαλογικές συζητήσεις)
Ο κ. Εισαγγελεύ έχει τον λόγο.
ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: Υπάρχει εδώ να βούλευμα, το υπ’ αριθμόν 2479 του 2002, το οποίο επελήφθη του θέματος αυτού στην προδικασία και απευθύνετο σχετικώς. Είπε δηλαδή ότι το άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικος προστατεύει καταρχήν την πολιτειακή εξουσία στις διάφορες εκφάνσεις της.
Ωστόσο η δημόσια τάξη προστατεύεται και κατά την κοινωνική όψη της που εμφανίζεται με την μορφή της κοινής ειρήνης και της ομαλής κοινωνικής συμβιώσεως με την οποία εξασφαλίζεται η απόλαυση των ατομικών εννόμων αγαθών των πολιτών, της ζωής, της περιουσίας κλπ.
Συνεπώς το έννομο αγαθό που προστατεύεται με τη θέσπιση της συμμορίας είναι τόσο η πολιτική εξουσία όσο και η απόλαυση των ατομικών αγαθών των πολιτών, που κινδυνεύει από την τέλεση των σκοπουμένων με την ένωση των δραστών εγκλημάτων.
Δεδομένου όμως ότι τα εγκλήματα αυτά δεν είναι ειδικά καθορισμένα εκ των προτέρων με την έννοια της προσβολής των ατομικών αγαθών συγκεκριμένου προσώπου, είναι φανερό ότι ο κίνδυνος από την αξιόποινη πράξη της συμμορίας είναι έμμεσος και παντελώς αφηρημένος για κάθε πολίτη.
¶ρα η βλάβη και η ζημία που προκαλείται από την τέλεση της αξιόποινης αυτής πράξεως είναι έμμεση και ως τοιαύτη δεν γεννά αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως κατά το άρθρο 932 του Αστικού Κώδικος, οπότε και δεν δικαιολογείται παράσταση πολιτικής αγωγής γι’ αυτή τη δίκη.
Αλλά όταν η κατάσταση του εντελώς αορίστου γενικού και αφηρημένου κινδύνου που προκαλείται από την πράξη της συμμορίας διαδέχεται η άμεση βλάβη και προσωπικού αγαθού, με την τέλεση εγκλήματος σε βάρος συγκεκριμένου προσώπου από εκείνα που γενικά είχαν σχεδιαστεί με την ένωση των δραστών, τότε έχουμε προσβολή και ιδιωτικού συμφέροντος και ο φορέας αυτού, ο ζημιωθείς κατά τον τρόπο αυτόν άμεσο μπορώ να πω, έχει αξίωση χρηματικής ικανοποίησης.
Στην περίπτωση αυτή ο ζημιωθείς έχει δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής τόσο για το έγκλημα που τελέστηκε σε βάρος του και προσέβαλε το ατομικό του έννομο αγαθό όσο και για το έγκλημα της συμμορίας που παρασκεύασε εκείνο.
Σε περίπτωση όμως που για οποιοδήποτε λόγο δεν δικαιολογείται πλέον παράσταση πολιτικής αγωγής στην ποινική διαδικασία από τον άμεσο φορέα του εννόμου αγαθού που προσβλήθηκε με την αξιόποινη πράξη που οι δράστες της συμμορίας τέλεσαν εις βάρος του, όπως εν προκειμένω λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου της πράξεως ανθρωποκτονίας, δεν δικαιολογείται πλέον αλλά παραμένει ενεργό το έγκλημα της συμμορίας.
Πράγματι το έγκλημα της συμμορίας παραμένει ενεργό, δεν δικαιολογείται όμως πλέον παράσταση της πολιτικής αγωγής και για το έγκλημα αυτό του άρθρου 187 αφού μόνο απ’ αυτό δεν έχει υποστεί άμεση βλάβη στο έννομο αγαθό του ο διάδικος.
Περαιτέρω, όπως έχει λεχθεί, με το άρθρο 1 του Ν. 2928/2001 αντικαταστάθηκε το πιο πάνω άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικος, στο οποίο πλέον η παράγραφος 1 προβλέπει και τιμωρεί την κακουργηματική πράξη της συγκροτήσεως και εντάξεως κάποιου σε δομημένη και με εγκληματική δράση ομάδα από 3 ή περισσότερα πρόσωπα, οργάνωση δηλαδή και επιδιώκει την διάπραξη περισσοτέρων καθοριζομένων κακουργημάτων στα οποία περιλαμβάνονται και η ανθρωποκτονία με πρόθεση που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 291 του Ποινικού Κώδικος.
Και το έγκλημα τούτο της συγκροτήσεως και εντάξεως σε εγκληματική οργάνωση όπως και στην εισηγητική έκθεση του Ν. 2928/2001 επιβουλεύεται την δημόσια τάξη τόσο κατά την πολιτειακή όσο και κατά την κοινωνική της έκβαση με την έννοια που έχει προστεθεί ανωτέρω, δηλαδή την έννομη τάξη και την κοινή ειρήνη και την ομαλή κοινωνική συμβίωση και απόλαυση των εννόμων αγαθών των πολιτών αντίστοιχα που προσβάλλονται από τα γενικώς κακουργήματα.
Επομένως και στην περίπτωση τούτου του εγκλήματος ισχύουν σχετικά με τη ζημία που προκαλείται από αυτά, όσα έχουν εκτεθεί πιο πάνω για την αξιόποινη πράξη συμμορίας. Και με τη νέα διάταξη της παραγράφου προβλέπεται.
Δηλαδή η ζημία κατ’ αρχήν είναι έμμεση και ως τοιαύτη δεν γεννά αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως για συγκεκριμένο τρόπο και δεν παρέχει δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής στην ποινική διαδικασία. Επομένως κ. Πρόεδρε πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα της υπερασπίσεως και να αποβληθεί από την ποινική διαδικασία η δήλωση της παραστάσεως της πολιτικής αγωγής. Είναι απαράδεκτο.
Β. ΜΑΡΚΗΣ: Μια λέξη να προσθέσω μονάχα. Θα είχαμε ένα παραλογισμό αν δεχόμασταν την αγωγή κ. Πρόεδρε με το εξής σκεπτικό. Αν κατάλαβα καλά η δήλωση γίνεται για ψυχική οδύνη. Η ψυχική οδύνη όμως μπορεί να γίνει λόγω μόνο του θανάτου. Μιλάω για τη δήλωση που άκουσα.
Από τη στιγμή που έχει γίνει για ψυχική οδύνη λόγω του θανάτου, το γεγονός, η δράση που επέφερε το θάνατο, είναι η ανθρωποκτονία εκ προθέσεως η οποία έχει παραγραφεί. Η άλλη συμπεριφορά, της παράβασης του άρθρου 187, μόνο έμμεσα επεξαιρώ. Με αυτή την σκέψη και μόνο συμπληρώνω τα όσα σωστά είπε ο συνάδελφος μου και πιστεύω ότι θα πρέπει να αποβληθεί η πολιτική αγωγή.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ναι κ. Εισαγγελεύ, αλλά να μας απαντήσει στο μέτρο που επιθυμεί η πολιτική αγωγή. Αν μπορείτε να επιχειρηματολογήσετε πάνω σ’ αυτό το στάδιο. Δηλαδή σας είπαν ότι πρώτον δεν αφορά το δικό σας συμφέρον, αλλά είναι το γενικό συμφέρον και δεύτερον έτσι κι αλλιώς έχει παραγραφεί.
Δηλαδή εδώ κατάγεται προς κρίση μια αστική αποζημίωση, μια αξίωση αστική, η οποία αξίωση αστική όπως ξέρουμε έχει κι αυτή μια παραγραφή. Η παραγραφή ποια είναι; Είναι η 5ετής εκτός αν το Ποινικό Δίκαιο αποτελεί και ποινικό αδίκημα. Τότε έχουμε την μεγαλύτερη, των 20 ετών που είναι το ανώτατο που έχουμε εδώ πέρα. Αυτό σας λένε τώρα. Για να δούμε εσείς τι θα πείτε σ’ αυτά.
ΣΥΝ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: Κατ’ αρχήν νομίζω ότι το πρώτο κρίσιμο θέμα το οποίο αντιμετωπίζουμε είναι κατά πόσον το άρθρο 187 έτσι όπως ισχύει σήμερα συνπροστατεύει παράλληλα με το αγαθό της δημοσίας τάξεως και ατομικά έννομα αγαθά.
Όπως ξέρετε κ. Πρόεδρε, κ. Εφέτες από τη στιγμή που ένας νόμος, μια διάταξη δεν έχει τεθεί αποκλειστικώς προς την προστασία ενός εννόμου συμφέροντος υπερατομικού, στην περίπτωση αυτή αν αποδειχτεί ότι συνυπροστατεύει ατομικά έννομα αγαθά, τότε είναι δυνατή η παράσταση πολιτικής αγωγής. Αυτό είναι το πρώτο θέμα. Προστατεύει, συνπροστατεύει το 187 ατομικά έννομα αγαθά παράλληλα με τη δημόσια τάξη;
Από την πλευρά της πολιτικής υπερασπίσεως των κυρίων κατηγορουμένων δεν ακούσαμε κάποιο επιχείρημα κατά τη γνώμη μου. Το μόνο το οποίο ακούσαμε ήταν ότι είναι στο κεφάλαιο για τη δημόσια τάξη, για την προστασία της δημοσίας τάξεως το άρθρο 187 της συγκροτήσεως εγκληματικής οργανώσεως.
Αρκεί αυτό; Η έννομη μας τάξη μας έχει δώσει νομίζω πολλές διατάξεις οι οποίες είναι εκτεθειμένες σε διάφορα κεφάλαια του Ποινικού μας Κώδικα για την προστασία υπερατομικών αγαθών, οι οποίες όμως έχει νομολογηθεί ως πολύ απλό παράδειγμα αυτό της ψευδορκίας, ότι συνπροστατεύουν και ατομικά έννομα αγαθά. Αλλά αυτό είναι στο 187 αυτό καθ’ εαυτό.
Θα ήθελα να δείτε στην εισηγητική έκθεση, έχει μια αξία αυτό, μέσα στην εισηγητική έκθεση του νόμου ο οποίος τροποποίησε το άρθρο 187, από σύσταση συμμορίας σε συγκρότηση εγκληματικής οργανώσεως. Ομιλεί για την προστασία των αμέσων θυμάτων του εγκληματικού σχήματος. Λέει ότι ο νόμος αυτός δεν τίθεται μόνο για την προστασία των άμεσων θυμάτων της εγκληματικής οργανώσεως, αλλά και για την προστασία της δημοσίας τάξεως.
Ερμηνεύει ο ίδιος ο νομοθέτης τη βούληση του στην εισηγητική του έκθεση και ομιλεί για δύο έννομα αγαθά. Ένα ατομικό, αυτό των θυμάτων, των αμέσων λέει ο ίδιος στην εισηγητική του έκθεση θυμάτων της εγκληματικής οργανώσεως, το υποκείμενο είναι η εγκληματική οργάνωση και συνπροστατεύει παράλληλα και τη δημόσια τάξη. Αυτή είναι η βούληση του νομοθέτη όπως εκφράζεται.
Στην ιστορική της πορεία αυτή η διάταξη, το 187 όπως προϋπήρχε με την μορφή της συστάσεως και συμμορίας, όλοι οι θεωρητικοί, όλοι οι συγγραφείς -αναφέρθηκαν τα συγγράμματα της κας Μπενάκη- όλοι δέχονται ότι στο 187 υπό τη μορφή της σύστασης συμμορίας χωρεί παράσταση πολιτικής αγωγής από της τελέσεως του επιμέρους αδικήματος, αυτού του οποίου επιδιώκει η εγκληματική οργάνωση. Αυτή είναι και η ιστορική πορεία αυτής της διατάξεως.
Έχουμε λοιπόν την ιστορική πορεία αυτής της διατάξεως, ότι συνπροστατεύονται ατομικά έννομα αγαθά. Έχουμε την ερμηνεία του ίδιου του νομοθέτη για το τι θέλει να προστατεύσει με αυτή τη διάταξη και έχουμε κι ένα βούλευμα, αυτό της προδικασίας, το οποίο έρχεται και λέει ρητώς, σαφώς, ανέγνωσε ο κ. Εισαγγελεύς, ότι από τη στιγμή που τελείται το κακούργημα, η ανθρωποκτονία, τότε η ζημία πλέον καθίσταται άμεση για το θύμα από τον στιγμή που τελείται το κακούργημα και χωρεί παράσταση πολιτικής αγωγής τόσο για την ανθρωποκτονία όσο και για το αδίκημα, για το έγκλημα της συγκροτήσεως και εντάξεως σε τρομοκρατική οργάνωση.
Μέχρι εδώ καλά. Κι εδώ τίθεται το δεύτερο ζήτημα νομίζω που μας απασχολεί. Νομίζω ότι είναι φανερό ότι από το 187 συνπροστατεύονται και τα ατομικά έννομα αγαθά των θυμάτων της εγκληματικής οργάνωσης.
Ως προς το δεύτερο σκέλος του βουλεύματος που νομίζω ότι θα σας απασχολήσει, εμείς δηλώνουμε παράσταση πολιτικής αγωγής για το 187. Ένα ζήτημα το οποίο είναι αυτοτελές, το οποίο συρρέει αληθώς με τα επιμέρους κακουργήματα τα οποία διαπράττει η εγκληματική οργάνωση και το οποίο δεν έχει παραγραφεί. Αυτό θα κρίνετε.
Την παράσταση μας δεν μπορείτε να την κρίνετε στα πλαίσια παρά μονάχα της παραγραφής του συγκεκριμένου αδικήματος. Για το 187 εμείς παριστάμεθα και το 187 ως διαρκές αδίκημα δεν έχει παραγραφεί. Η παραγραφή του άρχεται από της συλλήψεως των κατηγορουμένων.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Επιτρέψτε μου να σας παρατηρήσω, δεν είναι θέμα παραγραφής του αδικήματος, είναι θέμα παραγραφής της αξίωσης. Δηλαδή υπάρχει παραγραφή της αξίωσης; Εσείς υπέστητε μια ψυχική οδύνη λέτε. Η ψυχική οδύνη επήλθε από τι; Από το άκουσμα το ότι φονεύθηκε ο αδελφός μας, ο πατέρας μας, η μητέρα μας, κάποιος. Αυτή τη στιγμή λοιπόν, πότε αρχίζει η παραγραφή;
ΣΥΝ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, κατ’ αρχήν η ψυχική οδύνη είναι η μόνη δηλαδή δυνατότητα η οποία δίνεται η παράσταση ?
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Αυτό λέω, ποια είναι;
ΣΥΝ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: Η μόνη δυνατότητα που δίνεται στους συγγενείς του θύματος να παραστούν ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ναι, αλλά θέλει όμως η ψυχική οδύνη να είναι ενεργός, να μην έχει παραγραφεί. Γιατί άλλοι κάνουν ένσταση παραγραφής. Εμείς δεν μπορούμε να λαμβάνουμε υπόψη αυτεπαγγέλτως όπως καταλάβατε.
ΣΥΝ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: Το καταλαβαίνω. Δεν έχω ολοκληρώσει τη θέση μου, αλλά αν μου επιτρέπετε μια και το θέσατε ?
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Θα το μεταφέρετε στον χώρο του αστικού δικαίου για λίγο και το ποινικό αδίκημα ας είναι η αδικοπραξία που λέμε. Αν κάνατε μια αγωγή τι θα λέγατε στο Πολιτικό Δικαστήριο. Εδώ ένα κομματάκι από μας είναι Πολιτικό Δικαστήριο.
Αυτό που κρίνει τη δική σας αξίωση, που λέτε θέλω 40, 50, 100 Ευρώ, είναι σαν να είμαστε Πολιτικό Δικαστήριο. Τι θα μας λέγατε τώρα εδώ πέρα; Ποιο είναι το αδίκημα; Λέτε ποιο είναι. Ο χρόνος τέλεσης ποιος είναι για σας που πάθατε; Πότε πάθατε την ψυχική οδύνη; Είναι λίγο απλά τα πράγματα και θέλω να τα θέσουμε.
ΣΥΝ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: Μου επιτρέπετε να ολοκληρώσω;
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Να ολοκληρώσετε.
ΣΥΝ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: Νομίζω ότι θα σας βοηθήσουμε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Να σας βοηθήσω λιγάκι θέλω.
ΣΥΝ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: Σας ευχαριστώ. Κατ’ αρχήν επαναλαμβάνω, η αστική μου αξίωση, κατά πόσο έχω τη δυνατότητα να την ασκήσω, κρίνεται με βάση το αδίκημα για το οποίο την ασκώ. Και το αδίκημα για το οποίο την ασκώ, το 187, η συγκρότηση, δεν έχει παραγραφεί.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν έχει παραγραφεί.
ΣΥΝ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: Όσον αφορά το θέμα της ψυχικής οδύνης, ως διαρκές δεν έχει παραγραφεί, γι’ αυτό την ασκώ. Αν την ασκούσα για την ανθρωποκτονία κ. Πρόεδρε και στο Αστικό Δικαστήριο και ενώπιόν σας θα καταλάβαινα να μου πείτε μα έχει παραγραφεί. Το 187 δεν έχει παραγραφεί.
Τώρα όσον αφορά το θέμα της ζημίας, γιατί ουσιαστικά τι λέει το βούλευμα για την ψυχική οδύνη που μου είπατε; Κατ’ αρχήν εγώ τουλάχιστον σέβομαι βέβαια το ότι τα χρόνια της δικηγορίας μου είναι πολύ ολιγότερα, δεν έχει τύχει να διαβάσω ή να ακούσω ότι η ψυχική οδύνη αφορά μόνο αποκλειστικά το 299 π.χ.
Θέλω να πω με αυτό το οποίο λέγω ότι η ψυχική οδύνη έχει να κάνει μεν με την ανθρωποκτονία, από εκεί παράγεται, αλλά η ανθρωποκτονία είναι άμεσα συνυφασμένη κ. Πρόεδρε με αυτό το αδίκημα το 187 και από της τελέσεως της ανθρωποκτονίας.
Θα ήθελα να πω το εξής: το βούλευμα λέγει ότι η ζημία καθίσταται άμεση από της τελέσεως. Πλην όμως με την παραγραφή δεν μπορούμε πλέον, δεν νομιμοποιούμαστε να παραστούμε. Γιατί κ. Πρόεδρε; Κατέστη έμμεση η ζημία; Την οποία δέχεται το βούλευμα ότι την υποστήκαμε, άμεση ζημία λέει στο θύμα. Καθίσταται έμμεση με την παραγραφή της ανθρωποκτονίας; Τι είναι η ζημία;
Με την παραγραφή παραγράφεται καμία ζημία; Παραγράφεται μόνο η ποινική αξίωση για ένα συγκεκριμένο αδίκημα της πολιτείας κ. Πρόεδρε. Η ζημία μπορεί να παραγραφεί; Μπορεί η ζημία από άμεση να γίνει έμμεση;
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Εμείς θα σας το πούμε; Με την απόφαση αν μπορεί ή δεν μπορεί. Εσείς διερωτηθείτε. Έχουμε όμως και τον κ. Σταμούλη ο οποίος παρίσταται για τον αδερφό του.
(Διαλογικές συζητήσεις)
ΣΥΝ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: Είχα δηλώσει από την αρχή κ. Πρόεδρε ότι συμπαριστάμεθα για την Αγγελική Πέτρου ο Γεώργιος Μαύρος.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Βεβαίως, έχει τον λόγο, αλίμονο. Λέω μήπως γιατί λέει ως συνήγορος.
ΣΥΝ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: Όχι. Ως συνήγορος της πολιτικής αγωγής.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Του κ. Πέζου είπε. Πέτρου; Πέστε το. Εντάξει. Συγνώμη. Γίνεται και λίγο διάχυση του ήχου και δεν το άκουσα. Αλλά θέλω να σας ακούσω κι εσάς.
Γ. ΜΑΥΡΟΣ: Ευχαριστώ πολύ κ. Πρόεδρε. Το προστατευόμενο έννομο αγαθό από το άρθρο 187 είναι ιδιωτικό έννομο αγαθό και είναι το συναίσθημα ασφάλειας. Θεμελιώδης δικαίωμα του ανθρώπου μέσα στην κοινωνία είναι να αισθάνεται ασφάλεια εις την απόλαυση του χαρίσματος της ζωής, της σωματικής ακεραιότητος και της περιουσίας του. ¶ρα εδώ έχουμε ένα έννομο αγαθό το οποίο είναι αυτό καθ’ αυτό το συναίσθημα ασφαλείας και αυτό πλήττεται με την συγκρότηση της εγκληματικής οργανώσεως.
Τελειώνω με την δεύτερη σκέψη. Τι λέει το βούλευμα; Το βούλευμα λέει ότι κατ’ αρχήν η ζημία από το 187 είναι έμμεση. Αν όμως διαπραχθεί ένα άλλο αδίκημα από αυτά που περιγράφει το 187 αυτό καθίσταται άμεσο και επομένως χωρίς παράσταση Πολιτικής Αγωγής. Μέχρι εκεί συμφωνούμε με την επισήμανση ως προς την ιδιομορφία του προστατευομένου.
Εκεί που διαφωνούμε με το βούλευμα, είναι ότι το κάνει πιο «λάσκα›, τι λέει; Λέει ότι η ζημία είναι έμμεση. Κατέστη με την ανθρωποκτονία άμεση αλλά επειδή παρεγράφη η ανθρωποκτονία ξανάγινε έμμεση. Αυτό είναι μία διακήρυξη, ένα αξίωμα το οποίο δεν στέκει στη λογική. Δεν μπορεί η ζημία να γίνεται άμεση, έμμεση και ξανά έμμεση. Δεν στέκεται αυτό εις την λογική.
Από την στιγμή λοιπόν που το αδίκημα είναι διαρκές το 187 και από την στιγμή που το αδίκημα είναι αυτοτελές σε σχέση με την ανθρωποκτονία, δεν μπορεί η παραγραφή της ανθρωποκτονίας να επηρεάσει την ζημία η οποία κατέστη άμεση. Αφού κατέστη άμεση παραμένει άμεση.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Σας ευχαριστούμε κι εσάς. Έχετε την καλοσύνη κ. Σταμούλη.
Κ. ΚΑΠΕΛΑΚΗΣ: Καπελάκης.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Γιατί εδώ έχει δηλωθεί ο υπογράφων την παρούσα Δημήτριος Σταμούλης.
Κ. ΚΑΠΕΛΑΚΗΣ: Ναι, έχει υπογράψει και αυτός.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ναι, διορίζω τον κ. Καπελάκη. Εντάξει, συγγνώμη.
Κ. ΚΑΠΕΛΑΚΗΣ: Αξιότιμε κ. Πρόεδρε, σεβαστό Δικαστήριο ήθελα απλώς κατ’ αρχήν να ξεκαθαρίσω την θέση μας ότι έπ’ ουδενί δεν θα θέλαμε να δημιουργήσουμε ακυρότητα σε αυτήν εδώ την διαδικασία. Αυτό ξεκαθαρίζουμε ευθείς εξ αρχής. Θα ήθελα στην περίπτωση που κατ’ ελάχιστον υπάρχει αυτή η υποψία βεβαίως καταλαβαίνω την θέση σας, την θέση όλων των παραγόντων της δίκης και των διαδίκων, ούτως ώστε να μην δημιουργηθεί από κάτι το οποίο ενδεχομένως αποτελεί παρωνυχίδα σε σχέση με τα αδικήματα τα οποία θα κριθούν στη συγκεκριμένη διαδικασία, κίνδυνος ακυρότητος.
Δεν θα επιχειρηματολογούσα υπέρ της απόψεως εάν δεν ήθελα να πω κάποια στοιχεία τα οποία ουδόλως ελήφθησαν υπόψη από το βούλευμα το οποίο ανέγνωσε ο αξιότιμος κ. Εισαγγελεύς. Είναι γνωστό, είναι δεδομένο ότι η συγκεκριμένη αξίωση της παραστάσεως της πολιτικής αγωγής ενώπιον Ποινικού Δικαστηρίου ανάγεται στον κύκλο του Αστικού Δικαίου.
