Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

1991-10-24 Προς Ράπτη για Τσετίν

1991-10-24 Προς Ράπτη για Τσετίν


Επαναστατική Οργάνωση 17 ΝΟΕΜΒΡΗ

Αθήνα 24-10-91

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΝ ΠΑΜΠΛΟ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΠΕΡΙ ΠΡΟΒΟΚΑΤΟΡΩΝ

Είναι γνωστό ότι η ιδιότητα του επαναστάτη, ιδίως όταν πρόκειται για πρώην, δεν σου επιτρέπει να θεωρείς τον εαυτό σου ανεξέλεγκτο και να τοποθετήσαι υπεράνω της κριτικής.

Ο κ. Μιχάλης Ράπτης, τον οποίο σε περσινό μας κείμενο χαρακτηρίζαμε σαν αγωνιστή που αφιέρωσε τη ζωή του στην επανάσταση αλλά με τον οποίο διαφωνούμε, με δύο πρόσφατες επεμβάσεις του στα μαζικά μέσα ενημέρωσης, τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς ποδηγέτησης-θεμέλια του καθεστώτος, παραβίασε τους στοιχειώδεις κανόνες και αρχές της επαναστατικής δεοντολογίας και ηθικής.

Αρχές τις οποίες γνωρίζει και σέβονταν μέχρι τώρα τουλάχιστον όσο αφορά τη 17Ν.

Γνωρίζουμε βέβαια ότι η σκευωρία-κατηγορία εναντίον του σαν αρχηγού της 17Ν του έχει δημιουργήσει ορισμένες μικροπεριπέτειες, που είναι πράγματι μικρές για οποιονδήποτε θέλει να λέγεται επαναστάτης. Οι φόβοι του όμως πιστεύουμε ότι είναι υπερβολικοί. Γνωρίζει καλά ότι κανένας, και κυρίως οι διάφορες μυστικές υπηρεσίες CIA ΕΥΠ κλπ που βρίσκονται πίσω απ' τον Μπότσαρη, δεν πιστεύει ότι είχε επαφή, έχει καμιά σχέση με τη 17Ν. Αλλού στοχεύουν και μάλιστα διπλά. Στο να τους αποκαλύψει με λεπτομέρειες το παρελθόν του και τις σχέσεις του, πιστεύοντας ότι μπροστά στο πλήρες σημερινό σκοτάδι κάποια αχτίδα φωτός μπορεί να φανεί, και δεύτερον να στρατευτεί κι αυτός ενεργά στον αγώνα ενάντια στη 17Ν.

Ν' αποφανθεί αυτός, ένας επαναστάτης, πρώην γραμματέας της 4ης Διεθνούς κι όχι οι διάφοροι Ριζο-Βότσηδες, ότι η 17Ν δεν είναι γνήσια επαναστατική οργάνωση αλλά προβοκατόρικη, όργανο των μυστικών υπηρεσιών. Τον πρώτο στόχο δεν ξέρουμε αν τον πέτυχαν, τον δεύτερο όμως σίγουρα τον πέτυχαν.

Ο κ. Μ.Ρ. γνωρίζει καλύτερα από μας όλα αυτά, κατά συνέπεια δεν μπορεί πια ν' απαιτεί από μας, στο επίπεδο της κριτικής, καμιά επιείκεια για αυτήν του την πρακτική. Στα κυριότερα ζητήματα που θίγει στο άρθρο του θα πάρει την απάντηση που του αρμόζει.

Απαραίτητη προϋπόθεση για οποιονδήποτε διάλογο και κριτική είναι ο σεβασμός των απόψεων του αντιπάλου και η μη διαστρέβλωση τους. Αυτόν τον απαράβατο όρο ο Μ.Ρ. τον παραβίασε κατάφωρα, για να μπορέσει να στηρίξει εναντίον μας τη βασική του κατηγορία, για εθνικισμό. Αυτό που δεν τόλμησε ο πιο αντιδραστικός, ο χειρότερος εχθρός μας, το έκανε αυτός, ο επαναστάτης.