Πρόκειται για μία αστική αξίωση η οποία δίνει ο νομοθέτης την δυνατότητα να εγερθεί και ενώπιον Ποινικού Δικαστηρίου. Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό έχω την εντύπωση ότι δεν έχουμε παραγραφεί και θα εξηγήσω το γιατί. Δεν έχουμε κώλυμα παραστάσεως του 187 ούτε παραγραφή σε σχέση με την αξίωσή μας να παρασταθούμε εδώ. Εξηγώ, είναι πανθομολογούμενο ότι το 187 αποτελεί ένα διαρκές έγκλημα.
Εάν δεχθούμε ότι δεν υπάρχει έννομο συμφέρον και άμεσο συμφέρον της πλευράς όλων όσων από την δράση μιας εγκληματικής Οργάνωσης ζημιώθηκαν για την δήλωση παράστασης της Πολιτικής Αγωγής σε αυτό το αδίκημα θα είναι σαν να λέγαμε ότι το αδίκημα αυτό είναι στιγμιαίο, ότι δηλαδή πραγματούται αφ’ ης στιγμής οργανωθεί ή ενταχθεί κάποιος εκ των μελών στην εγκληματική Οργάνωση. Όμως δεν συμβαίνει αυτό.
Από την στιγμή λοιπόν η εγκληματική Οργάνωση που συστήνεται και από την στιγμή που εντάσσεται διαδοχικά το ένα μετά το άλλο τα μέλη, η εγκληματική Οργάνωση είναι ενεργή. Η δολοφονία του Σωτηρίου Σταμούλη έγινε στις 16 Ιανουαρίου 1980. Στις 16-1-1980 την ίδια ημέρα το πρωί ο Σωτήριος Σταμούλης είχε μπει στο στόχαστρο της εγκληματικής αυτής Οργάνωσης. ¶ρα λοιπόν το αγαθό της ειρηνεύσεως το οποίο αποτελεί έκφανση του δικαιώματος επί της προσωπικότητος είχε διαταραχθεί.
Μιας και λοιπόν μιλάμε για αστικές αξιώσεις θα μπορούσε κάλλιστα ο μακαρίτης, ο αείμνηστος κ. Σταμούλης να ζητήσει την δικαστική προστασία επί τη βάσει των διατάξεων 57 και 59 του Αστικού Κώδικα επί παραλήψει της συγκεκριμένης δράσης η οποία αποσκοπούσε στην αφαίρεση της ζωής του.
Έχουμε λοιπόν μία πρώτη αίσθηση για το ότι η συγκεκριμένη βλάβη για την οποία ομιλούμε είναι άμεση και ότι αφ’ ης στιγμής μία εγκληματική Οργάνωση θέτει στο στόχαστρο ένα συγκεκριμένο άτομο επί τη βάσει του Αστικού Δικαίου με το οποίο ομιλούμε αυτή την στιγμή, έχουμε έννομο συμφέρον το οποίο προστατεύεται ενώπιον των Αστικών Δικαστηρίων.
Θα μπορούσε κάλλιστα εκείνη την ημέρα το πρωί να εγείρει η αγωγή επί παραλείψει ή ασφαλιστικά μέτρα με αντικείμενο, με αίτημα την μη συνέχιση, τη μη εκτέλεση της αξιόποινης αυτής πράξης, κατά των μελών της εγκληματικής Οργάνωσης η οποία τον είχε θέσει στο στόχαστρο.
Συνεπώς εφόσον μιλάμε για ένα διαρκές αδίκημα, για ένα διαρκές έγκλημα σημαίνει ότι αφ’ ης στιγμής εν τη πορεία της εγκληματικής Οργανώσεως τίθεται κάποιο άτομο στο στόχαστρο, αυτό αμέσως αποκτά έννομο συμφέρον, το οποίο πιστεύω ότι επί τη βάσει των διατάξεων του Αστικού Δικαίου, με βάση τις οποίες γίνεται η συγκεκριμένη δήλωση παράσταση πολιτικής αγωγής -και ξεκαθαρίζω ότι η δική μας παράσταση πολιτικής αγωγής έχει γίνει για την ηθική βλάβη- έχει την δυνατότητα και γι αυτό το αδίκημα κ. Πρόεδρε να δηλώσει ενώπιον του Δικαστηρίου σας παράσταση πολιτικής αγωγής.
Περαιτέρω και ολοκληρώνω με αυτό, υπάρχει και καταθέτω την συγκεκριμένη γνωμοδότηση, το νομικό του κ. Μαργαρίτη του Καθηγητού Πανεπιστημίου.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Μην νομίζετε ότι έκανα εγώ καμία γνωμοδότηση. Είναι ο κ. Μαργαρίτης λίαν άξιος στοχαστής του Δικαίου.
Κ. ΚΑΠΕΛΑΚΗΣ: Το οποίο θέτω στην κρίση του Δικαστηρίου σας όπως συνεκτιμηθεί.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Λάμπρου Μαργαρίτη. Θα τα λάβουμε υπόψη.
Κ. ΚΑΠΕΛΑΚΗΣ: Η δική του επιστημονικά τεκμηριωμένη άποψη με παράθεση και λοιπών απόψεων της κα Ψαρούδα Μπενάκη και λοιπών εγκρίτων νομικών. Ευχαριστώ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Εντάξει, πολύ ωραία. Για την δεύτερη παράσταση λέτε τα ίδια, αναφέρεστε στα ίδια και τελειώνετε. Ο κ. Εισαγγελεύς για την δεύτερη παράσταση. Τα ίδια αναφέρονται και στα δύο και ζητούν την αποβολή όλοι οι άλλοι. Η Πολιτική Αγωγή έχετε επί της προτάσεως να πείτε κάτι συμπληρωματικό; Όχι φαντάζομαι. Κλείσαμε σε αυτό τώρα. Πρέπει όμως να αποσυρθούμε για να το σκεφτούμε λίγο. Μας έδωσαν γνωμοδοτήσεις, να το διαβάσουμε, να δούμε και την κα Μπενάκη τι λέει, να την θυμηθούμε.
Θέλετε κάτι; Σας ακούω.
Ι. ΣΕΡΙΦΗΣ: Σε σχέση με το θέμα της τηλεόρασης.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν λέμε για την τηλεόραση τώρα. Θα τα πούμε μετά.
Ι. ΣΕΡΙΦΗΣ: Τώρα. Πριν αποφασίσετε θέλω.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Όχι, τώρα θα αποφασίσουμε μόνο για την πολιτική αγωγή για τα παλιά αδικήματα, για του ΄80. Καταλάβατε;
Ι. ΣΕΡΙΦΗΣ: Εντάξει.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Να πούμε τότε μισή ώρα διάλειμμα.
ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Επαναλαμβάνεται η συνεδρίαση, η οποία είχε διακοπεί επί της ένστασης της υπεράσπισης περί αποβολής της πολιτικής αγωγής. Το Δικαστήριο αποφάσισε ότι, δέχεται την ένσταση της υπεράσπισης περί αποβολής της πολιτικής αγωγής και διατάσσει την αποβολή της για τις υποθέσεις Πέτρου και Σταμούλη φυσικά, δεν τους αποβάλουμε όλους.
(Διαλογικές συζητήσεις)
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Συνεχίζεται τώρα η διαδικασία. Πάνω στο θέμα της τηλεοπτικής κάλυψης φαντάζομαι ότι έχουμε τελειώσει. Ο κύριος Εισαγγελεύς θέλει να κάνει μια τελική τοποθέτηση, για την οποία είχε επιφυλαχθεί χθες.
ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: Κύριε Πρόεδρε, άκουσα κάτι, δεν το ξέρω, ότι λαμβάνονται παρανόμως σκηνές ήχων και εικόνων. Παρακαλώ να δώσετε τις σχετικές συστάσεις αυτό εάν γίνεται, να παύσει.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κάτι που είπε προηγουμένως ο κ. Εισαγγελεύς, όπως αντιλαμβάνεστε το απαγορεύει ο νόμος και έχει κάτι ποινές σοβαρές. Εγώ βέβαια έχω την αστυνόμευση, αλλά δεν είμαι και αστυφύλακας να κάθομαι να κοιτάζω τον καθένα. Ξέρετε όμως ότι εάν κανένας συλληφθεί με οποιοδήποτε μηχάνημα το οποίο παίρνει εικόνα, αντιλαμβάνεστε ότι είναι και αυτόφωρο αδίκημα και θα έχει κυρώσεις.
Παρακαλώ να μην μας φέρνετε σε δύσκολη θέση, δεν υπάρχει λόγος. Μη φέρνετε σε δύσκολη θέση το Δικαστήριο. Ούτε να κάνουμε εμείς τώρα τον αστυνόμο. Είπαμε, αστυνόμευση για την ευταξία κλπ, όχι τώρα να ψάχνουμε μήπως κανένας παραβαίνει και το νόμο, για όνομα του Θεού. Μέχρις ότου αποφανθούμε. Αν πούμε ότι επιτρέπουμε τις κάμερες, τότε είναι χαράς Ευαγγέλιο για σας.
?..: Ήθελα να πω καταρχήν για την αντισυνταγματικότητα, που είναι το θέμα το οποίο τίθεται, εφόσον διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει συναίνεση για όλους, αναφέρομαι σε μερικά πολύ σημαντικά επιχειρήματα που ακούστηκαν από την πλευρά των συναδέλφων της πολιτικής αγωγής, βεβαίως άλλοι χρησιμοποιώντας τα υπέρ και άλλοι κατά της παρουσίας της κάμερας.
Ένα πολύ σημαντικό είναι, ότι η παρουσία του ακροατηρίου και όχι με την στενή έννοια ακροατηρίου, αλλά της δημοσιότητας, είναι πραγματικά διάδικος με μια συγκεκριμένη έννοια μέσα στο ποινικό δικαστήριο, διότι και θα σας υπενθυμίσω κάτι πολύ χαρακτηριστικό που έτυχε να διαβάσω τελευταία, όπως αναφέρει και ο καθηγητής Δεσποτόπουλος, «δίκη είναι απόφαση του βασιλιά στην αγορά πάντοτε και αντίκρισε μια συγκεκριμένη κατάσταση, αποκαλύπτει και επιβάλει ότι σώζει την συνοχή.›
Αυτό είναι σημαντικό. Διότι η συνοχή είμαστε εμείς οι ίδιοι, είναι το νόημα. Απέναντι λοιπόν σε ένα συγκεκριμένο ακροατήριο και σε μια δημοσιότητα, θα συγκροτηθούν όλα αυτά τα νοήματα που θέλουμε να περάσουμε προς τα έξω. Έγκλημα, ποινή, τιμωρία, εξιλεασμός. Οτιδήποτε λοιπόν συγκροτεί το νόημα της ποινικής δίκης, πρέπει να γίνεται στην αγορά.
Βεβαίως η αγορά δεν είναι με το νόημα που είχαν κάποτε οι αρχαίοι, η Ηλιαία, όπως πολύ σωστά και εύστοχα ανέφερε ο κ. συνάδελφος χθες. Σήμερα η αγορά έχει αλλάξει νόημα. Υπάρχουν οι τεχνολογικές δυνατότητες, έχει μετατοπιστεί.
Πάντως για ένα είμαι εγώ σίγουρος κύριε Πρόεδρε και καλώ το Δικαστήριό σας να το σκεφθεί, αν υπήρχαν οι δυνατότητες αυτές στην αρχαία Αθήνα, πράγματι όλοι οι Αθηναίοι που ήταν φιλοπερίεργοι, όπως διαπίστωσε και ο Απόστολος των Εθνών όταν ήρθε εδώ πέρα, θα καθόντουσαν στις τηλεοράσεις τους και θα σχολιάζανε ακριβώς αυτά που διαδραματίζονται και τα οποία αφορούν την κοινωνική τους συνοχή και το νόημα το οποίο πρέπει να στοιχειοθετηθεί μέσα από την διαδικασία την ποινική.
Τώρα από εκεί και πέρα όσον αφορά το αν είναι αντισυνταγματικός ο νόμος ή όχι, θα πούμε το εξής. Ότι η γνώμη μας είναι ότι το ¶ρθρο 93 του Συντάγματος επιβάλει την δημοσιότητα, πέραν των εξαιρέσεων το οποίο προβλέπει το ίδιο, όπως είναι τα χρηστά ήθη και η προσωπικότητα, δηλαδή ατομικά δικαιώματα ουσιαστικά της προσωπικότητας του κατηγορουμένου, ή και κάποιων άλλων διαδίκων, τα οποία θα κριθούν εν προκειμένω.
Στη συγκεκριμένη λοιπόν περίπτωση το συμπέρασμα είναι ότι το Σύνταγμα δεν επιβάλει απλώς την δημοσιότητα, αλλά επιβάλει οποιαδήποτε δημοσιότητα. Δεν απαγορεύει την έμμεση δημοσιότητα, άρα επιβάλει και την έμμεση δημοσιότητα, στα όρια βεβαίως που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, οι νόμοι, οι οποίοι τηρούνται μέσα στο όριο του Συντάγματος.
Η έμμεση λοιπόν δημοσιότητα, όταν με κάποιο συγκεκριμένο νόμο και για τους λόγους που αναφέρει περιοριστικά το Σύνταγμα δεν περιορίζεται, είναι επιβεβλημένη και αυτή είναι η διελκυστίνδα στην οποία αναφέρθηκε και ένας έγκριτος συνάδελφος της πολιτικής αγωγής προηγουμένως, ότι εδώ έχουμε να κάνουμε ανάμεσα σε δυο καταστάσεις.
Η μια είναι τα ατομικά δικαιώματα, τα οποία πρέπει να προφυλαχθούν και η άλλη είναι η δημοσιότητα η οποία επιβάλλεται. Δεν είναι απλώς επιτρεπτή η παρουσία της κάμερας, αλλά θα έπρεπε να είναι επιβεβλημένη, όταν συντρέχουν και άλλες προϋποθέσεις.
Και ερχόμαστε στο νόμο 3090, ο οποίος βάζει κάποιες προϋποθέσεις, οι οποίες κατά την γνώμη μας αναιρούν ακριβώς αυτή την επιβεβλημένη δημοσιότητα. Και ποιες είναι αυτές οι προϋποθέσεις; Είναι η συναίνεση όλων, χωρίς να αναφέρεται για ποιους λόγους ο καθένας έχει δικαίωμα, υποθέτουμε ότι είναι το δικαίωμα της προσωπικότητας.
Όμως ο κύριος Εισαγγελεύς σαν παράγων της δίκης, δεν έχει δικαίωμα να επικαλεστεί την προσωπικότητά του. Κακώς λοιπόν ο νόμος απαιτεί συναίνεση όλων. Διότι ο κύριος Εισαγγελεύς δεν προφυλάσσεται σαν πρόσωπο, μ’ αυτή την έννοια θα προφυλασσόμαστε και εμείς όλοι οι παράγοντες, ίσως και το ακροατήριο, γιατί και αυτοί είναι παράγοντες της δίκης.
Εάν ο νόμος έλεγε και για τα χρηστά ήθη, τα οποία πιθανώς θα εκπροσωπούσε ο κ. Εισαγγελεύς, τότε σίγουρα θα είχε δικαίωμα να έχει και αυτός ψήφο στην συναίνεση που απαιτεί ο νόμος. Μ’ αυτό λοιπόν τον τρόπο που το θέτει ο νόμος, τις προϋποθέσεις, στην ουσία αδειάζει το περιεχόμενο της συνταγματικής επιβολής.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τα ίδια πράγματα λέμε, πιο συμπυκνωμένα. Η κα Κούρτοβικ έχει το λόγο.
Ι.ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Να κάνω δυο – τρεις επισημάνσεις σε σχέση με τα όσα ακούστηκαν και τη διαδικασία που έγινε.
Επισήμανση πρώτη. Όπως είπατε, πράγματι μεταδίδονται εικόνες απ’ αυτή την αίθουσα και θα διαπιστώσατε, δεν βλέπετε εσείς κύριε Πρόεδρε προσωπικά τηλεόραση όπως δηλώσατε, αλλά όλοι οι υπόλοιποι βλέπουμε, όλοι οι υπόλοιποι συνάδελφοί σας που μπορεί και να βλέπουν, δεν το ξέρω, θα μπορούν να διαπιστώσουν, ότι αναμεταδίδεται ουσιαστικά, αναπαράγεται, δεν αναμεταδίδεται, αναπαράγεται η δίκη κάθε βράδυ και όχι μόνο κάθε βράδυ, στα τηλεοπτικά παράθυρα.
Στους δέκτες μας παρακολουθούμε, ξανά και ξανά, βλέπουμε ξανά και ξανά τους κατηγορούμενους, βλέπουμε τις δηλώσεις τους με καρτέλες, βλέπουμε όμως τους κατηγορούμενους όχι όπως πρέπει να προσάγονται ενώπιόν σας και όπως προσάγονται αξιοπρεπείς και χωρίς χειροπέδες, αλλά με εκείνα τα φοβερά γιλέκα και σερνόμενοι από τους αστυνομικούς, γιατί αυτή την εικόνα έχουμε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν έχουν και φωτογραφίες από εδώ μέσα; Νομίζω έχουν πάρει.
Ι.ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Όχι δεν έχουν παρθεί ακόμα φωτογραφίες.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν επιτρέψατε εσείς;
Ι.ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Επιτρέψαμε, αλλά δεν μπορέσανε οι δημοσιογράφοι να δεσμευθούν, στο ότι δεν θα παρουσιάσουν φωτογραφίες του κλωβού μέχρις ότου αφαιρεθεί και είπαμε ότι μόλις αφαιρεθεί το κλουβί, θα παρθούν και οι φωτογραφίες. Αναπαράγονται λοιπόν και τα όσα λέγονται εδώ, αναπαράγεται η δίκη, μόνο που στη θέση των δικαστών είναι ο κ. Κακαουνάκης, ο κ. Τράγκας και ο κύριος?
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Σας παρακαλώ να μην λέτε ονόματα.
Ι.ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Είναι η αναπαραγωγή κύριε Πρόεδρε που γίνεται, που καταστρατηγεί ουσιαστικά τις διατάξεις του νόμου στην οποία δεν μπορείτε να αμυνθείτε και στην οποία δεν μπορούμε και να αμυνθούμε και εμείς. Ένα ζάπινγκ που έκανα χθες σε δυο – τρία κανάλια κάποια ώρα, διαπίστωσα -συγνώμη, είναι υποχρέωσή μου μέσα στα πλαίσια του υπερασπιστικού μου έργου γιατί είδα ότι εκπλαγήκατε- , διαπίστωσα ότι υπήρχαν τουλάχιστον 13 εκπρόσωποι της πολιτικής αγωγής να κάνουν δηλώσεις, ή να συμμετέχουν σε πάνελ και δυο μόνο από την πλευρά της υπεράσπισης γατί αυτοδεσμευθήκαμε οι της υπεράσπισης να μην προχωρήσουμε στην μεταφορά της δίκης στα κανάλια.
Αυτή λοιπόν είναι η πρώτη παρατήρηση. Το τεκμήριο επομένως, ή το αγαθό εκείνο που επιδιώκει να προστατεύσει ο 3090 με την συγκεκριμένη διάταξη, δεν προστατεύεται.
Επισήμανση δεύτερη. Η δημοσιότητα που επιβάλει το Σύνταγμα στις δίκες, είναι ένα δικαίωμα, είναι προς προστασία του δημοσίου συμφέροντος, του συμφέροντος της κοινωνίας να ενημερώνεται, είναι πολύ περισσότερο, για την προστασία του ίδιου του κατηγορούμενου, για να μπορεί να υφίσταται, να υπάρχει, να διατηρείται, ο έλεγχος της κοινωνίας στην διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης, μέσα στις αίθουσες του δικαστηρίου.
Αυτό το τεκμήριο, αυτό το αγαθό προστατεύεται και με στάθμιση των αντίστοιχων συμφερόντων. Τα αντίστοιχα συμφέροντα που είναι, η προστασία της ιδιωτικής ζωής, των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, που ρητά προστατεύονται και από το νόμο και τα οποία δεν πρέπει να εκτίθενται στην θέαση και στην ακρόαση του κάθε πολίτη.
Το γεγονός ότι και το Σύνταγμα και ο νόμος κάνει αυτή τη στάθμιση, την έκανε και προηγούμενα, ο 2172 -την έκανε μάλλον ο νόμος, σήμερα δεν την κάνει- την κάνει και το Σύνταγμα, είναι κάτι που αποτελεί επαρκή πιστεύω εγγύηση για τον κατηγορούμενο.
Νομίζω όμως ότι είναι σαφές ότι δεν προστατεύεται, θα διαφωνήσω με τον κ. Εισαγγελέα, τον οποίον να ζητήσω συγνώμη δεν είχα τη δυνατότητα να τον ακούσω, μου έχουν μεταφερθεί τα όσα δήλωσε, θα διαφωνήσω στο ότι τυχόν ο νόμος, ο 3090 στη συγκεκριμένη περίπτωση, προστατεύει και τον Εισαγγελέα.
Ο Εισαγγελέας, είναι αρχή, ασκεί λειτούργημα, δεν μπορεί να επικαλείται προσωπικούς λόγους έναντι της δημοσιότητας. Γι’ αυτόν το λόγο υπάρχει η δημοσιότητα, ακριβώς για να εκτίθεται αυτός και να εκτίθεστε εσείς στην κρίση του κοινού, στη κρίση της κοινωνίας, στον έλεγχο της κοινωνίας και εάν επικαλεστείτε ο καθένας από σας αυτούς τους ιδιωτικούς λόγους για τους οποίους δεν θέλετε να φαίνεστε, έχουμε πρόβλημα στη διεξαγωγή της δίκαιης δίκης.
Επισήμανση τρίτη. Νομίζω ότι όλες οι αιτιολογίες, όλα τα επιχειρήματα που ακούστηκαν υπέρ της συνταγματικότητας του νόμου και υπέρ της μη παρουσίας των τηλεοπτικών μέσων, ή της μη καταγραφής μάλλον, γιατί για την παρουσία των τηλεοπτικών μέσων είναι ένα επόμενο θέμα συζήτησης μέσα στην αίθουσα, όλα τα επιχειρήματα, είναι επιχειρήματα τα οποία πρέπει να σας προβληματίσουν, ακριβώς για την αντισυνταγματικότητα του νόμου.
Όλα τα επιχειρήματα τα οποία επικαλέστηκε η πολιτική αγωγή και όλη η επιχειρηματολογία εκείνη στην οποία στηρίχθηκε ο 3090, είναι επιχειρηματολογία η οποία αποδεικνύει το πόσο αναγκαία είναι η δημοσιότητα και το πόσο ο νόμος την καταστρατηγεί.
Ποια ήταν τα επιχειρήματα κωδικά που ακούστηκαν μέσα σ’ αυτή τη δίκη, υπέρ της μη παρουσίας των τηλεοπτικών μέσων μέσα στην αίθουσα;
Η μια σειρά επιχειρημάτων είναι η προστασία του Δικαστηρίου, αντίστοιχη με το επιχείρημα που επικαλέστηκε ο κ. Εισαγγελέας. Να ξαναπώ πάντως, κύριε Εισαγγελεύ, ότι δεν ήμουν στην αίθουσα, δεν ξέρω ακριβώς πώς τέθηκε, μου έχει μεταφερθεί από συναδέλφους, ελπίζω ότι δεν σας αδικώ. Αν όχι, θα με ανακαλέσετε στην τάξη.
Εάν λοιπόν για την προστασία του Δικαστηρίου και των παραγόντων της δίκης, είναι αναγκαία η αποβολή της κάμερας, η αποβολή των μέσων των δημοσιογραφικών, του Τύπου τελικά, γιατί είναι μέσο δημοσιογραφικό οι κάμερες, μέσα από την αίθουσα, έχουμε πρόβλημα πραγματικά, όπως είπα και πριν, στη διαδικασία με την οποία το Δικαστήριό σας θα απονείμει τη δίκη.
Αποφεύγει πραγματικά να εκτεθεί στη δημοσιότητα, την οποία του επιβάλει. Υπάρχουν κάποιοι οι οποίοι επιχειρούν να το προστατεύσουν ακριβώς απ’ αυτή τη δημοσιότητα, την οποία επιβάλει ακριβώς το Σύνταγμα.
Η δεύτερη σειρά επιχειρημάτων τα οποία ακούστηκαν σ’ αυτή την αίθουσα για την μη παρουσία της κάμερας εδώ μέσα, ήταν το επιχείρημα της φίμωσης ουσιαστικά των κατηγορούμενων. Το να μην ακουστεί ο λόγος εκείνος, ο οποίος πιθανόν να είναι υπερασπιστικός των θέσεών τους, ο οποίος πιθανόν θα είναι υπερασπιστικός θέσεων, πεποιθήσεών, απόψεων και ιδεολογίας, την οποία δεν μπορεί να αποδεχθεί τυχόν το Δικαστήριό σας, ή τυχόν ένα κομμάτι της κοινωνίας, η οποία μπορεί να θεωρηθεί από κάποιους ότι δεν πρέπει να φθάσει στ’ αυτιά της κοινωνίας.
Αυτό όμως ισοδυναμεί με φίμωση των κατηγορούμενων, ισοδυναμεί δηλαδή με κατάργηση του δικαιώματος εκείνου ακριβώς, που το συνταγματικό άρθρο, ο συνταγματικός νομοθέτης προσπαθεί να εξασφαλίσει, το δικαίωμα του κατηγορούμενου να έχει λόγο και λόγο ο οποίος να ακούγεται και λόγο ο οποίος και αυτός να είναι σε επήκοο όλων και λόγο ο οποίος και αυτός σε συνάρτηση με τον δικό σας θα επιτρέψει στη κοινωνία να κρίνει, αν και κατά πόσο είναι ένοχοι, εάν και κατά πόσο έχουν ελαφρυντικά, εάν και κατά πόσο αντιστοιχεί το κατηγορητήριο και αυτό που τους αποδίδεται.
Υπήρχε ένα επιχείρημα, το οποίο προβλήθηκε και με αφορά πολύ και από την πλευρά της πολιτικής αγωγής και από την πλευρά της εισαγγελικής έδρας και είναι αυτό που αφορά την δική μας άρνηση να φωτογραφηθούν οι κατηγορούμενοι.
¶ρνηση η οποία συνδεόταν πολύ στενά με την παρουσία του κλωβού και διευκρινίστηκε επανειλημμένα ότι δεν έχουμε καμία αντίρρηση στη φωτογράφηση των κατηγορούμενων όταν αφαιρεθεί ο κλωβός και επιχειρήματα που ακούστηκαν που αφορούσαν τις δικές μας ενστάσεις, διαμαρτυρίες, καταγγελίες και κραυγές απελπισίας θα έλεγα, στο διάστημα των οκτώ μηνών, που οι κατηγορούμενοι και ιδιαίτερα η εκ των κατηγορούμενων την οποία υπερασπίζομαι η κα Σωτηροπούλου διασύρθηκε, διαπομπεύτηκε από τον Τύπο, τόσο κατά την διάρκεια κατά την οποία ήταν απλώς σύζυγος, πρώην σύζυγος ενός υπόπτου, εν συνεχεία όταν αποκαλύφθηκε ότι ήταν και σύντροφος ενός δεύτερου υπόπτου, όταν συνέχισε να είναι η ίδια ύποπτη και όταν κατέστη η ίδια κατηγορούμενη.
Υπήρχε ένας διασυρμός, μια διαπόμπευση χωρίς προηγούμενο, η οποία ήταν υπαίτια για το ότι βρίσκεται σήμερα σ’ αυτή την αίθουσα. Αν ο διασυρμός αυτός δεν είχε γίνει με τον τρόπο που έγινε, αν δεν έβγαιναν οι εφημερίδες τότε να κραυγάζουν όταν ο ανακριτής την άφησε ελεύθερη, θεώρησε ότι δεν χρήζει προφυλάκισης, μετά την απολογία της, εάν δεν έβγαινε ο Τύπος να κραυγάζει ότι είναι υπόλογη η δικαιοσύνη, η κα Σωτηροπούλου δεν θα βρισκόταν πιθανόν σ’ αυτή την αίθουσα, αλλά σίγουρα - σίγουρα δεν θα βρισκόταν στην από κάτω, δεν θα βρισκόταν στο κελί που βρίσκεται κάτω από τα πόδια σας, όπως άκουσα χθες να λέει στην τοποθέτησή της.
Κατ’ εκείνη την περίοδο, επιχειρήσαμε όλα τα μέσα για να την προστατεύσουμε. Καταφύγαμε σε όλες τις αρχές.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ναι, αλλά εδώ μας ενδιαφέρει εάν θα μπει η κάμερα εδώ μέσα.
Ι.ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Αφορά την διαδικασία κύριε Πρόεδρε και γι’ αυτό αναφέρομαι.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ:Τι να πω τώρα, είχαμε εμείς σαν Δικαστήριο καμία ευθύνη;
Ι.ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Δεν έχετε καμία ευθύνη, είναι αναγκαίο όμως να σταθμίσουμε εκείνα τα γεγονότα, στο βαθμό που τα επικαλέστηκε ιδιαίτερα η πολιτική αγωγή. Θα μου επιτρέψετε να συνεχίσω;
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Και εγώ τους είπα να μην αναφέρονται σε οτιδήποτε άλλο δεν έχει σχέση με το εάν θα επιτραπούν ή δεν θα επιτραπούν τα τηλεοπτικά.
Ι.ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Αναφέρομαι διότι, είναι μια στάθμιση επιχειρημάτων, την οποία οφείλω να καταθέσω στο Δικαστήριό σας.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Αν νομίζετε, βεβαίως.
Ι.ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Κατ’ εκείνο το διάστημα ο νόμος προστάτευε την κατηγορούμενη, την ύποπτη, την σύζυγο του υπόπτου και πάει λέγοντας. Την προστάτευε ο 2172, την προστάτευε ο νόμος περί προστασίας προσωπικών δεδομένων, την προστάτευαν μια πληθώρα άλλων διατάξεων, διότι διαπομπευόταν εκτός αυτής και το παιδί της και η οικογένειά της κλπ.
Παρά την ισχυρή προστασία που παρείχαν οι νόμοι και οι θεσμοί μας, κανείς θεσμός δεν ήταν ικανός σε εκείνη τη φάση να την προστατεύσει. Η αρχή προστασίας προσωπικών δεδομένων απέσχε από οποιαδήποτε απόφαση, απέσχε από οποιαδήποτε απόφαση το Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο, ή ψέλλισε μάλλον κάτι, απέσχε η ΕΣΗΕΑ, απέρριψε τις προσφυγές που κάναμε στο Πειθαρχικό και απορρίφθηκαν και τα ασφαλιστικά μέτρα από τις δικαστικές αρχές στις οποίες καταφύγαμε, ζητώντας την εφαρμογή του 2172.
Σε πρώτη φάση τουλάχιστον, το πρώτο αίτημα προσωρινής διαταγής στη φάση της κρίσης απορρίφθηκε, με αποτέλεσμα να εκτεθεί για ένα ακόμα μήνα η κα Σωτηροπούλου στη χλεύη των καναλιών μέχρι που προχωρήσαμε σε δεύτερη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, περιορίζοντας και σημαντικά τα αιτήματά μας και η οποία τουλάχιστον σε επίπεδο προσωρινής διαταγής έγινε δεκτή.

ΔΙΚΗ – 17Ν
Δ’ ΜΕΡΟΣ
14:00 – 15:50
ΤΕΤΑΡΤΗ 5 ΜΑΡΤΙΟΥ 2003
ΔΙΚΗ 17Ν
ΤΕΤΑΡΤΗ 5 ΜΑΡΤΙΟΥ 2003
ΩΡΑ ΕΝΑΡΞΗΣ: 9:05
ΠΡΟΕΔΡΟΣ : ΜΙΧΑΗΛ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ
Δ’ ΜΕΡΟΣ
12:15 – 14:00
Ι. ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Ο νόμος ήταν επαρκής. Ο νόμος ακραία προστάτευε με ακραίο τρόπο τον κατηγορούμενο, τον προσαγόμενο σε εκείνη τη φάση. Με ακραίο τρόπο παραβιάστηκε και με τη συνενοχή όλων των φορέων και όλων των θεσμών. Με ακραίο τρόπο σήμερα αντιστρέφεται και παραβιάζεται το δικαίωμα του κατηγορούμενου σήμερα, μετά απ’ αυτό τον διασυρμό, μετά απ’ αυτή τη διαπόμπευση, να έχει λόγο απέναντι στην κοινωνία. Να έχει λόγο απέναντι στο Δικαστήριό σας και απέναντι στην κοινωνία.
Στη διάρκεια της προδικασίας κύριοι δικαστές, στη διάρκεια της προδικασίας κύριε Πρόεδρε, προστατεύεται η μυστικότητα της ανάκρισης, προστατεύεται ο προσαγόμενος κατηγορούμενος. Είναι δικαίωμά του. Προστατεύεται. Προς προστασία του κατηγορούμενου έχουν τεθεί οι όροι της μυστικότητας της ανάκρισης.
Όχι για την προστασία μόνο της ανάκρισης. Είναι εγγύηση υπέρ του κατηγορούμενου. Εγγύηση η οποία καταπατήθηκε και κατ’ εξευτελίστηκε. Στη διάρκεια της δίκης προστατεύεται η δημοσιότητα. Εγγύηση είναι και αυτή υπέρ του κατηγορούμενου. Νομίζω ότι είναι πράγματα τα οποία πρέπει να λεχθούν.
Τέλος, για να κλείσω, να πω και εγώ συμπληρώνοντας τους συναδέλφους μου, ότι έχω την αίσθηση ότι η δημοσιότητα η οποία παρέχεται και εξασφαλίζεται σ’ αυτή τη δίκη, είναι δημοσιότητα η οποία αντιστοιχεί σε Ειρηνοδικείο την εποχή της δεκαετίας του ’50 σε κάποιο χωριό της Ελλάδας. Είμαστε πολλές δεκαετίες μετά το ’50. Είμαστε πολύ μακριά από τα Ειρηνοδικεία της περιοχής, στα οποία μπορεί ο κάθε ενδιαφερόμενος πολίτης να περάσει και να δει τι γίνεται, είναι αναγκαίο να εκσυγχρονίσουμε αν όχι να επικαιροποιήσουμε όπως είπατε και εσείς, τις διαδικασίες υπό τις οποίες εφαρμόζονται οι συνταγματικές διατάξεις.
Σχολαστικές και νομικίστικες προσεγγίσεις που προσπαθούν να αντικρούσουν αυτά τα πράγματα, τις απλές λογικές νομίζω ότι οδηγούν στην κατ’ ουσία ακύρωση των συνταγματικών επιταγών.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Να σας ρωτήσω κάτι; Ξέρετε κανένα Ειρηνοδικείο να είναι 250, 300 δημοσιογράφοι μέσα εδώ.
Ι. ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Η αίθουσα είναι άδεια και έξω εμποδίζονται κύριε Πρόεδρε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Έδωσα εντολή να μην εμποδίζεται κανένας. Δεν ήσασταν εδώ να την ακούσετε.
Ι. ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Πείτε μου πως μπορώ να αμυνθώ κύριε Πρόεδρε. Χθες, διάβαζα στις εφημερίδες, άκουγα από τις τηλεοράσεις, το «προκλητικός ο Δημήτρης Κουφοντίνας είπε στον Πρόεδρο αυτά και αυτά›.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ο άνθρωπος ήταν ευγενέστατος, έκανε τις δηλώσεις του και δικαιούται να πει και να με αμφισβητήσει και εμένα και το Δικαστήριο.
Ι. ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Νομίζω ότι καμία προκλητικότητα δεν διαπίστωσε το Δικαστήριό σας.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Οι δηλώσεις δεν ξέρω τι είναι, ούτε με επιτρέπεται εμένα να τις χαρακτηρίσω. Αλλά η συμπεριφορά του εδώ ήταν ευγενής.
Ι. ΚΟΥΡΤΙΒΙΚ: Ήταν ευγενής, ακριβώς.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τώρα αν αυτοί χαρακτηρίζουν τη δήλωση προοδευτική ή όχι, δεν φταίω εγώ.
Ι. ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Στον Τύπο βγαίνει το «προκλητική, επιθετική, προσβλητική›. Πως θα αμυνθώ αν δεν υπάρχει πιστοποίηση του ψεύδους αυτού;
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Έγινε κατανοητή απόλυτα η άποψή σας.
ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ: Κύριε Πρόεδρε δύο παρατηρήσεις μόνο. Δεν έχω σκοπό να μπω ούτε σε συνταγματικές αναλύσεις, ούτε σε άλλες νομικές ρυθμίσεις. Πρέπει όμως στο δικαστήριό σας να θέσω υπόψη του δύο θέματα. Είναι βέβαιο ότι το θέμα της κάμερας ενδεχομένως να τέθηκε πρόωρα πριν από άλλα δικονομικά ζητήματα τα οποία μας αφορούν.
Είναι βέβαιο όμως ότι ίσως τέθηκε πολύ αργότερα απ’ όταν θα έπρεπε να τεθεί. Είναι η τρίτη μέρα της διαδικασίας, παρακολουθούμαστε από 40 κάμερες, 3 μεγάλες κάμερες δύο παρακολουθούν τους κατηγορουμένους και δίνουν εικόνα, μεταδίδουν, μία κάμερα μεγάλη δείχνει εσάς και δίνει εικόνα. Η δίκη κύριοι δικαστές μεταδίδεται. Μεταδίδεται κανονικά.
Χθες το βράδυ δεν μπόρεσα να το δω ο ίδιος, αλλά είχα την πληροφόρηση την οποία θεωρώ έγκυρη, όλα τα κανάλια έχοντας στα χέρια τους αυτά τα πρακτικά τα οποία δεν θέλω να δυσαρεστήσω τους συναδέλφους αλλά άσχετα αν έχουν γίνει για την εξυπηρέτηση όλων μας βρίσκω ότι υπάρχει ένα νομικό πρόβλημα.
Επίσημα πρακτικά του δικαστηρίου σας δεν είναι. Και είναι βέβαιο αυτό, γιατί θα έπρεπε να συνυπογράφει και ο κ. Γραμματέας και εσείς και νομίζω κάθε μέρα μάλλον δεν θα μπορούσατε να το κάνετε. Είναι πρακτικά που τηρούνται άγνωστο από ποιον, άγνωστο με ποια νομική διαδικασία, άγνωστο από ποιον διορθώνονται και ήδη μπορώ να σας πω μία πρώτη ματιά που κατάφερα χθες το βράδυ να ρίξω, είναι ότι και στα θέματα νομιμοποιήσεων κάποιοι συνάδελφοί μου παραλείπονται, δηλαδή σε απλά θέματα.
Αυτό αν θέλετε έρχεται και ως επίρρωση των εμπειριών που έχουμε οι συνάδελφοι απ’ την διαδικασία ενώπιον των πολυμελών. Έχω την αίσθηση όμως ότι χθες μέσω του video wall που υπήρχε, πάρθηκε εικόνα φωτογραφική απ’ την αίθουσα του Τύπου ή θα μπορούσε να μην παρθεί φωτογραφία απ’ την αίθουσα του Τύπου και ακόμα χειρότερα να προβάλλεται εικόνα ενός εκάστου των κατηγορουμένων με το γνωστό αλεξίσφαιρο και τις χειροπέδες την ώρα που προσάγονται, με ακριβή αποτύπωση του διαλόγου.
Έχω την αίσθηση ότι αυτή τη στιγμή έχουμε μια μετάδοση πραγματική και η οποία δεν είναι και η πραγματική μετάδοση, είναι μία αναπαράσταση η οποία κινδυνεύουμε όλοι απ’ αυτήν. Ακούστηκαν πολλά επιχειρήματα για τους μάρτυρες ή τους πολιτικούς ενάγοντας. Θέλω να θυμίσω στο δικαστήριό σας ότι πολλοί πολιτικώς ενάγοντες, όπως και μάρτυρες ήδη έχουν δώσει συνεντεύξεις.
Έχει όμως αμφιβολία το δικαστήριό σας ότι με το σύστημα αυτών των πρακτικών, που δεν ξέρω, σας ξαναλέω και το θέτω ως θέμα που δεν έχουν και νόμιμη βάση, ότι όταν ο μάρτυρας θα καταθέτει δεν θα γνωρίζουν οι φωτογράφοι απ’ έξω ποιος είναι ο μάρτυρας που κατέθεσε και το βράδυ δεν θα έχουμε εικόνα μάρτυρα και αυτολεξί δίπλα την κατάθεσή του.
Φοβάμαι ότι όλες οι προϋποθέσεις, όλη η στόχευση του 3090 εν τοις πράγμασι δεν πρόκειται να τηρηθούν, όποια απόφαση και να βγάλει το δικαστήριό σας.
¶κουσα κάτι άλλο το οποίο επίσης θέλω να θέσω υπόψη του δικαστηρίου σας και το οποίο ενδεχομένως είναι και πιο σοβαρό. Η πληροφορία που υπάρχει σήμερα σε όλους τους δημοσιογράφους σε πρωινή εκπομπή που άκουσα, είναι ότι η δίκη βιντεοσκοπείται για ιστορικούς λόγους.
Αυτή είναι μια πληροφόρηση που έχει σύσσωμος ο Τύπος και κατά συνέπεια κάποιος την έχει δώσει, δεν είμαι απ’ αυτούς που θα πουν ότι οι δημοσιογράφοι κατασκευάζουν τέτοια θέματα. Και νομίζω ότι τέτοια ρύθμιση στον 3090 παρόλο που αν παρατηρήσουμε τα πρακτικά της Βουλής έγινε ιδιαίτερη συζήτηση, δεν προβλέπεται στο τελικό κείμενο του νόμου.
Κατά συνέπεια φρονώ ότι αν το δικαστήριό σας απαγορεύσει και εφαρμόσει τον 3090 και απαγορεύσει την μετάδοση, θα πρέπει να δούμε εάν όντως βιντεοσκοπείται, από ποιον και με ποιες προϋποθέσεις.
Τέλος, επειδή θα ήθελα να απαντήσω συνολικά σε κάποια θέματα που ακούστηκαν μέχρι στιγμής, είναι αλήθεια ότι διαπίστωσα και εγώ ότι υπάρχει ένα πρόβλημα εισόδου στην αίθουσα. Η αίθουσα καλώς ή κακώς βρίσκεται σε μία φυλακή. Δεν έχει σημασία τι γίνεται σ’ αυτή την πόρτα κύριοι δικαστές. Σημασία έχει τι γίνεται και στην προηγούμενη πόρτα απ’ αυτήν.
Όταν σε μία άδεια αίθουσα όπως παρατήρησαν εύστοχα κάποιοι συνήγοροι της Πολιτικής Αγωγής για να υποστηρίξουν ότι δεν έχει και μεγάλο ενδιαφέρον για τον ελληνικό λαό αυτή η δίκη, δεν έρχεται ο κόσμος και ήταν όντως άδεια το πρωί και μας έκανε και εμάς κατάπληξη, δύο άνθρωποι απ’ έξω, οι οποίοι είχαν σώας τας φρένας, αλλά και μη σώας τα φρένας να είχαν είναι σε απόσταση κύριε Πρόεδρε.
Το στοιχείο της δημοσιότητας μπροστά σας και γίνατε μάρτυρας στο Δικαστήριό σας, υπήρξε πρόβλημα πρόσβασης πολιτών στην αίθουσα του Δικαστηρίου.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δώσαμε εντολή.
ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ: Βεβαίως και έχετε επέμβει. Παρά ταύτα το ότι αυτό το πράγμα γίνεται έξω, είναι μία πραγματικότητα και έτσι το θέτω.
Κάποιος αγαπητός συνάδελφος έθεσε το θέμα ότι «μα έχουμε τόσους δημοσιογράφους›, οι οποίοι εδώ είναι ως πολίτες και όχι ως δημοσιογράφοι. Θα μου επιτρέψετε να πιστέψω και να τονίσω στο δικαστήριό σας, ότι και η ίδια η δημοσιότητα σύμφωνα με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δεν τηρείται επ’ ακριβώς.
Υπάρχουν δεσμευμένες θέσεις στο ακροατήριό σας. Υπάρχουν διαπιστεύσεις. Όλοι έχουμε φτάσει στο σημείο να είμαστε με καρτελάκια. Οι δημοσιογράφοι που βρίσκονται εδώ όχι ως πολίτες αλλά ως διαπιστευμένοι δημοσιογράφοι, θα σας διαβεβαιώσουν ότι άλλοι δημοσιογράφοι που είναι διαπιστευμένοι στο Κέντρο Τύπου, δεν έχουν τη δυνατότητα να περάσουν και να ‘ρθουν στην αίθουσα αυτή, παρόλο που τα καθίσματα απ’ ότι βλέπω είναι αρκετά.
Δεν θα ήθελα να σας κουράσω με τίποτα άλλο και πιστεύω ότι και η καταγραφή των στοιχείων στην είσοδο μάλλον δημιουργεί ένα τέτοιο πρόβλημα. Πάντως σε τελική ανάλυση αν και δεν θα ήθελα να αναφερθώ σ’ αυτό, δεν μου αρέσει το στοιχείο, οι δημοσκοπήσεις λένε ότι η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού θα ήθελε να παρακολουθήσει τη δίκη.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Εσείς έχετε σειρά.
κ. ΤΕΝΤΟΛΟΥΡΗΣ: Κύριοι δικαστές, ο προεδρεύων εξ ημών σε κάποιο θεωρητικό του κείμενο αναφέρθηκε σε μία εξαιρετικής σημασίας φράση που χρησιμοποίησε το συνταγματικό δικαστήριο της Γερμανίας σχετικά με την .. και εκεί λέει, ότι το λεκτικό νόημα του νόμου πρέπει να καθορίζεται από την σκοπιά της ολότητας των πολιτών.
Μια πολύ σημαντική φράση που λέει δηλαδή ότι η τελική ερμηνεία μιας διάταξης δεν μπορεί να έχει σχέση μ’ αυτή τη μαγική σχέση που υπάρχει κύριοι δικαστές?
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Αυτό το έχει πει το συνταγματικό δικαστήριο της Γερμανίας φυσικά.
κ. ΤΕΝΤΟΛΟΥΡΗΣ: Αυτό ακριβώς είπα. Κύριε Πρόεδρε είπα ότι αναφέρετε εσείς σε κάποιο κείμενό σας?
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Έπειτα ακούστε ό,τι λέμε θεωρητικά έξω δεν σημαίνει ότι θα είναι απόφαση. Διότι εδώ η απόφαση θα είναι προϊόν των όσων θα λεχθούν εδώ πέρα και όχι όσων έχω εγώ στο κεφάλι το δικό μου.
κ. ΤΕΝΤΟΛΟΥΡΗΣ: Κύριε Πρόεδρε δεν είπα ότι είναι δικό σας. Το είπα τρεις φορές.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Πέστε κατευθείαν το γερμανικό δικαστήριο και αφήστε με εμένα!
κ. ΤΕΝΤΟΛΟΥΡΗΣ: Αυτό σημαίνει ότι η τελική κρίση μιας ερμηνείας γύρω από μια κρίσιμη λέξη, δεν μπορεί να απέχει από το κοινό γλωσσικό αίσθημα ενός λαού.
Λέω εγώ το εξής: Ότι έτσι όπως είναι διατυπωμένο το άρθρο του Συντάγματος, το οποίο μιλεί για δημοσία συνεδρίαση, σκέφτομαι ότι αν αυτή τη στιγμή από έναν τελικό αποδέκτη αυτής της λέξης που αναζητεί αυτή τη στιγμή στην πατρίδα του την Θεσσαλία ή στην Ήπειρο, αν έβλεπε αυτή εδώ την κατάσταση μ’ αυτό εδώ το ακροατήριο, μ’ αυτούς τους τρόπους ελέγχου, γεννάται το ερώτημα, θα αντιλαμβανόταν ότι πρόκειται για δημοσία συνεδρίαση;
Λέω ότι σε σχέση με όσα ακούστηκαν πως μπορείτε εσείς να ερμηνεύσετε ή όχι αν είναι συνταγματική ή όχι η διάταξη, λέει σε μια κλασική του διατύπωση ο μεγάλος ? ότι επειδή και το Σύνταγμα έχει την εκ το νόμο πως καλείται εφαρμόσει ο δικαστής, έπεται λογικώς ότι αν εύρει τον νόμον επιστρατευόμενον προς τα του Συντάγματος διατάξεις, προτιμήσει τηρήσει το Σύνταγμα μάλλον παρά τον νόμο.