Χάλκευσε και μας απέδωσε τη θέση: «η Τουρκία στο σύνολο της, του χθες, του σήμερα, του αύριο, πρέπει να αντιμετωπιστεί με τόσο ευτελή μέσα (εννοεί την εκτέλεση)» κι ότι πρέπει «να εκτελούμε τον οποιοδήποτε Τούρκο», συμπεριλαμβάνοντας έτσι και τον Τούρκο τουρίστα ή τον Τούρκο φυγάδα, που εργάζεται στη χώρα μας.

Περιττό να πούμε ότι μια τέτοια θέση είναι αυθαίρετα χαλκευμένη από το Μ.P., είναι χοντροκομένη και συνειδητή διαστρέβλωση των απόψεων μας, γιατί αποκλείεται να μην έχει διαβάσει τα κείμενα μας. Εμείς πάντως τον προκαλούμε να παρουσιάσει πού, είτε στο τελευταίο είτε σε οποιοδήποτε άλλο κείμενο, έχουμε γράψει αυτές τις φράσεις.

Αντίθετα εμείς γράφουμε στην τελευταία μας προκήρυξη:

«Θα συνεχίσουμε να χτυπάμε όλους όσους κατέχουν επίσημη θέση στο τούρκικο πολιτικοστρατιωτικό σύμπλεγμα και έτσι έχουν συγκεκριμένες ευθύνες για όλα τα εγκλήματα ενάντια στον κυπριακό ελληνισμό, μέχρις ότου αποχωρήσει ο τελευταίος Τούρκος στρατιωτικός από την Κύπρο, μέχρις ότου επιστρέψουν όλοι οι Κύπριοι πρόσφυγες στα κατεχόμενα χωριά και σπίτια τους. ... Επαναλαμβάνουμε ότι η ενέργεια μας δεν κατευθύνεται, ενάντια στον Τούρκικο λαό, αλλά ενάντια στη φασιστική πολιτική του τούρκικου πολιτικο-στρατιωτικού συμπλέγματος της οποίας άλλωστε θύμα είναι ο ίδιος ο Τούρκικος λαός».

Και στην προκήρυξη του Ιούλη, για την ενέργεια ενάντια στον Τούρκο επιτετραμμένο, τη διευθύνουσα σύμβουλο και το σωματοφύλακα-οδηγό, γράφαμε: «Τους χτυπήσαμε γιατί όλοι αυτοί, με τη θέση που κατέχουν στο διπλωματικό κλάδο του πολιτικο-στρατιωτικού συμπλέγματος της Τουρκίας, έχουν συγκεκριμένη και άμεση ευθύνη για όλα τα εγκλήματα του ενάντια στον κυπριακό ελληνισμό, στον κουρδικό λαό και τον ίδιο τον τουρκικό λαό. Τονίζουμε με ιδιαίτερη έμφαση ότι η ενέργεια μας δεν κατευθύνεται εναντία στον τουρκικό λαό, αλλά ενάντια στη φασιστική πολιτική του τούρκικου πολιτικο-στρατιωτικού συμπλέγματος της οποία άλλωστε πρώτο θύμα είναι ο ίδιος ο τούρκικος λαός. Απευθύνουμε θερμό αγωνιστικό χαιρετισμό στις τούρκικες οργανώσεις ένοπλης αντίστασης και στις κουρδικές αντάρτικες οργανώσεις, που αγωνίζονται ένοπλα μέσα στην Τουρκία, για την απελευθέρωση του Κουρδιστάν».

Κατά συνέπεια ο Μ.P., για να μας αποδώσει την αυθαίρετη κατηγορία του εθνικισμού, διέπραξε μια κακοήθεια ολκής, μια ατιμία, μια λαθροχειρία, στηριζόμενος σε ένα συνειδητό ψέμα. Πρακτικές που είναι ανάξιες ενός αγωνιστή και για τις οποίες θα πρέπει να ντρέπεται.

Όσον αφορά την ουσία θα επαναλάβουμε εν συντομία τη θέση μας. Όταν ένα κράτος και συγκεκριμένα το Τούρκικο έχει διαπράξει ένα έγκλημα, την κατάληψη κυπριακού εδάφους, αφήνοντας κατά μέρος τα σημερινά του εγκλήματα ενάντια στους Κούρδους και τον ίδιο τον τούρκικο λαό, όσοι στελεχώνουν αυτό το κράτος σε επίσημες θέσεις, μεταξύ άλλων στο διπλωματικό σώμα, έχουν συγκεκριμένη ευθύνη γι' αυτό το έγκλημα, εφ' όσον διαιωνίζεται με τη συνέχιση της κατοχής και την επιδίωξη λύσης ουσιαστικής διχοτόμησης.