Γι’ αυτό έχει σημασία γιατί είναι απ’ τον προηγούμενο αιώνα, θα έλεγα μάλιστα κύριε Πρόεδρε ότι επειδή οι χρονολογίες καμιά φορά έχουν συμβολική σημασία, διανύουμε το 2003 και στον δυτικό πολιτισμό ο πρώτος δικαστής που τόλμησε και κήρυξε νόμο αντισυνταγματικό ήταν κάποιος Μάρσελ το 1803 στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Συνεπώς θα έλεγα ότι θα πρέπει να δούμε την ευχέρεια των δικαστηρίων στο σύστημα το οποίο έχουμε εμείς του διαχεόμενου και του παραμπίπτοντος ελέγχου, με περισσότερη άνεση να βλέπουμε ζητήματα και να μην θεωρούμε ότι είναι μια στενή ερμηνεία και μια αγκύλωση το να ανάγεσαι σε συνταγματικές ερμηνείες.
Το λέω αυτό κύριε Πρόεδρε γιατί η πολιτική αγωγή άφησε τουλάχιστον στην αρχή να εννοηθεί ότι όλη η επιχειρηματολογία περί της αντισυνταγματικότητας, εγώ μιλώ σε θεωρητικό επίπεδο, μπορεί να ξέρω ότι είναι οριακά τα ζητήματα, αλλά μια θεωρητική τοποθέτηση προσπαθώ να κάνω, ότι καταλήξαμε σε αστειότητες, λέμε παραλογισμός.
Να όμως που το συνταγματικό δικαστήριο που προ ολίγου ανέφερα είχε μειοψηφία και να ότι υπάρχει μια απόφαση κύριε Πρόεδρε την οποία εσείς γνωρίζετε, η γνωστή απόφαση των εφετών του ναυτοδικείου, να μην σας την αναφέρω κύριε Πρόεδρε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Την έχουμε πάρει αυτή.
κ. ΤΕΝΤΟΛΟΥΡΗΣ: Το λέει εδώ ρητώς εν πάση περιπτώσει, ότι στην έννοια αυτή, κύριε Πρόεδρε μπαίνω στο κρίσιμο που με ενδιαφέρει, στον όρο δημοσιότης του άρθρου 93 παρ. 2 του Συντάγματος υπάρχουν και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης παρόλο που συνιστούν έμμεση ενημέρωση σε σχέση με την άνεση που παρέχει η παρουσία του κοινού στην διαδικασία. Να λοιπόν, ότι η όλη επιχειρηματολογία από της πλευράς κάποιων εκ των συνηγόρων της υπερασπίσεως, δεν είναι παντελώς πανάκεια τουλάχιστον αυτό.
Καταλήγω ως προς εξής κύριε Πρόεδρε και τελειώνω. Είναι άκρως ελκυστικό το θέμα και βεβαίως δεν είναι ώρα για θεωρητικολογίες. Θα ήθελα μόνο τούτο να πω: Ο δισταγμός των συνδέσεων των δικαστηρίων κύριοι δικαστές σε σχέση με το να κρίνουν μια διάταξη αντισυνταγματική ή όχι, οφείλεται σε δύο λόγους. Το πρώτο είναι ότι υπάρχει –υποτίθεται- ένας κίνδυνος επεμβάσεως στα έργα της νομοθετικής εξουσίας και ο δεύτερος είναι ότι υφέρπει μία σκέψη πάντα ότι υπάρχει τεκμήριο συνταγματικότητας στο νόμο.
Ως προς το πρώτο, λένε ότι κάθε φορά που η δικαστική εξουσία επεμβαίνει και επικρίνει τη συνταγματικότητα ή μη ενός νόμου, επεμβαίνει στην λαϊκή κυριαρχία. Η απάντηση δίνεται απ’ τον καθηγητή Μανιτάκη σε ένα κρίσιμο θέμα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Πάντως δεν το αρνείται κανένας ότι έχει δικαίωμα το δικαστήριο να κάνει παρεμπίπτοντα έλεγχο.
κ. ΤΕΝΤΟΛΟΥΡΗΣ: Όλοι κύριε Πρόεδρε προτείνουν παραστάσεις. Υπάρχει μια πίεση γύρω απ’ αυτό. Εντάξει, αν δεν θέλετε να το συνεχίσω.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Αν θέλετε εσείς να το συνεχίσετε, αλλά σας λέω ότι είναι κάτι ειλημμένο.
κ. ΤΕΝΤΟΛΟΥΡΗΣ: Υπάρχει αυτή η αίσθηση γι’ αυτό και δύσκολα οι συνθέσεις καταλήγουν σε ερμηνείες αντισυνταγματικότητας. Λέει εκεί όμως ο καθηγητής ότι η υπαγωγή της νομοθετικής εξουσίας στο δικαστικό έλεγχο δεν δηλώνει υποταγή του νομοθέτη ή της λαϊκής θέλησης στη θέση του δικαστή, ούτε καθιστά τη δικαστική εξουσία ανώτερη της νομοθετικής.
Σημαίνει ότι όλες οι συντεταγμένες της πολιτείας που είναι ίσες ενώπιον του Συντάγματος και προϋποθέτει ισχύ νόμου, ότι οι νόμοι δεν αντίκειται στον θεμελιώδη συνταγματικό κανόνα. Αυτό ως προς το πρώτο. Και ως προς το δεύτερο κύριε Πρόεδρε και να τελειώσω, αυτό που σας είπα, υφέρπει η αίσθηση ότι αφού ψηφίστηκε απ’ τη Βουλή, υπάρχει τεκμήριο.
Λοιπόν δεν υπάρχει τεκμήριο. Δεν θέλω αυτή τη στιγμή εξαιτίας κυρίως της ώρας να σας απασχολήσω περισσότερο, αλλά αφού το Σύνταγμα αδιακρίτως και χωρίς καμία διαφορετική τοποθέτηση ομιλεί για τον έλεγχο της συνταγματικότητας, δεν μπορούμε να δεχθούμε τεκμήριο συνταγματικότητας στον νόμο. Αυτά τα ολίγα ήθελα να πω κύριε Πρόεδρε.
Και περαίνοντας, μια που οι συνάδελφοί μου αναφέρθηκαν και σε ιστορικά δεδομένα, θα έλεγα ένα πράγμα μόνο και μόνο ένα. Επειδή μάλιστα ο κ. Μαύρος νομίζω ανεφέρθη στον Ρήγα Φεραίο, την επιχειρηματολογία του οποίου επίσης επικαλούμαι εκ μέρους της πολιτικής αγωγής, ότι δεν είναι μόνο ο Ρήγας Φεραίος.
Το ζήτημα το οποίο θα μπορούσε να απασχολήσει και τους ιστορικούς του Δικαίου κύριε Πρόεδρε είναι ότι ακόμα και στη μυκηναϊκή εποχή, δηλαδή υπάρχει στίχος στην Ιλιάδα, ο οποίος λέει «αγορείται και θέμις|, δηλαδή ότι τα ζητήματα της Θέμιδος, τα ζητήματα της Δικαιοσύνης, έχουν πάντα σχέση με την αγορά. Και πολλές φορές με την μνεία της αγοράς. Δηλαδή γίνεται η δίκη μέσα στην αγορά για να μην αναφερθώ και σε άλλες διατάξεις.
Αν στον μυκηναϊκό πολιτισμό, δηλαδή κ. Πρόεδρε 3.000 χρόνια περίπου, υπήρξε ένα τέτοιο δικαιϊκό σύστημα και υπήρξε μια τέτοια ωριμότητα σ’ αυτό το δικαιϊκό σύστημα να συσχετίζουν το ζήτημα της απονομής δικαιοσύνης μ’ αυτή την αγορά έτσι πως την εννοούμε σήμερα δημοσιότητα, θα έλεγα ότι πρέπει να είμαστε πολύ ευέλικτοι γύρω απ’ τα ζητήματα της δημοσιότητας και αν υπάρχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Στο Σ της Ιλιάδας αναφέρεται εκεί που περιγράφεται η ασπίδα του Αχιλλέα υπάρχει και μια δίκη δημόσια. Τα ξέρουμε αυτά. Αλλά να μη φτάσουμε τώρα στην ιστορία, χαθήκαμε. Εδώ πέρα κρίνουμε νομικά ζητήματα. Και είναι δευτερολογία. Δεν τα θέλουμε αυτά.
κ. ΤΕΝΤΟΛΟΥΡΗΣ: Κύριε Πρόεδρε το ανέφερα για δέκα δευτερόλεπτα, μια που οι συνάδελφοί μου αναφέρθηκαν σε ιστορικά γεγονότα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Αυτά να τα συζητήσουμε σε άλλες εποχές. Εδώ πέρα έχουμε να κάνουμε μια δίκη. Φαίνεται ότι έχουμε ξεχάσει όλοι ότι έχουμε να κάνουμε με μια δίκη και ασχολούμεθα όλοι με τα προδικαστικά. Να δούμε μέχρι που θα ασχοληθείτε! Εγώ σας αφήνω βέβαια διότι έχω υποχρέωση, αλλά εσείς πρέπει να έχετε μια αυτοσυγκράτηση, να ξέρετε ότι κάποτε πρέπει να περάσουμε στη διαδικασία.
Αυτά είναι τα ζητήματα που μας καίνε; Προχωράτε. Εμείς θα πούμε τώρα ή ναι ή όχι. Θα προχωρήσουμε να δούμε.
κ. ΤΕΝΤΟΛΟΥΡΗΣ: Κύριε Πρόεδρε αναφέρθηκα 5 λεπτά και 10 δευτερόλεπτα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ήταν πράγματι όμως ωραία και γι’ αυτό δεν μπορώ να έχω παράπονο.
Ελάτε.
Δ. ΖΩΤΟΣ: Ελπίζω να προσπαθήσω να είμαι ιδιαίτερα σύντομος. Δεν θα αναφερθώ στο παρελθόν, ούτε στον μυκηναϊκό πολιτισμό. Δεν μιλήσαμε καθόλου μέχρι τώρα στο θέμα. Δύο σκέψεις ήθελα να εισφέρω στο Δικαστήριό σας σχετικά με τη σχέση του άρθρου 5α με το άρθρο 93 αναφορικά με την συνταγματικότητα του συγκεκριμένου νόμου για τον οποίο συζητούμε και τη συγκεκριμένη διάταξη της παραγράφου 8.
Ουσιαστικά σε επίπεδο προστασίας της παραγράφου 8 του 3090, η θέσπιση της δυνατότητας των παραγόντων της δίκης, με τη δήλωσή τους μόνο να αποκόπτουν τη δημοσιότητα την έμμεση της δίκης, μπορεί να βρει έρεισμα νομοθετικό νομίζω στο 5α με εξής έννοια. Η μόνη δυνατή προστασία της προσωπικότητας που μπορεί να σκεφτεί κανείς στην αίθουσα του δικαστηρίου, γιατί είναι δεδομένη η προστασία της προσωπικότητας και μόνο απ’ την παρουσία του δικαστηρίου, είναι ότι αυτή η προσωπικότητα του καθενός διαδίκου ή παράγοντα, θα παραβλαπτόταν ως δικαίωμα στην πληροφοριακή αυτοδιάθεση.
Δηλαδή ως ένα δικαίωμα να μη θέλουν οι παράγοντες της δίκης να εκτεθεί η εικόνα τους δημόσια μέσω της τηλεόρασης. Και αυτό είναι ένα σεβαστό δικαίωμα, είναι πραγματικό δικαίωμα, κατοχυρωμένο απ’ το 5α ως δικαίωμα της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης.
Απέναντι σ’ αυτό με αυτή την έννοια όλοι οι παράγοντες της δίκης και οι δικηγόροι της πολιτικής αγωγής και οι μάρτυρες και οι κατηγορούμενοι, πράγματι και ο εισαγγελέας έχει αυτό το δικαίωμα. Όμως δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν μεταβληθεί με την παρουσία τους στη δίκη, ως άτομα, ως άνθρωποι της σχετικής επικαιρότητας. Δηλαδή και τα ονόματά σας και τα ονόματα των μαρτύρων και τα ονόματα των πολιτικώς εναγόντων και οι φωτογραφίες τους ενδεχομένως θα εκτεθούν στον Τύπο.
Απέναντι σ’ αυτό το δικαίωμα υπάρχει ένα δεύτερο δικαίωμα, το δικαίωμα των πολιτών στην ενημέρωση. Με τον τρόπο της έμμεσης δημοσιότητας, μέσω δηλαδή της μετάδοσης της τηλεοπτικής εικόνας, να έχουν δηλαδή μία πιο αδιαμεσολάβητη θα έλεγε κανείς παράσταση και εικόνα σε σχέση με τη δίκη.
Ανάμεσα στη σύγκρουση αυτών των δύο δικαιωμάτων ο νόμος επέλεξε το ήσσονος κατά την άποψή μου προστασίας δικαίωμα της προστασίας της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης για ανθρώπους όμως οι οποίοι ήδη έχουν εκθέσει τον εαυτό τους και έχουν εκτεθεί απ’ τη διαδικασία ως άτομα σχετικής επικαιρότητας.
Μ’ αυτή την έννοια νομίζω ότι δεν υπάρχει, ενώ ο προηγούμενος νόμος είχε μία σαφή στάθμιση, αυτή η στάθμιση θα ήταν δεκτή αν δεν αφορούσε η δίκη -κατά τη γνώμη μου θα ήταν δεκτή- μία υπόθεση ευρύτερου δημόσιου ενδιαφέροντος. Γι’ αυτές τις περιπτώσεις νομίζω ότι υπερτερεί το δικαίωμα των πολιτών στην ενημέρωση, του 5α δηλαδή, σε σχέση με το άλλο δικαίωμα.
Και μόνο γι’ αυτές τις δίκες θα μπορούσε να υποχωρήσει το δικαίωμα της προσβολής προσωπικότητας με τον τρόπο που εξέθεσα. Και μ’ αυτή την έννοια νομίζω ότι ο νόμος θα έπρεπε να είχε αυτή την ρήτρα και μ’ αυτή την έννοια είναι αντισυνταγματικός, παράβαση του 5α, 5.1 και 93. Σας ευχαριστώ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Όλοι θα δευτερολογήσετε; Δεν τα είπαμε; ¶μα δευτερολογήσουμε όλοι, αλίμονό μας. Ο κ. Οικονομίδης είναι ο πρώτος που σήκωσε το χέρι του και είμαι υποχρεωμένος να τον ακολουθήσω.
κ.ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ: Λίγο να κωδικοποιήσουμε τα λεχθέντα και να συρρικνώσω το θέμα εκεί που νομίζω ότι εντοπίζεται. Το μεν είναι το άρθρο 93, το δε είναι το 5Α. Και ως προς τον 93 δεν θα επεκταθώ στις σκοπιμότητες της δημοσιότητος έχει εξαντληθεί το θέμα αυτό, αλλά εις την νομιμότητα που περιλαμβάνεται στο νόμο, τον οποίο θεωρούμε ότι είναι αντισυνταγματικός.
Από τη μια το Σύνταγμα δίδει τη δημοσιότητα ως αναγκαίο κανόνα για την δίκαιη δίκη και από την άλλη δεν θέτει περιορισμούς το Σύνταγμα ως προς το εάν θα μπορεί να εκταθεί η δημοσιότης και στην έμμεση δημοσιότητα. Αντιθέτως όμως, οψέποτε χρειαστεί να γίνει κάποιος περιορισμός σ’ αυτό, εξουσιοδοτεί αποκλειστικώς και μόνον τον δικαστή και όχι τον κοινό νομοθέτη.
Το ίδιο το Σύνταγμα λοιπόν, άφησε να κρίνετε εσείς, αν και πότε, με περιοριστικούς όρους και το Σύνταγμα και ο νόμος εν συνεχεία, μπορεί και πρέπει να επιβάλλεται ο περιορισμός της δημοσιότητος.
Από εκεί και πέρα, το να έρχεται ο κοινός νομοθέτης και να καταργεί ουσιαστικά το δικαίωμα αυτό που σας χορηγεί το Σύνταγμα και να σας λέει ότι εκείνος θα ορίσει με τέτοιον τρόπον τους όρους που τυχόν θα έκρινε το Δικαστήριό σας ότι θα έπρεπε να εκταθεί, να διευρυνθεί η δημοσιότης με τα μέσα που σήμερα υπάρχουν, αυτό καθ’ αυτό, το να τοποθετείται με τέτοιο τρόπο στον νόμο, ώστε να είναι δεδομένο a priori ότι δεν θα μπορέσετε εσείς, αν κρίνετε τον περιορισμό, αλλά θα τον κρίνουν όλοι οι άλλοι, νομίζω ότι αυτός ο περιορισμός, γίνεται χωρίς εξουσιοδότηση από το Σύνταγμα στο κοινό νομοθέτη και κατά τούτο ο νόμος αυτός είναι αντισυνταγματικός, πέραν των όλων όσων ανεπτύχθησαν.
Σε ότι αφορά τον 5Α πράγματι υπάρχει ένα δικαίωμα, το οποίο εδράζεται και στο Σύνταγμα, είναι και του 1982 η διακήρυξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας τότε, όπου γίνεται λόγος σαφέστατος στο δικαίωμα της πρόσβασης, στο δικαίωμα της πληροφόρησης του πολίτη. Αυτό το δικαίωμα το αποστερεί ο κοινός νομοθέτης, παρά το Σύνταγμα και παρά αυτή την τοποθέτηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητος τότε.
Νομίζω λοιπόν, για όλους τους λόγους τους οποίους ανέπτυξε όχι μόνο η πλευρά της υπερασπίσεως, αλλά πλείστοι όσοι εκ των εκλεκτών συναδέλφων μου της άλλης πλευράς, νομίζω ότι το Δικαστήριό σας θα πρέπει να πάρει την γενναία αυτήν απόφαση, η οποία θα επιτρέψει μια διεύρυνση στη δημοσιότητα, η οποία θα είναι επ’ ωφελεία όχι μόνο των διαδίκων της δίκης, αλλά επ’ ωφελεία του κύρους της δικαιοσύνης.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ο κ. Ραχιώτης έχει τον λόγο.
Ι.ΡΑΧΙΩΤΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, μετά την τοποθέτηση του κυρίου Εισαγγελέως, ένιωσα την ανάγκη να κάνω μια διευκρίνιση. Τέθηκε ένα ζήτημα, πως από τη μια ζητάνε δημοσιότητα, από την άλλη αρνούνται να φωτογραφηθούν.
Ο πελάτης μου, ο κ. Γιωτόπουλος, θα είχε κάθε λόγο να είναι αντίθετος και να τρέφει τα μένεα εναντίον των τηλεοπτικών μέσων. Ο πελάτης μου παρουσιάζεται επί οκτώ μήνες, ως ένα θηριώδες πρόσωπο από την τηλεόραση.
Οποιοσδήποτε έχει διαβάσει την δικογραφία, βεβαίως εσείς που έχετε διαβάσει τη δικογραφία, αλλά επειδή η δικογραφία έχει γίνει ένα ανάγνωσμα πλέον και έχει περάσει στις εφημερίδες, οποιοσδήποτε έσκυβε πάνω στην δικογραφία όπως δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες, ή στο επίσημο κείμενο, θα καταλάβαινε ότι τα στοιχεία ή οι ενδείξεις είναι πολύ διαφορετικά πράγματα από το κλίμα και απολύτως αναντίστοιχα απ’ αυτό το κλίμα που έχουν φτιάξει τα media από το καλοκαίρι μέχρι σήμερα που μιλάμε.
Δηλαδή ο Γιωτόπουλος σήμερα, δεν είναι το πρόσωπο, ο κατηγορούμενος Γιωτόπουλος. Για την κοινωνία είναι το κατασκεύασμα Γιωτόπουλος, από τα media. Και εκ των πραγμάτων, όσο και να θέλουμε να αποστούμε απ’ αυτό το πράγμα, αυτή η πίεση που δημιουργείται, είναι καταθλιπτική πάνω σε όλους μας. Και στον τρόπο που εμείς κάνουμε τη δουλειά μας και εσείς στο τρόπο που δικάζετε, γιατί τελικά είμαστε όλοι άνθρωποι, όλοι προσπαθούμε να είμαστε αμερόληπτοι, εσείς αμερόληπτοι, εμείς ψύχραιμοι και νηφάλιοι, για να μπορέσουμε να πάρουμε μέρος σ’ αυτή τη δίκη. Αλλά η πίεση είναι τεράστια και είναι πια πίεση που έρχεται απ’ αυτό που διαμορφώνεται ως γνώμη στη κοινωνία με εργαλείο τα media.
Οπότε καταρχήν θα είχαμε κάθε λόγο, να έχουμε εμείς, η δική μου η πλευρά δηλαδή, απόλυτα εχθρική συμπεριφορά. Τι γίνεται όμως; Γιατί ζητάμε και εμείς να επιτραπεί η τηλεοπτική κάλυψη της δίκης; Και να δώσω μια διευκρίνιση πάνω σ’ αυτό που εύλογα το έθεσε ίσως και ο κ. Εισαγγελέας.
Η έλλειψη κάλυψης, κύριοι Δικαστές, είναι το άλλοθι της μονόπλευρης παρουσίασης των πραγμάτων από την τηλεόραση. Να τα λέμε καθαρά τα πράγματα. Αν υπήρχε μια εικόνα χθες των δηλώσεων που κάνανε επί της κατηγορίας οι κατηγορούμενοι, δε θα μπορούσαν σήμερα να πουν αρχηγικός ο Γιωτόπουλος, προκλητικός ο Κουφοντίνας, το άλλο ο άλλος.
Καταλάβατε τι έργο τους προσφέρουμε; Την διαστρέβλωση τους προσφέρουμε ως δυνατότητα, με την έλλειψη τηλεοπτικής κάλυψης. Δεν θα μπορούσαν να σχολιάζουν, με τον τρόπο που σχολίασαν χθες. Αν η κοινωνία είχε δει το ύφος που μίλησε ο χ κατηγορούμενος. Ότι δεν ήταν προκλητικός απέναντι στο Δικαστήριο, χυδαίος, ή οτιδήποτε άλλο από εκεί και πέρα. Ότι ο πελάτης μου δεν έκανε καμιά δήλωση αρχηγού. Έκανε μια δήλωση άρνησης της κατηγορίας και είπε γιατί κατά την γνώμη του κατηγορείται.
Αυτό σήμερα στον Τύπο, είναι, «δυο αρχηγοί εμφανίστηκαν χθες›. Αν όμως είχατε εικόνα, δεν θα το είχαμε αυτό το πράγμα. Αυτό όμως σας επηρεάζει και εσάς, μας επηρεάζει και εμάς, το ότι διαβάζουμε αυτό το πράγμα σήμερα στις εφημερίδες. Γιατί δικάζουμε και σήμερα και θα δικάζουμε και μετά από ένα και δυο μήνες.
Ένα ζήτημα ακόμα. Η τηλεοπτική κάλυψη της δίκης, είναι αντίλογος στην πολιτική παρέμβαση που γίνεται στη δίκη από τα μέσα. Και πως το εννοώ; Δεν εννοώ, ότι ο Γιωτόπουλος, ο Κουφοντίνας, ο οποιοσδήποτε θα εκφράζει ένα ισότιμο πολιτικό λόγο, προς αυτούς που κάνουν πολιτική παρέμβαση μέσω των media στη δίκη. Δεν εννοώ αυτό που λένε, τα μανιφέστα των κατηγορουμένων. Η δίκη όμως ως σύνολο, ως αρθρωμένος λόγος όλων των πλευρών, είναι ο αντίλογος στην πολιτική παρέμβαση. Αφήστε το αυτό το πράγμα να βγει. Να αντιλέξουμε, να φέρουμε τα πράγματα εκεί που είναι στην πραγματικότητα.
Καταλαβαίνω πολύ καλά τον κ. Εισαγγελέα και σε ένα άλλο ζήτημα που έθιξε, το οποίο είναι επίσης πολύ σοβαρό. Θίχτηκε και δικαίως από ένα σχόλιο που δεν ξέρω ποιος συνήγορος το έκανε χθες, ένα αμερικάνικο μάλιστα κανάλι είπε, τώρα το άκουσα από τον κ. Εισαγγελέα, που είπε ότι εν πάση περιπτώσει μεροληπτεί το Δικαστήριο, κάπως έτσι το κατάλαβα, είναι προαποφασισμένο το τι θα γίνει.
Καταλαβαίνω και δικαιολογώ το να θίγεται ένας άνθρωπος, ένας επαγγελματίας, ένας δικαστής, από μια τέτοια τοποθέτηση. Πρέπει να θίγεται όμως ο Γιωτόπουλος, πρέπει να θίγεται ο συνήγορός του από την χθεσινή δήλωση του Αμερικάνου Πρέσβη, ότι το επιχειρησιακό κομμάτι της 17Ν είναι στο εδώλιο;
Και εάν εν πάση περιπτώσει είναι πολύ σεβαστό η επαγγελματική αξιοπρέπεια και η προστασία του θεσμού της δικαιοσύνης, πρέπει να είναι μια φορά ακόμα τα ισόβια που απειλούνται για ένα κατηγορούμενο και να βγαίνει ένας παράγοντας τέτοιου μεγέθους και να λέει τους έχουμε στο εδώλιο. Τότε τι κάνετε εσείς, τι κάνει το Δικαστήριο;
Και εν πάση περιπτώσει είναι ένας άτυπος παράγων ο πρέσβης, αλλά επειδή στοιχειωδώς την ελληνική ιστορία την ξέρουμε και όταν μιλάει ο αμερικάνος πρέσβης δεν είναι ένα πράγμα που πάει στον βρόντο πώς να το πω, αυτό φέρνει πίεση σε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία και κυρίως στην εκτελεστική εξουσία. Τώρα παραβιάζω ανοιχτές πόρτες μ’ αυτά που λέω, αλλά ίσως πρέπει να επισημανθούν αυτά τα πράγματα.
Ξέρετε ότι αύριο μεθαύριο θα συζητήσουμε για το πολιτικό έγκλημα σ’ αυτή την αίθουσα μέσα. Καταλαβαίνω πολύ καλά, το να πάρει το λόγο ένας συνάδελφος της πολιτικής αγωγής και να κάνει μια προδιατύπωση των θέσεών του με αφορμή το ζήτημα που συζητάμε. Είναι πολύ θεμιτό, αν και εν πάση περιπτώσει εν τη ρύμη του λόγου γίνεται.
Καταλαβαίνω πολύ καλά τον αναλυτή, τον πολιτικό αναλυτή, καταλαβαίνω τον πανεπιστημιακό, που βγαίνει ένα μήνα πριν στις εφημερίδες και λέει, κύριοι αυτή είναι η γνώμη μου. Αλλά δεν καταλαβαίνω καθόλου τον κυβερνητικό εκπρόσωπο που χθες το βράδυ παίρνει θέση στο press room. Σε ποιον απευθύνεται, σε μένα απευθύνεται; Σε σας απευθύνεται, είναι προφανές. Αυτό το πράγμα δεν πρέπει να το ισορροπήσουμε;
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κύριε Συνήγορε, τι δουλειά έχουμε εμείς τώρα τι λέει ο Πρέσβης, τι λέει ο ένας, τι λέει ο άλλος; Τι με ενδιαφέρει εμένα; Αλίμονό μου δηλαδή, εάν νομίζετε εγώ, με μια πτωχή καριέρα που έχω κάνει και ότι άλλο μου απομένει. Δεν με ενδιαφέρει ο ένας και ο άλλος. Φοβάμαι κανέναν; Έχει ακουστεί να φοβάμαι εγώ κανέναν; Με ξέρετε πολλά χρόνια;
Ι.ΡΑΧΙΩΤΗΣ: Εγώ κύριε Πρόεδρε δεν σας ξέρω, δεν έχω δικάσει ποτέ μαζί σας δεν έχω άποψη.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Έχει μια ιστορία ο καθένας. Για όνομα του Θεού.

Ι.ΡΑΧΙΩΤΗΣ: Εγώ περιγράφω αντικειμενικές διαδικασίες κύριε Πρόεδρε και δεν περιγράφω την υποκειμενική διεργασία. Αυτό που περιγράφω εγώ, είναι η αντικειμενική διαδικασία της πολιτικής πίεσης, το οποίο είναι πολύ διαφορετικό πράγμα από την άποψη του κάθε μεμονωμένου δικαστή, που εγώ δεν την γνωρίζω.
Ένα δεύτερο θέμα που θέλω να θέσω. Θέλω απλώς να επιστήσω την προσοχή του Δικαστηρίου σας, σε ορισμένες τοποθετήσεις της πολιτικής αγωγής, οι οποίες είναι πολύ χρήσιμες για να διαγνωστεί το θέμα που θα συζητήσετε μετά από λίγο, που θα είναι πολύ χρήσιμες στην διάσκεψή σας όσον αφορά την βούληση του νομοθέτη στην ψήφιση αυτής της διάταξης, το οποίο είναι ένα πράγμα που πρέπει να αναζητηθεί και να κρίνετε και κατά πόσον είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, αυτή η διάταξη.
Δηλαδή το πνεύμα με το οποίο εμφορείται ο νομοθέτης, θέτοντας αυτή τη διάταξη και να δείτε, αυτό όλο μπορώ να το χωρέσω σε ένα συνταγματικό κανόνα, ή είναι έξω απ’ αυτό;
Θέλω να σημειώσω τρεις τοποθετήσεις. Πρώτα – πρώτα την τοποθέτηση του κ. Πέτσου, η οποία κατά την γνώμη μου με την πολιτική πείρα που έχει ο κ. Πέτσος έχει μια ιδιαίτερη σημασία να θυμίσω δυο επισημάνσεις που έκανε. Ότι η προηγούμενη απαγόρευση, είπε ο κ. Πέτσος, άντεξε μόλις έξι μήνες, πριν τον προϊσχύσαντα νόμο και είναι πολύ σωστό αυτό το πράγμα και ότι η απαγόρευση – διορθώστε με εάν κάνω λάθος – των τηλεοπτικών μέσων, ποδηγετεί την κοινή γνώμη. Νομίζω ότι έτσι το θέσατε προηγουμένως.
Συμφωνώ πλήρως με αυτές τις δυο τοποθετήσεις. Ειδικά για την πρώτη, θα ήθελα να επισημάνω, ότι και εγώ τόσο πιστεύω ότι θα κρατήσει η απαγόρευση και δεν νομίζω ότι υπάρχει και κανένας στην Ελλάδα, που πιστεύει ότι θα κρατήσει περισσότερο αυτή η απαγόρευση, για χίλιους λόγους που μπορείτε να τους καταλάβετε αυτούς.
Και ότι εν πάση περιπτώσει, όπως είναι δομημένο το σύστημα των μέσων στην Ελλάδα, όταν οι εκδότες θα πάρουν την απόφαση κάτι να βγει, θα βγει και έχουν συμβεί χιλιάδες φορές αυτά τα πράγματα και με πολύ πιο σοβαρά ζητήματα. Τα ξέρετε πώς γίνονται αυτά τα πράγματα. Το ξέρει και η κυβέρνηση που νομοθέτησε αυτή τη διάταξη.
Γι’ αυτό και εγώ την είπα φωτογραφική στην αρχική μου τοποθέτηση. Γιατί αφορά αυτή τη δίκη, αυτό το εξάμηνο που διάγουμε. Τόσο κράτησε και η προηγούμενη, όπως σωστά είπε ο κ. Πέτσος. Θα κάνουν την δουλειά τους εδώ, για τους λόγους που είπα προηγουμένως και αυτή η διάταξη θα τροποποιηθεί και το καταλαβαίνετε, έτσι θα πάνε τα πράγματα.
Δεύτερον, θέλω να επισημάνω δυο τοποθετήσεις ακόμα από την πολιτική αγωγή, μια υπέρ της δημοσιότητας και μια κατά της δημοσιότητας. Είπε ένας συνάδελφος, δεν θυμάμαι το όνομά του, αλλά το έχω κρατήσει ακριβώς αυτό που είπε, «είμαι υπέρ της τηλεοπτικής κάλυψης, γιατί δεν έχουν οι εντολείς μου μιλήσει ακόμα δημόσια, να προσέξετε όμως να μην γίνει η δίκη βήμα των τρομοκρατών για νέα μανιφέστα.› Όπου μανιφέστο υποθέτω στις συγκεκριμένες συνθήκες μια δίκη, εννοούμε την απολογία, τις δηλώσεις κάποιου κατηγορουμένου, τη συμμετοχή του στη διαδικασία.
Και μια δεύτερη τοποθέτηση, η οποία ήταν αρνητική στη δημοσιότητα. Και είπε, «δεν ήταν κατάλληλες για μετάδοση, οι τοποθετήσεις των κατηγορουμένων›, οι χθεσινές εννοούσε. Πάρτε το πλαίσιο που εισάγεται στη δίκη από τη κοινωνία μέσα απ’ αυτές τις τοποθετήσεις. Και όχι τόσο από την κοινωνία, αλλά από τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης, από τους διαμορφωτές άποψης.
Καταλαβαίνετε τι αναδεικνύεται απ’ αυτές τις τοποθετήσεις; Το δικό μας, δικό μας και τα άλλα στόματα κλειστά. Αυτό το πράγμα μη το επιτρέπετε. Αυτό θέλω να σας πω. Αυτή είναι η λειτουργία της τηλεοπτικής κάλυψης σ’ αυτή τη δίκη. Αυθόρμητα το είπαν οι συνάδελφοι. Καταλαβαίνω ότι ένας συνάδελφος από την άλλη πλευρά και ο εντολέας του πολύ περισσότερο να θεωρεί ένα κατηγορούμενο αιμοσταγή δολοφόνο.
Είναι απόλυτα δικαίωμά του να έχει οποιαδήποτε γνώμη. Αλλά εν πάση περιπτώσει η φίμωση είναι διαφορετικό πράγμα. Και εγώ θα έλεγα ότι η φίμωση αφορά το σύνολο του δικανικού λόγου και δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου η επιμέρους τοποθέτηση κάθε κατηγορούμενου. Η αλήθεια που αναδεικνύεται από εδώ μέσα με ενδιαφέρει και αυτό είναι ο αντίλογος που μπορεί να αναπτυχθεί κατά την γνώμη μου. Γι’ αυτόν τον αντίλογο ενδιαφέρομαι εγώ τουλάχιστον.
Ένα τελευταίο ζήτημα που θέλω να θέσω, νομικό ζήτημα αυτό. Νομίζω ότι η σκέψη του Δικαστηρίου πρέπει να επικεντρωθεί στο 93.2 του Συντάγματος και μόνο. Τι εννοώ μ’ αυτό. Ότι να αποφύγουμε οποιοδήποτε συσχετισμό με τον 15. Πρόκειται περί άσχετου ζητήματος.
Για να μην λέω πολλά, αναφέρομαι στην πολύ εμπεριστατωμένη τοποθέτηση του κ. Γιαννίδη, σε αυτό το σημείο της. Σε άλλα διαφωνώ με αυτά που είπε ο κ. Γιαννίδης. Αλλά στο ότι είναι άσχετο το 15 με το κρινόμενο ζήτημα.
Γιατί; Γιατί εδώ το ερευνώμενο ζήτημα δεν είναι το νομικό καθεστώς της τηλεόρασης εν γένει στη χώρα ή τα δικαιώματα που έχουν τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα στη χώρα. Είναι η χρήση τους, ή μη, ως μέσου δημοσιότητας της δίκης. Το 15 ρυθμίζει το πλαίσιο, το status των τηλεοπτικών μέσων στη χώρα, εάν υπόκειται σε άδεια κ.ο.κ., τέτοια ζητήματα, αν μπορούν να κατασχεθούν, ενώ ο Τύπος είναι ακατάσχετος κ.ο.κ. Τέτοια ζητήματα ρυθμίζονται.
Εδώ είναι τελείως άλλο το θέμα και προς Θεού δεν μπορούμε να θεωρήσουμε το 15.2 συνταγματική εξουσιοδότηση σε περιορισμούς στη δημοσιότητα της δίκης, καμία σχέση. Μη ψάξουμε να βρούμε συνταγματικό έρεισμα στο 15.2 στη διάταξη του 3090, νομίζω ότι είμαστε πάρα πολύ μακριά απ’ αυτό, δεν μπορούμε να το πούμε.
Μια πολύ ενδιαφέρουσα παρατήρηση που έκανε ο κ. Γιαννίδης πάλι, με την οποία εγώ διαφωνώ, αλλά είναι πολύ σημαντική. Την ανάπτυξε νομικά ο κ. Γιαννίδης, την είπε εμπειρικά ο κ. Εισαγγελέας, το ίδιο πράγμα είπαν. Ο κ. Γιαννίδης έβαλε θεωρητικά το ζήτημα της σχέσης του 93.2 με το 5. Δηλαδή δημοσιότητα και προσωπικότητα και αν συγκρούονται αυτά τα δυο αγαθά και πώς συγκρούονται.
Εδώ θα ήθελα μόνο ένα δυο σημεία, μπορεί να μιλάει ώρες γι’ αυτά, αλλά τώρα που κλείνει το θέμα, ένα δυο σημεία. Μη συγχέουμε το ατομικό δικαίωμα του φορέα της εξουσίας, με την άσκηση της δημόσιας εξουσίας. Δεν μπορεί στο πλαίσιο της άσκησης της δημόσιας εξουσίας των, να απαιτεί να ασκεί ταυτοχρόνως στο ίδιο πλαίσιο το ατομικό δικαίωμα. Είναι άλλο ζήτημα αυτό. Θα πρέπει να πάμε στη κοινή διαδικασία.
Τώρα πια μάλιστα που δεν υπάρχει και το ζήτημα της περιύβρισης της αρχής, καταλαβαίνετε ότι, όταν με οποιονδήποτε τρόπο εξυβρίζεται ένας παράγοντας, εγώ, ο κύριος Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος, έχει τα δικαιώματα από τις κοινές διατάξεις. Δεν μπορεί να περιορίσουμε και μάλιστα να βάλουμε μια προληπτική καταστολή, κάποιων δικαιωμάτων, κάποιων δυνατοτήτων στο όνομα μήπως προσβληθεί η προσωπικότητα. Προληπτική καταστολή δεν επιτρέπεται σ’ αυτό το πλαίσιο.
Αν διαπιστωθεί, το οποίο είναι πολύ πιθανό, ότι μπορεί να συμβεί σε οποιονδήποτε, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε το κοινό Δίκαιο γι’ αυτά. Ο καθένας όταν θίγεται η προσωπικότητά του, έχει τα δικαιώματα που του δίνει ο νόμος. Νομίζω ότι δεν πρέπει να γίνονται συγχύσεις σ’ αυτά τα ζητήματα.
Και εν πάση περιπτώσει ένα τελευταίο επιχείρημα και κλείνω γι’ αυτό το ζήτημα, χωρίς να θεωρώ, όχι ότι το εξαντλώ, ούτε το αγγίζω ουσιαστικά, μια – δυο σκέψεις λέω μόνο, ουσιαστικά κάνοντας συζήτηση για δημοσιότητα δίκης και προσβολή της προσωπικότητας, ουσιαστικά για ποιο πράγμα μιλάμε; Για την διαστρέβλωση που μπορεί να υποστεί η προσωπικότητα, για την προσβολή που μπορεί να υποστεί η προσωπικότητα, από την εικόνα.
Από αυτό το πράγμα όμως, είμαστε ούτως ή άλλως έκθετοι. Ένας δημοσιογράφος τώρα ακούει εμένα να μιλάω και αύριο μπορεί να γράψει ότι εξύβρισα τον Εισαγγελέα. Δεν θα είναι μια διαστρέβλωση αυτό το πράγμα; Θα πρέπει να απαγορεύσουμε στο δημοσιογράφο να γράφει; Το πρόβλημά μου είναι να του κάνω μήνυση, ή να του κάνω μια αγωγή. Αυτό είναι το ζήτημα που τίθεται, το οποίο είναι τελείως διάφορο. Ευχαριστώ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Η επιχειρηματολογία έχει εξαντληθεί, δεν υπάρχει τώρα λόγος να τα αναπτύσσουμε πάλι εκτενέστερα. Εγώ νομίζω ότι πρέπει να τελειώνουμε τώρα. Σας παρακαλώ πάρα πολύ, είναι δική μου παράκληση. Μιλάμε για πράγματα που τα είπατε τόσο πολύ.
ΣΥΝ. ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ: Αν επιτρέπετε, δύο ζητήματα θα ήθελα να θέσω: το ένα είναι προς επίρρωση των όσων είπε ο συνάδελφός μου, ο κ. Ραχιώτης σε σχέση με το ζήτημα του άρθρου 15. Ελέχθη από τον αξιότιμο κ. Εισαγγελέα προς αντίκρουση των απόψεων της Υπεράσπισης, ότι θα πρέπει να θεωρήσει το Δικαστήριό σας ότι ο περιορισμός, ο ουσιαστικός, σε σχέση με το ρόλο των ΜΜΕ ο οποίος αφορά όμως το θέμα της δημοσιότητας της δίκης, ερίζεται στο άρθρο 15.
Το άρθρο 15, περιορίζει την έκταση ισχύος του άρθρου 14, του οποίου το περιεχόμενο, με όσα τουλάχιστον μας λέει μέχρι σήμερα η συνταγματική θεωρία, αποτελεί η ελευθερία της έκδοσης, η ελευθερία της εκτύπωσης ή παραγωγής έντυπου υλικού, η ελευθερία κυκλοφορίας ή διανομής του έντυπου υλικού και η μη δυνατότητα κατάσχεσης, παρά μονάχα στις περιπτώσεις τις οποίες περιοριστικά αναφέρει ο νόμος.
Επομένως, το άρθρο 15, έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύεται, μάλλον η λειτουργία τηλεοπτικού σταθμού, δηλαδή η δυνατότητα να φτιάξω, να λειτουργήσω τηλεοπτικό σταθμό, δεν έχει την ίδια ελευθερία την οποία επιφυλάσσει ο νόμος σε όποιον θέλει να εκδώσει μία εφημερίδα.
Υπόκειται λοιπόν στον έλεγχο του κράτους, πράγματι, κατά τη διάταξη του 15 παρ.2, κατά την έννοια ότι το κράτος δίνει, χορηγεί τις άδειες, έχει την κυριότητα των συχνοτήτων τις οποίες τις εκμισθώνει προς τους ιδιοκτήτες των ΜΜΕ και έχει μάλιστα τη δυνατότητα μέσω του ΕΣΡ, σύμφωνα και με τη ρύθμιση που ετέθη στην τελευταία συνταγματική αναθεώρηση, να ελέγχει το περιεχόμενο των προγραμμάτων, επιδιώκοντας την εξασφάλιση - γιατί υπάρχει και ο σκοπός της ανεξάρτητης διοικητικής αρχής στη συνταγματική διάταξη – την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και των προϊόντων λόγου και τέχνης, την εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμισης των προγραμμάτων, καθώς και το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και την προστασία της παιδικής ηλικίας.
Αυτός είναι ο στόχος λοιπόν και αυτή είναι η έκταση του κρατικού ελέγχου επί των ΜΜΕ των τηλεοπτικών και επομένως νομίζω ότι οποιαδήποτε συσχέτισή του προς τη διάταξη του 93 παρ. 2, δεν προκύπτει αό το περιεχόμενο της συνταγματικής διάταξης.
Ένα δεύτερο – και συγνώμη κιόλας που καταχρώμαι, κατά μία έννοια το χρόνο, προκειμένου να θέσω ένα ζήτημα το οποίοι έχει όμως, κατά τη γνώμη μου, μία σημασία, παρότι είναι περισσότερο θεωρητικό:Ας δούμε λίγο, προσπαθώντας να ερμηνεύσουμε τον όρο «δημοσιότητα›, μία δυνατότητα να δούμε μια δυναμική ερμηνεία του όρου αυτού.
Δηλαδή: Η δημοσιότητα της δίκης, όπως σωστά έχει ειπωθεί, έχει τεθεί υπέρ της εγγύησης των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων καταρχήν και εν συνεχεία των υπολοίπων διαδίκων της δίκης, κατά τη γνώμη μου βεβαίως δίνοντας μία προτεραιότητα στο μέρος εκείνο το οποίο κατά τεκμήριο έχει την περισσότερο αδύναμη θέση μέσα στο πλαίσιο της ποινικής δίκης. Δηλαδή των κατηγορουμένων. Υπάρχει όμως – και παίρνω σαν αφορμή και την τοποθέτηση του συναδέλφου μου, του κ. Βλάχου, ότι η δημοσιότητα της δίκης, αποτελεί και συμβολή στη νομιμοποίηση της διαδικασίας.
Δηλαδή, είναι μία άποψη η οποία έχει και την τεκμηρίωσή της και στη θεωρία και στη φιλοσοφία του δικαίου και κυρίως στη συστημική θεωρία που θεωρώ ότι είναι σημαντικό προς την ανανέωση της αντίληψής μας για το τί σημαίνει δημοσιότητα και τί σημαίνει νομιμοποίηση μιας διαδικασίας, ότι μέσω της δημοσιότητας, χορηγείται η δυνατότητα να νομιμοποιείται η διαδικασία στους μη άμεσα μετέχοντες.
Θα ήθελα εδώ να παραθέσω ένα τμήμα -επειδή έχω αντιληφθεί ότι υπάρχει μια ευαισθησία του Δικαστηρίου σε σχέση με αυτά τα ζητήματα- πάρα πολύ σύντομα, σε ένα λεπτό, είναι από ένα βιβλίο του Νίκολας Λούμαν, του Γερμανού θεωρητικού της Φιλοσοφίας του Δικαίου, που αναφέρεται στη νομιμοποίηση μέσω διαδικασίας, που λέει τα εξής:
«Δεν θα έπρεπε κανείς παρασυρόμενος από την οργή του, εξαιτίας των ευτελών κινήτρων της επιθυμίας για θέαμα και διασκέδαση, τα οποία καθιστούν την ξένη μοίρα υποκείμενο ατομικής απόλαυσης, να παραγνωρίσει ότι τα κίνητρα των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, δεν εξυπηρετούν μονάχα προσωπικούς σκοπούς, αλλά ότι επιπλέον φέρνουν τα χαρακτηριστικά μιας συμβολικά αναγνωριζόμενης συμμετοχής σε πράξεις της ανώτερης εξουσίας και ως εκ τούτου ανήκουν στη διαδικασία νομιμοποίησης ενός κρατικού αποφασίζειν. Η επιρροή των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης μπορεί λοιπόν να χρησιμεύσει συνολικά, ώστε να αποκτήσουν οι ενώπιον των Δικαστηρίων διαδικασίες, δημόσια απήχηση›.
Το θέτω υπόψιν του Δικαστηρίου, στα πλαίσια μιας δυνατότητας να ερμηνεύσουμε δυναμικά ή να νομιμοποιήσουμε μέσω διαδικασίας. Μιας δυναμικής αντίληψης σε σχέση με την έννοια της δημοσιότητας.
κ. ΜΥΛΩΝΑΣ: Πολύ σύντομα, ως δευτερολογία, εφόσον έχει λάβει τον λόγο ο κ. Εισαγγελέας, νομίζω δικαιούμαι και εγώ να μιλήσω.
Ένα θέμα που τίθεται ενώπιόν σας είναι η κήρυξη της αντισυνταγματικότητας του άρθρου 8. Δεν θα αναφερθώ σε αυτό. Υπάρχει ένα συναφές ζήτημα όμως. Μπορούμε να μιλήσουμε για μία σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία του άρθρου 8. Και νομίζω ότι οι ακόλουθες σκέψεις που θα εκθέσουμε στο Δικαστήριό σας, μπορεί να συνιστούν μια μικρή συνεισφορά στον σχηματισμό της δικανικής σας κρίσης.
Νομίζω λοιπόν, ότι βάσει της διαβλημένης θεώρησης της δημοσιότητας κατά άρθρο 93 που αναφέρθηκε κατά κόρον, δεν θα επεκταθώ σε αυτό, μπορεί να γίνει η ακόλουθη, σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία του άρθρου 8, να θεωρηθεί ότι οι δύο λέξεις «η μερική›, δεν συνάδει προς το Σύνταγμα. Δηλαδή να διαβαστεί το άρθρο 8 του Ν.3090 εννοώ, σύμφωνα με το Σύνταγμα, ως εξής: «Η ολική μετάδοση από την τηλεόραση?› κτλ.