Η θέση ότι για τα συλλογικά εγκλήματα διαρκείας των κρατών ευθύνονται μόνον όσοι τα αποφάσισαν και όσοι τα εκτέλεσαν, δεν αντέχει σε καμία λογική εξέταση, είναι καθαρά αντιδραστική, ενώ η ιστορική εμπειρία μας λέει ότι συγκρούεται με τη θέληση του λαού μας.

Είναι η θέση του στιγμιαίου, που θεώρησε υπεύθυνους για τη δικτατορία τη μικρή ομάδα Παπαδόπουλου και αθώωσε όλους τους υπουργούς, ανώτατους κρατικούς λειτουργούς, όλους τους επίσημους που στήριξαν και στελέχωσαν τη δικτατορία, θέση που επιβλήθηκε από τον Καραμανλή και που αποδοκιμάστηκε από τη συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού.

Αλλωστε, αν ίσχυε μια τέτοια θέση, είναι φανερό, ότι ο οποιοσδήποτε εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας θάταν αδύνατος. Με ποιο δικαίωμα π.χ. ο Βιετναμέζος αγωνιστής θα πυροβολούσε και θα σκότωνε έναν Αμερικάνο φαντάρο, κληρωτό επί πλέον, που δεν θα είχε καμιά ευθύνη —ακόμη λιγότερη απ' αυτήν ενός διπλωμάτη— αφού αυτός θα εκτελούσε διαταγές των ανωτέρων του. θα έπρεπε να καταδιώκουν τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, τους υπουργούς και τους στρατηγούς, που αποφάσισαν το έγκλημα της στρατιωτικής επέμβασης.

Τέλος και επειδή ο Μ.Ρ. επανέλαβε το ψέμα ορισμένων πρωταθλητών της δημοσιογραφικής αγυρτείας, ότι ο Τούρκος διπλωμάτης ήταν τελείως ασήμαντος, οφείλουμε να σταθούμε σ' αυτό που όλος ο εξωνημένος τύπος απέκρυψε επιμελώς απ' τον κόσμο, που αγνοεί την πρακτική των διπλωματικών αποστολών. Τα γραφεία τύπου και οι ακόλουθοι τύπου των πρεσβειών έχουν πάρα πολύ σημαντική αποστολή. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για το Γραφείο Τύπου της τούρκικης πρεσβείας στην Αθήνα, αφού ο κύριος στόχος της είναι η προπαγάνδιση, στις ξένες αποστολές και στη χώρα, της αναγκαιότητας της εισβολής, της κατοχής και της λύσης-διχοτό-μησης που επιδιώκουν, η αντιμετώπιση των ελληνοκυπριακών επιχειρημάτων και η δικαιολόγηση των διεκδικήσεων τους σε βάρος της χώρας.

Εδώ καταστρώνεται και οργανώνεται όλη αυτή η προπαγάνδα ενώ παράλληλα είναι κέντρο συλλογής όλων των πληροφοριών που αφορούν Ελλάδα και Κύπρο. Η δουλειά των γραφείων Τύπου είναι πολύ πιο σημαντική απ' αυτή πολλών διπλωματών με ηχηρούς τίτλους. Γι' αυτό, το σύνολο σχεδόν των στελεχών τους είναι πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών της χώρας τους, ενώ πολλοί παράλληλα συνεργάζονται στενά με μεγάλες δυτικές ή ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες.

Κατά συνέπεια η αποστολή που είχε ο Τούρκος ακόλουθος Τύπου κάθε άλλο παρά ασήμαντη ήταν, χωρίς να μας ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση αν ήταν επίσημα πράκτορας ή όχι. Ολα αυτά βέβαια τα γνωρίζει πολύ καλά ο Μ.Ρ. αλλά τα αποσιώπησε.