Αυτό παρέχει την εξής δυνατότητα στο Δικαστήριό σας. Υπάρχουν κάποια τμήματα της διαδικασίας, ενδεικτικά αναφέρω την αγόρευση του κ. Εισαγγελέα στο τέλος της δίκης ή τις απολογίες των κατηγορουμένων και ιδίως την συζήτηση που θα ακολουθήσει τις επόμενες μέρες, σχετικά με τα γενικότερου ενδιαφέροντος θέματα των ενστάσεων αρμοδιότητας και κάποιων άλλων ενστάσεων.
Θα μείνω σε αυτή την ένσταση της αρμοδιότητας. Είναι δεδομένο ότι θα τεθεί το θέμα του πολιτικού εγκλήματος. Είναι ένα θέμα γενικότερης σημασίας που νομίζω ότι ενδιαφέρει σε πολύ μεγάλο βαθμό την κοινωνία, επιδέχεται έναν νομικό διάλογο και μία νομική αντιπαράθεση απόψεων, αυτή η αντιπαράθεση απόψεων που θα γίνει αρμοδίως ενώπιον του Δικαστηρίου σας έχει, νομίζω, ένα πολύ μεγάλο γενικότερο ενδιαφέρον.
Ας μην ξεχνάμε επίσης, ότι κάθε δίκη, αλλά πολύ περισσότερο αυτή η δίκη που θα διαρκέσει πολύ μεγάλο διάστημα και αφορά μια πολύ σημαντική υπόθεση που αφορά την δημόσια ζωή της Ελλάδας, αυτή λοιπόν η δίκη, έχει και πρέπει να έχει και μια παιδευτική λειτουργία. Το τί γίνεται εδώ μέσα, το τί λέγεται, το πώς αντιμετωπίζουν οι δικαστές τα θέματα, το τί λένε οι κατηγορούμενοι, οι Συνήγοροι Υπερασπίσεως και Πολιτικής Αγωγής και ο τρόπος που το λένε, έχει ένα γενικότερο παιδευτικό ενδιαφέρον, που νομίζω ότι αφορά όλη την Ελλάδα.
Με αυτό το σκεπτικό νομίζω ότι αν υιοθετήσετε μία σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία του άρθρου 8 η οποία συνίσταται στην μη αναγνώριση ισχύος στις δύο λέξεις «η μερική› -εννοείται μετάδοση– μπορείτε να επιτρέψετε τη μετάδοση από την τηλεόραση, αυτών των κομματιών της δίκης που παρουσιάζουν γενικότερο ενδιαφέρον, ενδεικτικά ανέφερα αγόρευση Εισαγγελέα, απολογίες κατηγορουμένων, και ιδίως την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτηση για το πολιτικό έγκλημα, και να μην επιτρέψετε την μετάδοση των άλλων ζητημάτων, ιδίως όσον αφορά την κατάθεση της Πολιτικής Αγωγής. Ευχαριστώ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Λοιπόν, τελειώσαμε.
Κ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ: Δεν έχουν εξαντληθεί τα θέματα κ. Πρόεδρε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν έχουν εξαντληθεί, αλλά φοβάμαι ότι εσείς θα εξαντληθείτε στο τέλος, εμένα δε μ’ ενδιαφέρει.
Κ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ: Εξαντλούμε τα δικαιώματά μας μόνο τα δικονομικά και αφ’ ης στιγμής έχουμε τον τελευταίο λόγο, νομίζουμε ότι δεν αποτελεί περιττή πολυτέλεια κάτι τέτοιο. Υπάρχουν ζητήματα εκκρεμή, είναι ένα θέμα τεράστιας σημασίας, δημοσίου ενδιαφέροντος και νομίζω ότι αξίζει τον κόπο μίας εξαντλητικής διερεύνησης και προβληματικής νομικής.
Έχουν τεθεί λοιπόν ορισμένα θέματα από χθες, ανέκυψαν άλλα ύστερα από τις τοποθετήσεις των συναδέλφων της Πολιτικής Αγωγής, οι οποίες είναι και διισταμένες και νομίζω ότι έχουμε τρία ζητήματα να δούμε από εχθές.
Το ένα είναι το θέμα της συνταγματικότητας του Ν. 3090 έτσι όπως έχει τεθεί, το δεύτερο είναι το θέμα της ερμηνείας του ίδιου νόμου ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία κρίνεται ότι είναι συνταγματικός και το τρίτο το έθεσα εχθές, θα το θέσω και σήμερα, το θέμα δηλαδή της υποχρέωσης του Δικαστηρίου όχι μόνο να επιτρέψει την κάμερα, αλλά να διασφαλίσει την απευθείας μετάδοση της δίκης ως μόνη έκφραση της δημοσιότητάς της.
Ως προς το πρώτο, νομίζω ότι η συζήτηση πραγματικά έχει εξαντληθεί και έχει αναδείξει τα εξής: Η δημοσιότητα της δίκης άπτεται τεσσάρων εννόμων συνταγματικών αγαθών. Το ένα είναι η δημόσια λειτουργία και ο κοινωνικός έλεγχος της δικαστικής εξουσίας, το δεύτερο είναι το δικαίωμα επί της προσωπικότητας των κατηγορουμένων και γενικά των διαδίκων, το τρίτο είναι το δικαίωμα του κοινού στην πληροφόρηση, που αποτελεί έκφραση του δικαιώματος της προσωπικότητας του κάθε πολίτη, το τέταρτο, το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου το οποίο αφορά τον Τύπο.
Όπως είπα κι εχθές, το Σύνταγμα επιβάλλει τη δημοσιότητα χωρίς να τη διακρίνει σε άμεση και έμμεση. Έμμεση είναι η τηλεοπτική δημοσιότητα, άμεση είναι η διά της φυσικής παρουσίας στο ακροατήριο παρακολούθηση της δίκης από οποιονδήποτε το επιθυμεί, δεν εξουσιοδοτεί τον κοινό νομοθέτη να προβαίνει σε περιορισμούς της δημοσιότητας της δίκης, τις εξαρτά μόνο από περιπτώσεις οριακές όπου κάθεται το δικαίωμα της προσωπικότητας και υπάρχουν διατάξεις όπως εκείνες του 329 και του 330, που ορίζουν συζήτηση «κεκλεισμένων των θυρών›.
Κατά συνέπεια, είναι προφανές ότι ο νόμος αυτός και εξαιρώντας το χρόνο στον οποίο δημοσιεύθηκε και τον σκοπό για τον οποίο δημοσιεύθηκε, που αποτελεί μία προφανή και ανεπίτρεπτη παρεμβολή της νομοθετικής εξουσίας στο έργο της δικαστικής, κείται προφανώς εκτός των συνταγματικών ορίων που επιβάλλουν τη δημοσιότητα.
Τίθεται όμως και ένα θέμα ερμηνείας του νόμου ακόμα και στην αντίθετη περίπτωση που κρίνει το Δικαστήριό σας, μετά από τις διιστάμενες απόψεις των διαδίκων της Πολιτικής Αγωγής, το οποίο θέμα ερμηνείας σχετίζεται με το ποια είναι τα αντικειμενικά όρια της έκτασης του δικαιώματος εκάστου των διαδίκων, να δηλώνει ότι συναινεί ή δεν συναινεί με τη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση της δίκης.
Εξηγούμαι: Είπαν ορισμένοι από τους διαδίκους, καθ’ α έχουν δικαίωμα σύμφωνα με το νόμο, όπως εν πάση περιπτώσει τον κρίνει κανείς, ότι δεν επιθυμούν την τηλεοπτική κάλυψη. Εδώ έχουμε 150 συνεκδικαζόμενες υποθέσεις. Έχει το δικαίωμα κάποιος διάδικος που ασκώντας το δικαίωμά του, της Πολιτικής Αγωγής, να το επεκτείνει για όλο το φάσμα της δίκης αυτής και για όλες τις υποθέσεις που συνεκδικάζονται; Είναι αυτονόητο αυτό; Εγώ νομίζω ότι δεν είναι.
Υπάρχει και μία διάταξη που μας δίνει ένα φως, ανάλογη της εφαρμογής της, η 330 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας η οποία αναφέρεται στις περιπτώσεις εκείνες που το Δικαστήριο έχει δικαίωμα να διατάσσει τη συζήτηση κεκλεισμένων των θυρών, όχι κατ’ ανάγκη ολόκληρης της δίκης, αλλά και ενός μέρους της. Θα μπορούσε για παράδειγμα ο διάδικος Χ που παρίσταται ως Πολιτική Αγωγή, να ζητήσει και το Δικαστήριο να δεχθεί ερμηνεύοντας έτσι το νόμο, ότι όταν θα εξετάζεται ο ίδιος, οι μάρτυρες κατηγορίας και ενδεχομένως οι μάρτυρες υπερασπίσεως που αφορούν τη δική του υπόθεση, τότε να μην επιτρέπεται. Όχι σε ολόκληρη τη δίκη.
Διότι τότε δεν θα είχε και νόημα το 330 που λέω για την δίκη κεκλεισμένων των θυρών. Ποιος ο λόγος να πει ο νομοθέτης ότι το Δικαστήριο μπορεί, σε μέρος μόνο της δίκης να κλείσει τις πόρτες και όχι σε ολόκληρη; Και ακόμα, θα ήθελα να πω για την απευθείας μετάδοση. Θα επιμείνω κ. Πρόεδρε, ότι η μόνη πηγή η οποία εξασφαλίζει τη δημοσιότητα της δίκης, δεν είναι απλώς και μόνο η παρουσία της κάμερας στο Δικαστήριο, είναι η απευθείας μετάδοση. Για να κλείσουν τα παράθυρα, πρέπει να ανοίξουν οι πόρτες. Σας είπαν οι συνάδελφοι πριν, ότι από την πρώτη ημέρα της δίκης, έχουμε παρα-δίκες, έχουμε τηλε-δίκες, έχουμε και παρα-πρακτικά από εχθές εδώ πέρα.
Ο Δικηγορικός Σύλλογος –και έκανε πάρα πολύ καλά– εξέδωσε ανακοίνωση-σύσταση προς τους συναδέλφους και της μίας και της άλλης πλευράς να είναι προσεκτικοί στις εμφανίσεις στους στα Μέσα Ενημέρωσης και καλά έκανε και πρέπει να συνεννοηθούμε μεταξύ μας και το απευθύνω προς όλους αυτό, για το πώς πρέπει να φερόμαστε σε αυτά τα πράγμα, αλλά εν πάση περιπτώσει, επιβάλλεται και αυτή η συμμετοχή, όταν είμαστε αναγκασμένοι να αντιμετωπίζουμε διαστρεβλώσεις καθημερινές από την τηλεόραση, διότι απλούστατα, δεν υπάρχει είδηση.
Εδώ έρχομαι να πω τώρα σε κάτι που αναφέρθηκε ο κ. Ραχιώτης πριν, για την πρώτη ημέρα: Αρχηγική εμφάνιση –λέει- Κουφοντίνα. Τί έκανε ο Κουφοντίνας; Σηκώθηκε και είπε ότι «ο στύλος φτάνει μισή ώρα για να πέσει και δε θέλει πέντε μέρες›. Εντάξει, εξέφρασε μία άποψη. Έγινε η γνωστή πλάκα από κει, ωραίο ήταν. Είπατε προηγούμενα ότι ο άνθρωπος ήταν ευγενής. Αυτό που είπατε εσείς, το ξέρει το τηλεθεατής; Δεν το ξέρει. Και να δείτε πώς συνδέεται με το υπερασπιστικό δικαίωμα το δικό μου.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Εγώ, προσέξτε, είπα ότι ήταν ευγενής στη συμπεριφορά του εδώ. Τώρα, αν αυτά που είπε προσβάλλουν το Δικαστήριο ή όχι, αυτό δεν το είπα εγώ. Αυτό ας το κρίνει, όποιος το διαβάσει. Αλίμονό μου δηλαδή εάν κάθομαι εγώ να πω «Α! Ο κατηγορούμενος ξέρεις, προσβάλλει εμένα›. Αλίμονο.
Κ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ: Ευχαριστώ που έρχεστε στα λόγια μου. Για να το κρίνει, πρέπει να το γνωρίζει.
ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ: (εκτός μικροφώνου)
Κ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ: Δεν την ακούει κανείς κ. Πρόεδρε τη δήλωσή σας. Έχουμε ολόκληρο δελτίο ειδήσεων σε όλα τα κανάλια, με τον υπότιτλο «αρχηγική εμφάνιση Κουφοντίνα›. Και θα σας πω γιατί με ενδιαφέρει, εγώ δεν είμαι δικηγόρος του Κουφοντίνα, είμαι δικηγόρος του Τζωρτζάτου.
Αλλά όταν μου λέει ο Τζωρτζάτος εχθές και σήμερα ότι «ξέρετε, κ. Παπαδάκη, θέλω κι εγώ να πω τη γνώμη μου στο Δικαστήριο για την τηλεοπτική μετάδοση›, αναγκάζομαι και του λέω κ. Πρόεδρε, «κάτσε κάτω Βασίλη, γιατί θα σε βγάλουν κι εσένα για αρχηγική εμφάνιση αν τολμήσεις και ανοίξεις το στόμα σου εδώ›. Και αυτό, να μου επιτραπεί να πω ότι αποτελεί σαφέστατο περιορισμό του υπερασπιστικού του δικαιώματος, ο οποίος, δυστυχώς, αναγκάζεται να γίνεται τη εισηγήσει εμού, που είμαι ο συνήγορός του.
Αυτές λοιπόν οι στρεβλώσεις, οι οποίες παράγονται από αυτόν τον τρόπο διαχείρισης του οπτικοακουστικού υλικού που συλλέγεται και των δημοσιογραφικών πληροφοριών που συλλέγονται, που δεν αφήνουν ούτε μία διάταξη του Κώδικα Δεοντολογίας του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης απαραβίαστη, νομίζω ότι με έναν και μόνο τρόπο μπορούν και πρέπει να αντιμετωπιστούν.
Έχετε τη θεσμική δυνατότητα, υπάρχει η ανεξάρτητη αρχή του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης έχει διατάξεις, έχει δικαίωμα, έχει δυνατότητες να επιβάλλει την τήρηση των κανόνων δεοντολογίας και να επεμβαίνει και στο περιεχόμενο αυτών των ειδησεογραφικών εκπομπών. Εξέθεσα λοιπόν εχθές το αίτημα να κληθεί εδώ ο Πρόεδρός του, ο κ. Λασκαρίδης, για να παράσχει τις απαραίτητες διευκρινίσεις και να δρομολογηθεί η δίκη, έτσι ώστε να υπάρξει απευθείας μετάδοσή της.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Εντάξει κ. Συνήγορε, τώρα να φέρω και τον Λασκαρίδη εδώ πέρα, τον άνθρωπο. Ακούστε να δείτε: Εγώ άκουσα πάρα πολλά όπως φυσικά και οι συνάδελφοί μου, που έχουν το βάρος της απόφασης. Αυτά πρέπει να τα κωδικοποιήσουμε στο μυαλό μας, να τα σκεφθούμε, διότι δεν είναι εύκολη η απάντηση, το ναι ή το όχι, ή το ενδιάμεσο. Δε νομίζω ότι είμαστε αυτή τη στιγμή έτοιμοι, για να κάνουμε διάσκεψη, διότι αντιλαμβάνεστε, πρέπει να τα σκεφθούμε πάρα πολύ.
Εγώ έχω σημειώσει αυτά τα οποία έχουν κάποια νομική σημασία βέβαια, τα επιχειρήματα τα οποία είναι επιχειρήματα, διότι χωρίζεται, όπως ξέρετε και από τον Αριστοτέλη, το επιχείρημα από τη ρητορεία. ¶λλο η ρητορεία, άλλο το επιχείρημα. Λοιπόν, τα επιχειρήματα πρέπει να τα εξετάσουμε ένα προς ένα και να το δούμε, πού θα καταλήξουμε.
Όμως, μπορούμε αυτή τη στιγμή, αυτή την ώρα που έχουμε, να συνεχίσουμε με αυτή την «κακή› σύνθεση του Δικαστηρίου, η οποία θα συνεχιστεί και αύριο βέβαια. Εμείς θα σκεφτούμε το απόγευμα όλα αυτά τα πράγματα, δεν παθαίνουμε τίποτα, να προχωρήσει λίγο η διαδικασία. Ο σκοπός είναι να προχωρούμε κιόλας λίγο. Το τί θα πούμε, θα το πούμε αύριο. Εγώ δεν είμαι έτοιμος, τουλάχιστον, να δώσω ψήφο. Και δεν μπορώ να διεκδικήσω και απ’ τους συναδέλφους μου μια τέτοια υποχρέωση, να τους πω «τώρα τί λέτε, να επιτρέψουμε ή να μην επιτρέψουμε;›
Εδώ είναι πάρα πολλά επιχειρήματα, με σοβαρότητα μεγάλη και με αναλυτικότητα, τα οποία πρέπει να σταθμιστούν. Αλίμονο αν ο δικαστής σε δύσκολα ζητήματα, χτύπαγε μονοκοντυλιά, ή απ’ την τελευταία εντύπωση. Γι’ αυτό τα έγραψα όλα σε δύο φύλλα, λεπτομερώς, τί έχει πει ο καθένας, για να τα εκτιμήσουμε.
Τελειώσαμε. Ο κ. Σερίφης κάτι θέλει να πει.
Ι. ΣΕΡΙΦΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, επειδή με αφορά κι εμένα, γιατί είμαι ένας από τους συγκατηγορούμενους ο οποίος ήμουν θετικός, υπέρ της τηλεόρασης, και επειδή ακούγονται διάφορα, ότι οι κατηγορούμενοι και όσον με αφορά το κάνουν, διότι βοηθά αυτούς αυτή η προβολή, σας δηλώνω προσωπικά ότι δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου αν θα μπει ή δεν θα μπει η τηλεόραση, και το κάνω αυτό διότι δεν με ενδιαφέρει η προσωπική μου προβολή.
Δεν έχω σκοπό να ιδρύσω ή να μπω σε κάποιο επαγγελματικό Κόμμα ή να ιδρύσω κάποιο δικό μου. Είμαι πάρα πολύ ευχαριστημένος που ανήκω στο Αντιεξουσιαστικό Κίνημα.
Δεύτερον, εμείς, ο χώρος μας γνωρίζει πολύ καλά ότι η πληροφόρηση ανήκει στα χέρια των εμπόρων της πληροφόρησης και δεν περιμένουμε τίποτε. Λόγω αρχής όμως, δεν μπορούμε να αρνηθούμε να υπάρχουν τα Μέσα εδώ πέρα, λόγω αρχής και μόνο το λέμε αυτό το πράγμα και όχι για προσωπικό και καιροσκοπικό, όπως άφησαν να εννοηθεί οι κύριοι Εισαγγελείς, όταν λένε, ότι ενώ οι κατηγορούμενοι δεν δέχθηκαν να τους φωτογραφίσουν στο κλουβί, αλλά την τηλεόραση την θέλουν.
Δεν την θέλουμε κύριοι Εισαγγελείς την τηλεόραση γι’ αυτό. Και σας πληροφορώ, το είπατε και εσείς, αλλά δεν δώσατε μεγάλη σημασία, χθες το βράδυ είχε κανάλι φωτογραφίες από εδώ. Και εγώ σας ρωτώ; Τι θα γίνει δηλαδή εάν εσείς το απαγορεύσετε; Θα μας πουλάνε, κομμάτι – κομμάτι, σε οποιοδήποτε κανάλι δίνει περισσότερα χρήματα; Και αυτοί έμποροι είναι. Αυτό θα γίνει;
Και ένα τελευταίο ζήτημα κύριε Εισαγγελέα, εγώ προσωπικά έχω στο σπίτι μου οκτώ μήνες, δυο – τρεις κλούβες τηλεοράσεων από κάτω. Τρεις κλούβες, οκτώ μήνες. Δεν έχω κλούβες αστυνομίας. Έχω κλούβες των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Κανένας Εισαγγελέας, καμία αρχή προσωπικών δεδομένων, δεν ενδιαφέρθηκε αυτεπάγγελτα να κάνει κάτι, δηλαδή το λέω αυτό, επειδή λέτε ότι όλα τα κάνετε για την προστασία μας, δεν είδαμε καμία προστασία. Ας σταματήσει ότι τα κάνετε για την προστασία μας, απλά όποτε καταλαβαίνω, δεν με ενδιαφέρουν τα νομικά και δεν κάνω νομικά, αλλά απ’ ότι καταλαβαίνω και γι’ αυτούς τους αριθμούς των νόμων που μιλάτε εδώ πέρα ότι ο νόμος λέει τούτο, εκείνο, πολύ λάστιχο είναι κύριε Πρόεδρε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κύριε Σερίφη, εμάς μας ενδιαφέρει τι γίνεται εδώ μέσα, τώρα οι κλούβες κλπ, οι νόμοι έτσι τους λένε, για λάστιχα τους λένε πολλοί και αν είναι νόμοι έχουν μόνο ένα παράθυρο, ή έχουν γύρω – γύρω παραθυράκια, τι να σας πω.
Ι. ΣΕΡΙΦΗΣ: Εμένα με ενδιαφέρει προσωπικά, ότι δεν διεκδικώ τίποτα για να με προβάλει κανείς.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Με λίγα λόγια η θέση σας είναι, δεν σας ενδιαφέρει.
Ι.ΣΕΡΙΦΗΣ: Να είναι λόγω αρχής και μόνο, δεν έχω κανένα συμφέρον, τίποτα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ποιος είχε θέσει το θέμα της κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου; Να αρχίσουμε έτσι καμιά ώρα και συνεχίζουμε. Ας πει ο κ. συνήγορος ο πρώτος που το έθεσε. Ελάτε σας παρακαλώ. Τις βούλεται αγορεύειν; Ποιος θέλει να τα πει πρώτος; Ορίστε ο νεαρός κύριος συνήγορος, που μιλάει και για ΕΣΔΑ κλπ, να μας τα θέσει έτσι λίγο γενικά. Ελάτε παρακαλώ, ποιος θέλει να μας τα πει έτσι σαν βασικό πυρήνα; Ο συνήγορος του κ. Κουφοντίνα, ελάτε.
Ακούστε, η δίκη αυτή δεν είναι ούτε ευθύγραμμη, ούτε μονοδρομική. Να το ξέρετε, ότι πρέπει να έχετε την δέουσα ευκινησία να προχωράτε από το ένα θέμα στο άλλο, για να προωθείται κατά κάποιο τρόπο.
κ.ΒΛΑΧΟΣ: Όχι δεν είμαι έτοιμος κύριε Πρόεδρε, αλλά δεν έχει σημασία, όλοι μας είμαστε πάρα πολύ κουρασμένοι. Προσφέρομαι και το δηλώνω για να διευκολύνω τους συναδέλφους ενδιαμέσως και τους καλώ να ετοιμάσουν έτσι λίγο πιο συγκροτημένα την τοποθέτησή τους.
Θα μπει το θέμα της αναρμοδιότητας, θα μπει η ένσταση της κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου. Η ένσταση αναρμοδιότητας δεν θα μπει αυτή τη στιγμή.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ο κ. Οικονομίδης ο οποίος ήρθε?..
κ.ΒΛΑΧΟΣ: Επειδή λοιπόν παρίσταται ο συνάδελφος, ο οποίος έχει θέσει ο ίδιος πρώτος την ένσταση της κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου, εγώ παραχωρώ?
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Η κακή σύνθεση του Δικαστηρίου, να αναπτυχθεί σήμερα από σας κάπως ευρύτερα, απ’ ότι το είχατε πει προχθές και να συνεχίσουμε αύριο, γιατί εμείς δεν μπορούμε να αποφασίσουμε σε τούτο εδώ το ζήτημα. Αιωρείται το θέμα αυτό, δεν μπορούμε να το αφήσουμε.

κ.ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ: Το θέμα αυτό, το έθεσα ήδη προχθές, αναστείλαμε το να επιμείνουμε σ’ αυτό, ελπίζοντας ν’ αποφασίσετε εσείς για τα άλλα, έχοντας την πλήρη εμπιστοσύνη στην σύνθεσή σας. Και είναι ανεξάρτητο είπα το θέμα, το ότι στην πραγματικότητα η σύνθεση αυτή δεν είναι νόμιμος. Και εξήγησα τους λόγους για τους οποίους δεν είναι νόμιμος.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Εν σπέρματι για να τα θυμηθούμε όλοι.
κ.ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ: Διότι ακριβώς, ενώ κατά το Σύνταγμα πάντοτε ο διάδικος, ο κατηγορούμενος δεν πρέπει ποτέ να μην δικάζεται από τον φυσικό του δικαστή και νομίζω ότι φυσικός του δικαστής μέχρι πρότινος, ήταν εκείνος ο οποίος προέρχεται από την κλήρωση, συρρικνώθηκε ο αριθμός των Εφετών από τους οποίους θα προήρχετο η σύνθεσή σας, από τους 250 περίπου, 240 πόσοι είναι οι Εφέτες εδώ στην Αθήνα, σε 30. Με μια επιλογή, η οποία έγινε με κριτήρια τα οποία βεβαίως δεν μπορεί να ξέρουμε ποια ήσαν και δεδομένου ότι υπήρξε μια μεγάλη κατάκτησις του δικαιϊκού μας συστήματος, το να προέρχονται οι δικασταί από κλήρωση, νομίζω ότι εδώ φαλκιδεύονται σοβαρά δικαιώματα του κατηγορουμένου, ο οποίος θέλει να δικάζεται από τον φυσικό του δικαστή, που αιφνιδίως έπαυσε να είναι εκείνος που προήρχετο από την κλήρωση. Δεν γεννάται αμφιβολία, ότι ο θεσμός της κληρώσεως, ήρθε να κατασιγάσει διάφορους ψιθύρους που πάντοτε υπήρχαν και πρέπει να τα λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, ψιθύρους περί στημένων συνθέσεων.
Και είχα καταλήξει στο εξής, ότι προτιμώ έναν μέτριο δικαστή, μετρίας ικανότητος που θα προέρχεται από τον κλήρο, παρά έναν ικανότατο που θα διορίζεται. Με την έννοια αυτή, πιστεύουμε, ότι δεν δικάζονται από τον φυσικό τους δικαστή που θα προήρχετο από την κλήρωση από το σύνολο των Εφετών.
Ο νόμος αυτός ο οποίος έγινε αιφνιδίως πάλι ήταν ad hoc εν όψει αυτής της δίκης. Και κατά τούτο νομίζω ότι το Δικαστήριό σας πρέπει να κρίνει, ότι η σύνθεσή σας δεν είναι νόμιμος.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Σας παρακαλώ θέλω να σημειώσω τον πυρήνα τουλάχιστον των επιχειρημάτων, για να ξέρω τι λέει ο άνθρωπος. Ο σκοπός δεν είναι εδώ να περνάμε την ώρα, έτσι να λέμε, το είπε ο ένας, το είπε ο άλλος και εγώ θα πω εκείνο που έχω στο μυαλό μου, θέλω να σταθμίσω επιχειρήματα, δεν με έχετε καταλάβει ακόμα πώς λειτουργώ, εγώ τουλάχιστον σαν προεδρεύων. Έτσι λειτουργώ και ο δικαστής γενικά έτσι λειτουργεί, αλίμονο. Δεν μπορούμε εμείς να λέμε, «άστους να λένε αυτούς, εμείς θα βγάλουμε ότι θέλουμε›. Δεν είναι σωστό αυτό. Ούτε ξέρουμε τι θα βγάλουμε στο τέλος. Εγώ τουλάχιστον δεν ξέρω ποτέ, ποια θα είναι η απόφασή μου. Πολλές φορές με ρωτάνε, «πού πάει Πρόεδρε η υπόθεση›; «Δεν τελείωσε›, λέω, δεν ακούσαμε και τον τελευταίο συνήγορο υπεράσπισης και τον Εισαγγελέα, για να έχω και εγώ μια γνώμη. Τα είπαμε αυτά. Έχετε την ευγενή καλοσύνη.
Τον λόγο έχει ο συνήγορος των αδελφών Ξηρού.
κ.ΒΛΑΧΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, τίθεται ένα θέμα όπως είπε και ο προλαλήσας συνάδελφος της ad hoc ρύθμισης της σύνθεσης του Δικαστηρίου, αντίθετα σ’ αυτά που ήταν ως τώρα καθιερωμένα και τα δεδομένα με τα οποία υπολόγιζαν οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι και αυτοί τους οποίους υπερασπίζομαι, να έρθουν απέναντι στον λεγόμενο φυσικό τους δικαστή.
Εκείνο το οποίο εξ αρχής δημιουργεί αρνητική εντύπωση, είναι ότι, νομοθετήματα της τελευταίας στιγμής, φωτογραφίζουν ακριβώς τη συγκεκριμένη δίκη. Δεν είναι το πρώτο, είναι μια σειρά από νομοθετήματα. Ο 3090 και για τις κάμερες και για τον τρόπο εκλογής των Δικαστών της συνθέσεως της έδρας που θα εκδικάσουν τις συγκεκριμένες πράξεις, έχει γίνει από ένα νόμο ο οποίος ψηφίστηκε από τη Βουλή, όταν ήδη όλοι γνωρίζανε ακόμα και την ημερομηνία της δίκης.
Αυτό είναι ένα θέμα, που σαφώς κλονίζει την εμπιστοσύνη των κατηγορουμένων στην αρχή της δίκαιας δίκης. Δεν μπορεί ο νομοθέτης την τελευταία στιγμή, η εκτελεστική εξουσία τελευταία στιγμή χρησιμοποιώντας τον νομοθέτη, να λάβει ένα παγιωμένο τρόπο εκλογής των Δικαστών της έδρας.
Βεβαίως χρησιμοποιήθηκαν ορισμένα κριτήρια, ορισμένα επιχειρήματα γι’ αυτό το νόμο, ότι δηλαδή, είναι απαραίτητη μια προεπιλογή αξίων αρτίων Δικαστών, οι οποίοι θα έχουν και τις προϋποθέσεις τις προσωπικές, για να μπορέσουν να αντέξουν στην βάσανο αυτής της επίπονης διαδικασίας.
Νομίζω ότι η έννοια του φυσικού Δικαστή, είναι ακριβώς ο φυσικός και όχι ο αφύσικος «σούπερμαν›. Όχι ο αφύσικος καταρτισμένος πλήρως. Διότι φυσικός είναι ο φυσικός. Στους Δικαστές, όπως και σε όλη τη κοινωνία, υπάρχουν καλύτεροι και χειρότεροι, όμως εδώ έχουμε να κάνουμε καταρχήν με ένα Σώμα εκλεκτών εκπροσώπων της δικαιοσύνης, Εφετών στο σύνολό τους, οι οποίοι όλοι έχουν περάσει τη διαδικασία της κρίσης, όλοι έχουν κριθεί άξιοι και είναι καταρχήν για σας τους ίδιους πιστεύω που δεχθήκατε αυτή την επέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας, υποτιμητικό να προεπιλέγονται κάποιοι εκ των συναδέλφων σας, με κάποια κριτήρια, τα οποία καθαυτά είναι γενικά και αόριστα.
Κανένας δεν είπε συγκεκριμένα, ποια θα ήταν αυτά τα κριτήρια. Θα ήταν κριτήρια ηλικιακά, δηλαδή οι νεότεροι έχουν περισσότερες αντοχές, αλλά οι πιο ώριμοι στην επετηρίδα παλαιότεροι, έχουν περισσότερη αρτιότητα; Όμως και αυτά πάλι είναι σχετικά ζητήματα. Εν πάση περιπτώσει, ο λεγόμενος φυσικός Δικαστής, διακρίνεται από τον θεσμικό ρόλο, από το λειτούργημά του. Δεν είναι δυνατόν ο νομοθέτης τελευταία στιγμή, να δημιουργεί την εύλογη υπόνοια στους κατηγορουμένους, ότι για μια άλλη φορά, σε μια δίκη η οποία στιγματίστηκε από την αρχή, από μια σειρά παρεμβάσεων και από μια σειρά δικονομικών παραβιάσεων, δεν είναι δυνατόν να έρχεται και να επισφραγίζει αυτή την υπόνοια, ότι πρόκειται για ένα ad hoc Δικαστήριο, το οποίο εστήθη, όσο και αν η εύνοια της τύχης, πραγματικά μας βοήθησε να έχουμε εσάς απέναντί μας, που πράγματι εμείς σας εμπιστευόμαστε. Αλλά δεν είναι αυτό το ζήτημα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Εύνοια για όλους εκτός από μένα.
κ.ΒΛΑΧΟΣ: Όχι κύριε Πρόεδρε, πιστεύω ότι πραγματικά και η τύχη είναι, αλλά δεν είναι αυτό το ζήτημα, είναι θέμα αρχής. Το θέμα αρχής και τραυματίζει την εμπιστοσύνη, όπως και το δικαίωμα, το ατομικό δικαίωμα του ¶ρθρου 8 του Συντάγματος που έχει ο κατηγορούμενος απέναντι στον φυσικό του Δικαστή.
ΣΥΝ.ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ότι και για λόγους οικονομίας του χρόνου, αλλά και ουσιαστικής διερευνήσεως των ενστάσεων, μήπως πρέπει να κάνουμε μια διαφορετική ιεράρχηση; Παραδείγματος χάρη, εάν εξαντλήσουμε άλλες δυο μέρες γι’ αυτό το θέμα και απαντήσετε, ό,τι απαντήσετε, εάν μεν αποδεχθείτε τις απόψεις που αφορούν την κάμερα και την κακή ή μη κακή σύνθεση του Δικαστηρίου, όμως προτάσσεται νομίζω το ζήτημα, το πολιτικό έγκλημα.
(Διαλογικές Συζητήσεις)
ΣΥΝ.ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: Να ολοκληρώσω αυτό που λέω, εάν κρίνει το Δικαστήριο ότι είναι εγκλήματα υπαγόμενα στην αρμοδιότητα του Μικτού Ορκωτού, παύετε να έχετε το δικαίωμα για να συζητήσετε οτιδήποτε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Συγχωρήστε με, εάν δεν έχουμε νόμιμη σύνθεση πώς θα το κρίνουμε αυτό; Τι άλλο να κρίνουμε, αν δεν έχουμε νόμιμη σύνθεση; Αν εμείς πούμε ότι ξέρετε, ο νομοθέτης, όπως είπε εδώ ο κ. συνήγορος, με έβαλε εμένα επίτηδες. Και έτσι και το καταλάβω και το πω εγώ, πάω εγώ σπιτάκι μου, πάτε εσείς σπιτάκι σας και ησυχάζω και εγώ δηλαδή. Αλλά έλα όμως που είναι πρώτο.
ΣΥΝ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: Μπορεί μετά μια νέα σύνθεση να μας ξαναφέρει το κουβούκλιο.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τώρα τα ραδιοτηλεοπτικά είναι τελείως διαφορετικό θέμα, γι’ αυτό θα ήθελα μαζί να πάνε ζευγάρι αυτά τα δυο θέματα, καταλάβατε. Μην απαντήσουμε στο ένα και δεν απαντήσουμε στο άλλο, ας τα δούμε μαζί παράλληλα, να αποφανθούμε μαζί. Και άμα πούμε εμείς ότι δεν έχουμε νόμιμη σύνθεση, τι να λέμε μετά να μπουν τα ραδιοτηλεοπτικά να μας βλέπουν, να μας δουν τι; Κύριε Μαργαρίτη σε βλέπουμε και τι έγινε;
κ.ΒΛΑΧΟΣ: Μπορώ να προχωρήσω δηλαδή. Κύριοι Δικαστές είναι γεγονός ότι ο τρόπος της σύνθεσης του Δικαστηρίου σας πραγματώθηκε με τον 3090. Σύμφωνα λοιπόν μ’ αυτό το νόμο, απεφασίσθη από την Ολομέλεια ένας αριθμός Δικαστών, ο οποίος ήταν περίπου γύρω στο 1/6 του αριθμού των Δικαστών που περιλαμβάνει το Εφετείο Αθηνών και απ’ αυτόν τον αριθμό έγινε η κλήρωσις.
Έχουμε λοιπόν την άποψη ότι η κλήρωση αυτή, απ’ αυτόν τον συγκεκριμένο αριθμό και ο τρόπος με τον οποίον ο 3090 πραγμάτωσε την σύνθεση αυτή την οποίαν εσείς έρχεστε και δικάζετε, δεν ανταποκρίνεται σ’ αυτό που αντιπροσωπεύει και το Σύνταγμα, αλλά αντιπροσωπεύουν και διάφοροι νόμοι.
Ο λόγος για τον οποίον θεωρούμε ότι είναι πλημμέλεια του νομοθέτη το θέμα αυτό, είναι ο εξής: Σύμφωνα με το ¶ρθρο 14 του 1756/88 περί του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάσταση Δικαστικών Λειτουργών, στην αρμοδιότητα της Ολομέλειας υπάγονται οι εξής αρμοδιότητες: 1) η κατάρτιση, η συμπλήρωση, η τροποποίηση, η αντικατάσταση του Κανονισμού των Δικαστηρίων. 2) η λήψη απόφασης για θέματα που αφορούν την λειτουργία της δικαιοσύνης, την προσωπική κατάσταση των δικαστικών λειτουργών, τα θέματα που εμφανίζουν γενικότερο νομικό ενδιαφέρον, 3) η γνωμοδότηση για την κατάρτιση των Τμημάτων των Διακοπών. Και 4) η λήψη απόφασης, η γνωμοδότηση για όσα θέματα έχουν υπαχθεί στην αρμοδιότητά της, βάση ειδικών διατάξεων.
Είναι λοιπόν δεδομένο, ότι σύμφωνα με το Νόμο 1756/1988, η Ολομέλεια αποφαίνεται σε κάποια συγκεκριμένα θέματα. Και αυτά τα συγκεκριμένα θέματα ο νομοθέτης, τα έλαβε υπόψη του και είπε ποια ακριβώς ήταν τα θέματα αυτά.
Έρχεται λοιπόν ένας νεότερος νόμος, ο οποίος χωρίς να τροποποιήσει τα σημεία εκείνα του νόμου τα οποία ορίζουν, τι δυνατότητες έχει η Ολομέλεια αυτή να κάνει, έρχεται λοιπόν αυτός ο νόμος και σας δίνει εσάς το δικαίωμα, δίνει μάλλον το δικαίωμα στην Ολομέλεια, να αποφασίσει ποιους δικαστές θα επιλέξει, ούτως ώστε αυτοί οι τριάντα δικαστές και δέκα οι πρόεδροι, να τοποθετηθούν στην κληρωτίδα για να βγει η σύνθεση εκείνη, την οποία έχουμε σήμερα ενώπιόν μας.
Έχω λοιπόν την άποψη ότι η όλη λειτουργία του νόμου, αυτή τη στιγμή δεν δίνει το δικαίωμα στην Ολομέλεια να αποφανθεί επάνω σ’ αυτό το θέμα. Διότι θα έπρεπε πρώτα να τροποποιηθούν οι προϋποθέσεις εκείνες τις οποίες έχει η Ολομέλεια και στη συνέχεια να δοθεί και η δυνατότητα στην Ολομέλεια, να κάνει αυτό που έκανε δια της επιλογής κάποιου.
Ένα δεύτερο στοιχείο που νομίζω ότι αποτελεί βασική πλημμέλεια του συγκεκριμένου νόμου, είναι το γεγονός ότι ο νόμος αυτός, δεν ορίζει τίποτα ακριβώς, σε σχέση με το ποιες είναι οι προϋποθέσεις, ποια είναι τα κριτήρια, πώς γίνεται η επιλογή αυτών, οι οποίοι θα κληρωθούν από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου των Εφετών.
Έχουμε δηλαδή ένα νομικό πλέγμα, το οποίο δεν ορίζει βασικά πράγματα, δεν δικαιολογείται. Και θα ήθελα να μου πει κάποια στιγμή το Δικαστήριο, να μου πει ποιος είναι εκείνος ο τρόπος, με τον οποίον εσείς, επιλέξατε, η Ολομέλεια δηλαδή όταν εννοώ εσείς, επιλέξατε εκείνους, οι οποίοι από τους 160, 170 εφέτες, θα τεθούν στην κληρωτίδα.
Έχω λοιπόν την άποψη και ως προς το σημείο αυτό, δεν ισχύουν οι προϋποθέσεις εκείνες, οι οποίες νομιμοποιούν την Ολομέλεια, αλλά δεν νομιμοποιείται και ο νόμος αυτός, ο 3090, εκ του γεγονότος ότι δεν ορίζει βασικά στοιχεία. Ποια είναι εκείνα; Τι εσείς λάβατε υπόψη; Λήφθηκε υπόψη η υγεία; Λήφθηκαν υπόψη οι γνώσεις; Λήφθηκαν υπόψη οι δυνατότητες που έχει ο καθένας; Η θέληση που έχει ο καθένας;
Ποια είναι εκείνα τα στοιχεία τα οποία εσείς κάποια στιγμή βάλατε κάτω, για να αποφασίσετε ποιοι θα είναι εκείνοι οι οποίοι θα σας εκπροσωπήσουν; Διότι όταν λέμε για μια σοβαρή δίκη, προφανώς μιλάμε για κάποιους οι οποίοι θα έχουν θα έχουν τη δυνατότητα να έχουν την εκπροσώπηση σ’ αυτή τη σοβαρή δίκη.
Έχω όμως και ένα άλλο αντίλογο, μια άλλη αντινομία υπάρχει πάνω σε αυτό το θέμα. Υπάρχει μια αντινομία, η οποία σαφώς δεσμεύει τα δικά σας τα όρια, ως δικαιοδοτικής λειτουργίας. Και δεσμεύει τα δικά σας τα όρια, με την έννοια την εξής: Ότι κάποια στιγμή, υπάρχουν κάποιοι άλλοι, οι οποίοι θεωρούν σήμερα, ότι δικάζονται από δικαστές σε όλα τα άλλα δικαστήρια, οι οποίοι εν πάση περιπτώσει δεν είχαν τις δυνατότητες εκείνες. Και υπάρχουν δυο βαθμίδες και δυο κατηγορίες δικαστών. Δικαστές οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να φέρουν σε πέρας μια δίκη σαν κι αυτή και δικαστές οι οποίοι πιθανόν, δεν έχουν τη δυνατότητα.
Εμείς ως υπερασπιστές, έχουμε την άποψη ότι όλοι οι Δικαστές του Εφετείου Αθηνών έχουν τη δυνατότητα, να λάβουν θέση σε μια τέτοια δίκη και να την διεκπεραιώσουν ακριβώς όπως πρέπει να την διεκπεραιώσουν. Όλες αυτές όμως οι πλημμέλειες τις οποίες ο νόμος αυτός ορίζει, νομίζω ότι διαμορφώνουν μια κατάσταση, η οποία πράγματι, παραβιάζει κάποιες αρχές συνταγματικές, οι οποίες είναι απαραίτητες για την τήρηση και την εφαρμογή κάποιου νόμου. Ποιες είναι λοιπόν αυτές οι αρχές, τις οποίες εμείς νομίζουμε ότι παραβιάζονται.
Η μια είναι η αρχή σαφώς του φυσικού δικαστή. Παραβιάζεται δηλαδή το ¶ρθρο 8 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει για τον φυσικό δικαστή. Όταν έρχεται ένας νόμος, ο οποίος δεν έχει συγκεκριμένη εξουσιοδότηση και λέει ότι ξέρετε, εγώ από τους 176 δικαστές τοποθετώ 40, έχουμε την άποψη ότι παραβιάζεται η αρχή του φυσικού δικαστή, λαμβανομένου υπόψη ότι ο κάθε κατηγορούμενος θα είχε αν θέλετε το δικαίωμα, να δικαστεί από έναν οποιονδήποτε απ’ αυτούς τους 176 δικαστές.
Δεν είναι όμως μόνο εκεί ο φόβος. Υπάρχει και κάποιος άλλος φόβος. Ήταν πράγματι, όπως είπε και ο κ. Οικονομίδης, μια τεράστια κατάκτηση η κλήρωση των δικαστών. Διότι παραφράζοντας, θα έλεγα ότι η γυναίκα του Καίσαρα, δεν πρέπει μόνο να είναι τίμια, αλλά και να φαίνεται κιόλας.
Ήταν λοιπόν μια τεράστια κατάκτηση αυτή. Σήμερα βγήκε ένας νόμος, ο οποίος στα σοβαρά λέει εγκλήματα και στα εκείνα κακουργήματα, όχι μόνο εγκλήματα, στα σοβαρά κακουργήματα και σε εκείνα τα οποία θα κρατήσουν αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, περιορίζει τον αριθμό στο 1/6.
Αύριο έχουμε τη δυνατότητα, να βγει ένας άλλος νόμος, ο οποίος να περιορίσει τη δυνατότητα παροχής προστασίας από τους δικαστές, στο 1/10, έτσι ούτως ώστε να φθάσουμε να κληρωθούν από 30, αύριο να κληρωθούν από 10 και στη συνέχεια να κληρωθούν από τους εξής 3, οι οποίοι είναι να τοποθετηθούν οι εξής 3, ούτως ώστε, κατακτήσεις οι οποίες θεωρήθηκαν πλέον δεδομένες και οι οποίες σε άλλες χώρες ήταν για μεγάλο χρονικό διάστημα ήδη τοποθετημένες και εκφραζόντουσαν και θεσμικά ακόμα, σήμερα να μην τις έχουμε εμείς. Θα σας πω αν θέλετε σε αυτό, γιατί είδα με κοιτάξατε κάπως?
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Θέλω να πείτε για κληρώσεις σε ποιες άλλες χώρες, είμαι περίεργος να το μάθω.
κ.ΒΛΑΧΟΣ: Απ’ ότι πληροφορήθηκα κληρώσεις γίνονται και στην Γαλλία.
Π. ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΗΣ: Και δεν ξέρω αν γίνονται στην Ιταλία, δεν ξέρω τι λέει το Αγγλοσαξονικό Δίκαιο, διότι δεν το ξέρω καθόλου. Αλλά δεν το ξέρω, ενόψει των ενόρκων και με ποιο τρόπο διορίζονται. Εκείνο όμως που θέλω να σας πω, είναι ότι και στη Γαλλία και νομίζω και στην Ιταλία γίνεται αυτό.
Πέραν τούτου όμως, εγώ δεν είμαι εραστής της ακολουθίας κάποιων άλλων συστημάτων. Εγώ θεωρώ, ότι από τη στιγμή που εμείς τοποθετούμαστε σε ένα θεσμό, ο οποίος προσδιορίζει μια διαφάνεια, μια δυνατότητα να μην έχει κανείς τη δυνατότητα να αντιλέξει σ’ αυτά, ότι αυτός ο θεσμός είναι τέτοιος και πρέπει να τον προασπίσουμε.
Έχω, λοιπόν, την άποψη, ότι εδώ φαλκιδεύεται το δικαίωμα αυτό το οποίο έχει όχι μόνο ο κατηγορούμενος, αλλά και ο καθένας, οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι. Όμως να το δούμε και λιγάκι διαφορετικά, να το δούμε και σε συνάρτηση με τη συγκεκριμένη δίκη.
Μην ξεχνάτε, ότι ο νόμος αυτός ψηφίστηκε 24/12/2002. Ψηφίστηκε δηλαδή όταν πλέον η πρόταση του κ. Εισαγγελέως είχε εισαχθεί στο Συμβούλιο το δικό σας και όλοι αυτοί οι άνθρωποι ήταν σίγουροι με βάση αυτή την πρόταση ή περίπου σίγουροι, ότι πράγματι θα έρχονταν ενώπιόν σας. Ψηφίστηκε δηλαδή έξι μέρες πριν βγει το συγκεκριμένο βούλευμα το οποίο τους παρέπεμψε.
Αυτό προσδιορίζει μια συγκεκριμένη δυνατότητα, μια συγκεκριμένη θέληση της Πολιτείας, ένα συγκεκριμένο τρόπο απονομής της δικαιοσύνης, ο οποίος αν θέλετε, τουλάχιστον αντικειμενικά, δεν αρμόζει σ’ αυτό που εμείς θεωρούμε δίκαιη δίκη.
Μπαίνει όμως και ένα άλλο θέμα που θα ήθελα να σας πω σε σχέση μ’ αυτό. Εκτός από την παράβαση του άρθρου 8 του Συντάγματος, θεωρώ ότι παραβλάπτεται και το άρθρο 4 του Συντάγματος που μιλάει για ισότητα και ίσα δικαιώματα.
Και όταν λέμε ίσα δικαιώματα, δεν εννοούμε μόνο αυτό, αλλά εννοούμε και οι νόμοι να είναι ίσοι απέναντι των Ελλήνων. Δεν μιλάμε μόνο ότι οι Έλληνες πρέπει να είναι ίσοι απέναντι του νόμου, αλλά και ο νόμος ο οποίος εφαρμόζεται πρέπει να είναι συγκεκριμένα ίσος απέναντι των Ελλήνων. Έχω, λοιπόν, την άποψη, ότι κι εδώ ενόψει του χρόνου στον οποίον ψηφίστηκε ο συγκεκριμένος νόμος υπάρχει σαφής παράβαση του άρθρου 4 του Συντάγματος.
Ένα άλλο στοιχείο που θέλω να θίξω εδώ είναι, ότι εδώ υπάρχει και παράβαση αν θέλετε της παραγράφου 1 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Και εκεί μιλάει για ανεξάρτητο δικαστή και εκεί μιλάει για το δικαστή ο οποίος τίθεται εκ των προτέρων και έχω την άποψη ότι και σ’ αυτό το σημείο ο νόμος αυτός πάσχει, διότι αντιμετωπίζει το θέμα αυτό χωρίς να λαμβάνει υπόψη του το άρθρο 6, όπως προαναφέραμε.
Πέραν τούτου όμως, θα ήθελα να σας πω και κάτι ακόμα τελειώνοντας. Κύριοι Δικαστές, είναι γεγονός, ότι η διάκριση των εξουσιών, η οποία έγινε με το άρθρο 26 του Συντάγματος και η οποία ισχύει εδώ και πάρα πολλά χρόνια σε όλα τα Συντάγματα, έχει ένα λόγο και η διάκριση αν θέλετε της δικαστικής λειτουργίας έχει ένα λόγο.
Η δικαστική λειτουργία δεν είναι τίποτα άλλο, αλλά μια προάσπιση των συμφερόντων του πολίτη. Είναι μια προάσπιση, ένα σταμάτημα αν θέλετε, ένας φραγμός στην κρατική αυθαιρεσία, στην κρατική εξουσία, σ’ αυτό που η εκτελεστική εξουσία πολλές φορές παράγει, έτσι ούτως ώστε να προσπαθήσει να ισορροπήσει το δικαίωμα του συνόλου με τα δικαιώματα, τα καθ’ έκαστο ατομικά δικαιώματα των ατόμων που αποτελούν αυτό το σύνολο.
Έχω, λοιπόν, την άποψη την εξής, ότι με την παρέμβαση αυτή, η οποία έγινε στις 24/12/2002, υπάρχει και μια προσβολή, αν θέλετε, του άρθρου 26 του Συντάγματος, η οποία ορίζει τις διακρίσεις των εξουσιών. Έχω την εντύπωση δηλαδή, ότι εδώ υπάρχει μια επιβολή αν θέλετε, μια εμπλοκή της νομικής εξουσίας στη λειτουργία της δικαστικής κι αυτό ενόψει του γεγονότος που όπως προείπα, ήδη εκείνη την στιγμή η υπόθεση ήταν ώριμη πλέον για να έρθει ενώπιόν σας.
Νομίζω, λοιπόν, ότι εξ αυτού του λόγου υπάρχει μια υπέρβαση εξουσίας και αν για οποιονδήποτε λόγο θα θεωρηθεί ότι αυτός ο νόμος είναι συνταγματικός, τότε υπάρχει μια υπέρβαση εξουσίας λαμβανομένου υπόψη ότι έχει παρέβη η νομοθετική εξουσία στη δικαστική και θα έλεγα ότι με την παρέμβαση αυτή έχουν απεμποληθεί δικαιώματα των κατηγορουμένων.
Τελειώνοντας θεωρώ ότι το άρθρο αυτό το οποίο καθόρισε τη σύνθεσή σας αυτή είναι σαφώς αντισυνταγματικό. Θέλω να πω, ότι έχετε εσείς τη δυνατότητα βέβαια σύμφωνα με το άρθρο 4 του ’93 να κοιτάξετε την αντισυνταγματικότητα αυτής στη συγκεκριμένη αυτή διάταξη και θεωρώ ότι η σύνθεση η οποία προήλθε εξ αυτού του νόμου, δεν είναι αυτή η οποία θα έπρεπε να είναι, χωρίς βέβαια αυτό να έχει καμία αιχμή για τα πρόσωπα των συγκεκριμένων δικαστών, παρά είναι ένα θεσμικό πλαίσιο το οποίο είμαστε υποχρεωμένοι από τη θέση αυτή να υπερασπίσουμε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ομολογώ ότι άκουσα μια επιχειρηματολογία τεκμηριωμένη και θα προβληματιστώ πάνω σ’ αυτά.
Π.ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΗΣ: Σας ευχαριστώ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Έχετε την καλοσύνη;
κ.ΜΥΛΩΝΑΣ: Ευχαριστώ κ. Πρόεδρε. Μυλωνάς, εκπροσωπώ τον κ. Τζωρτζάτο και δυστυχώς και εγώ θεωρώ ότι υπάρχει κακή σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου. Εννοείτε ότι συμμερίζομαι και εγώ ?
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Είστε συνήγορος του κυρίου;
κ. ΜΥΛΩΝΑΣ: Του κ. Τζωρτζάτου. Μυλωνάς ονομάζομαι.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κύριε Μυλωνά σας ξέρω; Φυσικά σας ξέρω, αλλά δεν θυμόμουνα τίνος είστε συνήγορος.
κ.ΜΥΛΩΝΑΣ: Του κυρίου Τζωρτζάτου. Ασχολούμαστε και οι δυο με την «ΕΣΔΑ›.
κ.ΜΥΛΩΝΑΣ: Φυσικά και συμμερίζομαι τις κρίσεις των δύο προηγουμένων συναδέλφων μου, ότι δεν υπάρχει καμία μομφή προσωπική εναντίον της παρούσας σύνθεσης. Ας μου επιτραπεί υποκειμενικά καθαρά να προσθέσω, ότι τυχαίνει προσωπικά να γνωρίζω την ιδιαίτερη επιστημονική γνώση του κ. Προέδρου, δεν είναι όμως αυτό το θέμα.
Είχαμε πει την προηγούμενη φορά, πριν από δύο μέρες, ότι δεν γεννάται θέμα προσωπικής ασφάλειας των κατηγορουμένων. Γεννάται όμως ένα θέμα νομικής ασφάλειας των κατηγορουμένων και δυστυχώς εδώ ο νομοθέτης έχει έρθει στις 24 Δεκεμβρίου του 2002, λίγο πριν ξεκινήσει αυτή η δίκη και παρεμβαίνει με τρόπο που νομίζω ότι παραβιάζει κατάφορα το άρθρο 8 παρ. 1 και το άρθρο 8 παρ. 2 του Συντάγματος.
Απλώς εισαγωγικά να θυμίσω, ότι στις 24 Δεκεμβρίου θεσπίζεται ο νόμος, στις 27 Δεκεμβρίου έχει κριθεί το παρόν βούλευμα και με δεδομένο ότι είναι πολυσέλιδο βούλευμα, μπορώ να θεωρήσω ίσως ότι στις 24 Δεκεμβρίου όταν ψηφίζεται ο νόμος οι τρεις δικαστές ?
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δημοσιεύεται, δεν ψηφίζεται 24 Δεκεμβρίου.
κ.ΜΥΛΩΝΑΣ: Τι είπατε;
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δημοσιεύτηκε τότε. Δεν ψηφίστηκε τότε κ. Συνήγορε.
κ.ΜΥΛΩΝΑΣ: Ναι, σωστό, δημοσιεύτηκε. Ωραία το διορθώνω, λοιπόν. Κατά τη χρονική στιγμή της δημοσίευσης του νόμου, θεωρώ ότι ήδη οι τρεις δικαστές του Συμβουλίου είχαν λάβει την απόφασή τους και θεωρώ ότι πρέπει να είχε γίνει και η διάσκεψη, εφ’ όσον έχει κριθεί στις 27. Αυτό όμως είναι ένα δευτερεύον θέμα, βέβαια αρκετά χαρακτηριστικό για τον τρόπο ίσως σκέψης της νομοθετικής εξουσίας.
Έρχομαι, λοιπόν, στο άρθρο 8. Για άλλη μια φορά καλείται το Δικαστήριό σας να κρίνει τη συνταγματικότητα κάποιων ζητημάτων που έχουν άμεση επίπτωση στην ομαλή πορεία της παρούσας δίκης.
¶ρθρο 8, παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος λέει: «Κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του τον δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος›. ¶ρθρο 8, παρ. 2 του Συντάγματος λέει: «Δικαστικές Επιτροπές και έκτακτα Δικαστήρια με οποιοδήποτε όνομα δεν επιτρέπεται να συσταθούν›. Θεωρώ, ότι στην παρούσα περίπτωση έχουμε παραβίαση και των δύο παραγράφων και θεωρώ ότι το παρόν Δικαστήριο με την τεχνική του Συντάγματος του όρου έννοια είναι ένα έκτακτο Δικαστήριο. Ας προσπαθήσω λίγο να τεκμηριώσω αυτή την άποψή μου.
Θα ξεκινήσω εισαγωγικά με μία φράση από ένα σύντομο, αλλά ενδιαφέρον άρθρο του Καθηγητή του Γεωργίου – Αλέξανδρου Μαγκάκη, έχει δημοσιευτεί στη δίκη το 1980, σελίδα 337 και 339 νομίζω. Από εδώ θα επικαλεστώ την φράση του: «Έτσι με την έναρξη μιας εκκρεμοδικίας θα είναι από πριν καθορισμένη η σύνθεση του δικαστηρίου με συγκεκριμένους δικαστές που θα δικάσουν την υπόθεση›. Αυτά επιτάσσει το άρθρο 8 κατά την άποψη του έγκριτου καθηγητού του κ. Μαγκάκη.
Βέβαια στη συγκεκριμένη περίπτωση, όταν ξεκίνησε η εκκρεμοδικία είναι προφανέστατο ότι υπήρχε άλλη ρύθμιση, ήταν κατοχυρωμένη η ρύθμιση της κλήρωσης των δικαστών, η οποία ανετράπη με την παρέμβαση της νομοθετικής ρύθμισης.
Πηγαίνω τώρα σε ένα λίγο μεταγενέστερο δημοσίευμα, είναι το δίτομο έργο του Καθηγητή Δατόγλου: «Συνταγματικό Δίκαιο – Ατομικά Δικαιώματα›, τόμος Β’, έκδοση του 1991 και παραθέτω δύο χωρία: Το πρώτο είναι από τη σελίδα 1221 του Β΄ τόμου. Διαβάζω κατά λέξη: «Το Σύνταγμα δεν κατοχυρώνει μόνο τον καθορισμό του αρμόδιου δικαστηρίου από γενικό και αφηρημένο νόμο, αλλά και τον καθορισμό των συγκεκριμένων δικαστών που απαρτίζουν εκάστοτε το δικαστήριο. Και ο καθορισμός αυτός πρέπει να γίνεται εκ των προτέρων κατ’ αντικειμενικές κατηγορίες υποθέσεων›.
Και έτσι το δεύτερο παράθεμα από το σύγγραμμα του κ. Δατόγλου, σελίδα 1224 του ίδιου τόμου, παραθέτω: «Τα επίσης απαγορευμένα έκτακτα δικαστήρια είναι μεν δικαστήρια κατά την έννοια του άρθρου 87, παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά συνιστώνται ή καθορίζεται η σύνθεσή τους ad hoc και ex post facto, για να δικάσουν δηλαδή μία συγκεκριμένη υπόθεση ή ένα συγκεκριμένο πρόσωπο μετά συνήθως την τέλεση της αξιόποινης πράξεως ή τη δημιουργία της διαφοράς›. Τέλος του παραθέματος.
Εδώ προσθέτω το δεδομένο, ότι η σύνθεση έχει καθοριστεί ακόμα και μετά την υποβολή της εισαγγελικής πρότασης για την παρούσα υπόθεση.
Ας μου επιτραπεί να πάω 50-55 χρόνια σχεδόν πιο πίσω και να επικαλεστώ ένα άλλο κλασικό σύγγραμμα, των αείμνηστων Καθηγητών: Σβώλου και Βλάχου: «Το Σύνταγμα της Ελλάδος – Ερμηνεία› Μέρος Α’, «Ατομικά Δικαιώματα›, τόμος Β’ Αθήναι 1955. Ας μου επιτραπεί να διαβάσω τέσσερα ή πέντε νομίζω αποσπάσματα.
Το πρώτο είναι στη σελίδα 117 του έργου. Σημειωτέον ότι και φυσικά τότε δεν είχε το Σύνταγμα του ’75, αλλά το άρθρο 8 του τότε ισχύοντος Συντάγματος είχε την ίδια διατύπωση. ¶ρα οι αναπτύξεις που παραθέτουν οι Σβώλος – Βλάχος, ισχύουν, αναφέρονται στο ίδιο νομικό καθεστώς.
Λένε, λοιπόν, σελίδα 117: «Οι εκ του άρθρου 8 «απαγορεύσεις στρέφονται όχι μόνον κατά της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας, αλλά και κατά της νομοθετικής›. Αυτό το λέω για να επισημάνω και πάλι, ότι πρόκειται για μία παρέμβαση της νομοθετικής εξουσίας που συνιστά όμως παραβίαση του άρθρου 8.
Ας πάμε τώρα στη σελίδα 120 του ίδιου έργου. Διαβάζω: «Της υπαγωγής εις τον τοιούτον δικαστή, εννοεί τον νόμιμο δικαστή, ουδείς κατ’ αρχήν επιτρέπεται να αποστερηθεί και να αποπληχθεί εν τη συγκεκριμένη περιπτώσει δια πράξεως διοικητικής, νομοθετικής ή και δικαστικής, εχούσης κατ’ ουσίαν ατομικό χαρακτήρα και οριζούσης άλλο όργανον εκ των υστέρων καθιστάμενον αρμόδιον για να επιληφθεί της υποθέσεως.
Παραλείπω μία φράση και συνεχίζω. Η άμεσος ή συγκεκαλυμμένη αφαίρεσις υποθέσεως ή προσώπου από της νομίμου ή φυσικής δικαστικής δικαιοδοσίας αντίκειται εις το άρθρο 8 του Συντάγματος, έστω και αν κατά τα λοιπά πρόκειται περί ομοίου δικαστηρίου (λ.χ. δεν δύναται η συγκεκριμένη δίκη να αφαιρεθεί της αρμοδιότητος του εις ο γενικώς κατά τον νόμο υπάγεται Πρωτοδικείου και να υπαχθεί εις άλλον Πρωτοδικείο ή εις άλλον πολιτικό δικαστήριο), έστω και εάν ήθελον τηρηθεί αι λοιπαί περί απονομής της δικαιοσύνης συνταγματικαί διατάξεις›.
Ένα σύντομο σχόλιο. Ακόμα και αν, όπως είναι προφανές, ως προς όλα τα άλλα τα σημεία είναι ένα δικαστήριο που έχει συγκροτηθεί τηρώντας όλες τις άλλες προϋποθέσεις, αρκεί αυτή η παρέμβαση του νομοθέτη για να διαπιστωθεί η παραβίαση του άρθρου 8.
Πηγαίνω στη σελίδα 128 του κλασικού έργου των Σβώλου – Βλάχου και διαβάζω τα εξής: «Ως προς βάθος της εννοίας του νομίμου δικαστού, ορθώς έχει παρατηρηθεί, ότι αύτη αναφέρεται και εις την συγκεκριμένη προσωπική σύνθεση του δικαιοδοτούντος οργάνου, η οποία επιτυγχάνεται τόσο ως προς τον τακτικό δικαστή –αυτό μας αφορά, στη συνέχεια αναφέρεται και στον ένορκο- δι’ ο και η απαγόρευση της αφαιρέσεως του νομίμου δικαστού σχετίζεται αμέσως προς την αρχή της σταθερότητος ή βεβαιότητος της συγκροτήσεως του δικαιοδοτικού οργάνου, είτε της εν συνόλω και εν ταις λεπτομερείαις τηρήσεως της εννόμου τάξεως ως προς αυτό›.
Νομίζω μόνο δύο ακόμα παραθέματα έχουν κάποιο νομικό ενδιαφέρον για την παρούσα υπόθεση. Το ένα είναι στη σελίδα 134-135 του ίδιου έργου. Διαβάζω και πάλι: «Εκ του συνδυασμού των δύο διατάξεων του άρθρου 8 του Συντάγματος συνάγεται ότι στέρηση του νομίμου δικαστού αποτελεί και η απλή αφαίρεση ορισμένης υποθέσεως από του γενικώς αρμοδίου δικαστηρίου, χωρίς να ιδρυθεί δι’ αυτήν έκτακτον δικαστήριον›.
Ας μου επιτραπεί εδώ ο σχολιασμός. Θεωρώ ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση που αξιολογούμε εν προκειμένω ουσιαστικά έχει προβλεφθεί για τη συγκεκριμένη δίκη και μόνο. Και όπως είπε και ο κ. Ρουμελιώτης, δεν υπάρχουν κάποια κριτήρια που να εξηγούν και να προσδιορίζουν την επιλογή του νομοθέτη.
Συνεχίζω όμως το παράθεμα από το έργο των Σβώλου – Βλάχου: «Κατά το συνηθεστέρον ορισμό κατ’ αρχήν το υπό του άρθρου 8, εδάφιον 2 του Συντάγματος απαγορευόμενον είναι πάν δικαστήριον μη εκ των προτέρων υπό του νόμου γενικώς επί ορισμένη δικαιοδοσία και αρμοδιότητι ιδρυμένον, αλλά προσωρινώς και αυθαιρέτως, ad hoc, εκ των υστέρων συνιστώμενον (ιδίως μετά την τέλεση αξιοποίνου πράξεως) προς εκδίκασιν ορισμένης υποθέσεως ή ορισμένου προσώπου ή προσώπων δυναμένων να προσδιοριστούν ατομικώς εκ των προτέρων δια αποστερήσεως ούτω του ατόμου εν τη συγκεκριμένη περιπτώσει από του νομίμου αυτού δικαστού.
Δεν είναι ανάγκην δια να χαρακτηριστεί ως έκτακτο το δικαστήριο να ευρίσκεται απλώς εκτός του κύκλου των δικαστηρίων της τακτικής δικαιοδοσίας, διότι δύναται και τακτικής δικαιοδοσίας δικαστήριο να καταστεί έκτακτο εις συγκεκριμένη περίπτωση συντρεχόντων των όρων του εκτάκτου›.
Ένα μικρό σχόλιο εκ μέρους μου. Φυσικά και είστε ένα τακτικό Δικαστήριο, δεν μιλάμε για Στρατοδικείο ή για εξαιρετικά δικαστήρια, όμως βάση του ανωτέρω παραθέματος των Σβώλου – Βλάχου, ακόμα και σ’ αυτή την περίπτωση τίθεται θέμα παραβίασης του άρθρου 8 παρ. 2.
Φτάνω στο τελευταίο απόσπασμα που θα επικαλεστώ από το έργο των Σβώλου – Βλάχου και βεβαίως δεν θα επικαλεστώ άλλα αποσπάσματα.
Είναι στη σελίδα 147 του ιδίου τόμου: «Συμπεραίνονται, προσθέτομεν, ότι τα έκτακτα δικαστήρια διαφέρουν των ειδικών, διότι δεν συνιστώνται ως αρμόδια δια πάσαν υπόθεση μιας και της αυτής βάσει κοινών προσωπικών ή αντικειμενικών χαρακτηριστικών ιδιαιτέρας κατηγορίας, αλλά ιδρύονται δι’ ειδικής διατάξεως, δι’ ατομικώς ορισμένη υπόθεση ή διορισμένο αριθμόν τοιούτων υποθέσεων, είτε πρόκειται περί νέου, είτε περί υπάρχοντος δικαστηρίου τακτικού ή ειδικού καθισταμένου εκτάκτως αρμοδίου δια την συγκεκριμένη περίπτωση›. Τέλος του παραθέματος.
Θα σας πω για άλλη μια φορά, αναφέρθηκα στις σελίδες: 117, 120, 128, 135 και 147 του κλασικού έργου των Σβώλου – Βλάχου «Το Σύνταγμα της Ελλάδος – Ερμηνεία›, τόμος Β’ «Ατομικά δικαιώματα›.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Αν έχετε φωτοτυπίες αυτών των σελίδων, θα σας παρακαλούσα.
κ.ΜΥΛΩΝΑΣ: Κύριε Πρόεδρε, έχω το ίδιο το βιβλίο.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Όχι.
κ.ΜΥΛΩΝΑΣ: Μπορώ να σας φέρω όμως.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Αν έχετε την καλοσύνη αύριο το πρωί, να τα δούμε, γιατί τώρα που να βρω εγώ αυτή την ώρα ...
κ.ΜΥΛΩΝΑΣ: Μπορώ να σας το φέρω, βεβαίως.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Όταν θα πάω στο σπίτι μου, δεν το έχω αυτό το βιβλίο στο σπίτι μου, το παλιό δηλαδή, το καινούργιο το έχω βέβαια από το Δατόγλου που είπατε, το έχω στο σπίτι μου, το παλιό δεν το έχω.
κ.ΜΥΛΩΝΑΣ: Ίσως ακούγεται βαρύ, ότι θεωρώ το Δικαστήριό σας έκτακτο δικαστήριο υπό τον όρο του άρθρου 8. Νομίζω όμως, ότι είναι νομικά τεκμηριωμένο και γι’ αυτό συνειδητά δεν επικαλέστηκα κάποιες δικές μου σκέψεις, αλλά υιοθέτησα τις σκέψεις –επιτρέψτε μου να πω- ενός κολοσσού του Συνταγματικού Δικαίου που ήταν ο Αλέξανδρος Σβώλος και επικουρικά αυτά που λέει ένας άλλος έγκριτος καθηγητής, ο κ. Δατόγλου.
Θεωρώ, λοιπόν, ότι η παρέμβαση της νομοθετικής εξουσίας, σας αναγκάζει εάν υιοθετήσετε το δικό μου σκεπτικό, να θεωρήσετε ότι το συγκεκριμένο Δικαστήριο που είναι ένα τακτικό Δικαστήριο, στην παρούσα υπόθεση όπως έχει συντεθεί είναι ένα έκτακτο δικαστήριο, κάτι που απαγορεύεται από το άρθρο 8, παρ. 2 του Συντάγματος.
¶ρα νομίζω ότι βάση των επιχειρημάτων που ανέπτυξα, μπορείτε να καταλήξετε στο νομικό συμπέρασμα, ότι η σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, δηλαδή η κλήρωση όχι από το σύνολο των εκλεκτών Εφετών που υπηρετούν στο Εφετείο Αθήνας, οι οποίοι είναι και πάρα πολλοί, 170 – 180 νομίζω, αλλά μόνο από ένα περιορισμένο κομμάτι, χωρίς να υπάρχουν συγκεκριμένα κριτήρια, αυτή λοιπόν η εφαρμογή του νόμου που παρενέβαλε η νομοθετική εξουσία όταν ήδη είχε τοποθετηθεί ο κ. Εισαγγελέας και ήδη ουσιαστικά είχε διασκεφθεί το Συμβούλιο για να παραπέμψει τους κατηγορουμένους, συνιστά μια παραβίαση του ¶ρθρου 8, την οποία εσείς υποχρεούστε να διαπιστώσετε, να κρίνετε και να καταλήξετε στα νόμιμα συμπεράσματα και να πάρετε την απόφαση ότι η παρούσα σύνθεση είναι κακή και δεν είναι η νόμιμη. Ευχαριστώ πολύ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Νομίζω μετά από σας μπορούμε να διακόψουμε, έστω και για δέκα λεπτά νωρίτερα.
(Διαλογικές Συζητήσεις)
ΩΡΑ ΛΗΞΗΣ: 15:52