Από την κατηγορία περί εθνικισμού μέχρι αυτή περί πρακτόρων και διασυνδέσεων δεν υπάρχει παρά μισό βήμα απόσταση, την οποία ο επαναστάτης Μ.Ρ. δεν μπορούσε παρά να καλύψει αυθωρεί.

Τι συναρπαστικό θέαμα αυτό όλου του θιάσου επί σκηνής, από τον πατριάρχη της φαυλότητας Μητσοτάκη, το χρεοκοπημένο σοσιαλιστή Παπανδρέου, τους αξιοθρήνητους αριστερούς συνασπισμένους ή μη, τους Ριζο-Βότσηδες και στην αριστερή πλευρά τον γεμάτο ακόμη τσιρότα Πάμπλο, ν' αναρριχάται παραμερίζοντας τον Μπότσαρη και τον Τσεβά, κραυγάζοντας «κι εγώ, κι εγώ», να ψάλλουν όλοι μαζί και σε όλους τους τόνους, το χιλιοτραγουδισμένο τροπάρι της προβοκάτσιας ενάντια στον «ελληνισμό και την ορθοδοξία».

Τι ρίγη συγκίνησης, από την επιτευχθείσα επί τέλους πολυπόθητη συναίνεση. Δεν μένει παρά η εφαρμογή της μεγαλοφυούς ιδέας-πρότασης του Μ.P., η οικοδόμηση μετώπου από όλες τις δημοκρατικές και προοδευτικές δυνάμεις, για την αντιμετώπιση της επερχόμενης δικτατορίας (!!!) και συνακόλουθα της 17Ν, αφού είναι όργανο των μυστικών υπηρεσιών.

Αλλά ας σοβαρευτούμε. Πέρα απ' την ξύλινη γλώσσα υπάρχει η πολύ πιο επίφοβη ξύλινη σκέψη. Βασικό όργανο-μοχλός της είναι η έννοια «προβοκάτσια». Μπροστά της ωχριούν όλες οι θεωρίες, τα δόγματα, οι ισμοί, αφού αναλύει τα πάντα, λύνει όλα τα προβλήματα, εξηγεί τα ανεξήγητα.

Βγάζει ασπροπρόσωπους όλους τους εξωνημένους, φαύλους και αλητήριους. Σ' αυτήν κατέφυγε ο πολιτικός κόσμος και ο τύπος, για να το πετύχουν, για να κρύψουν τις ενοχές και τον πανικό τους, για να δώσουν μια «εξήγηση».

Κι αυτή τη φορά όμως, μην έχοντας υπολογίσει τα γεγονότα που θα τους διέψευδαν οικτρά, ξεσκεπάστηκαν σαν παραμυθάδες. Μια προβοκάτσια του επιπέδου της εκτέλεσης ενός διπλωμάτη, μετά μάλιστα την απόπειρα του Ιούλη ενάντια στον Τούρκο επιτετραμμένο και τη διευθύνουσα σύμβουλο, αν υποθέσουμε ότι προέρχεται από μυστικές υπηρεσίες, δεν μπορεί παρά να έχει σαν στόχο-απάντηση σημαντικές βίαιες ενέργειες της Τουρκίας σε βάρος της Ελλάδας. Αυτό λέει η ιστορική εμπειρία. Οι προβοκάτσιες των χιτλερικών στα Γερμανο-Πολωνικά σύνορα για να δικαιολογήσουν την εισβολή στην Πολωνία. Το βίαιο επεισόδιο στον κόλπο του Τονκίνου, για να δικαιολογηθεί η αμερικάνικη επέμβαση και οι βομβαρδισμοί στο Βόρειο Βιετνάμ.

Τι ακολούθησε όμως την εκτέλεση του Τούρκου διπλωμάτη από πλευράς Τουρκίας; Απολύτως τίποτε. Ακόμη περισσότερο και σε διάψευση όλων των προβλέψεων του εξωνημένου πολιτικού κόσμου και τύπου, η αντίδραση της Τουρκίας ήταν από ήπια μέχρι υποτονική. Στην προκειμένη περίπτωση λοιπόν, η σοβαρότητα των δύο ενεργειών και η ανυπαρξία έμπρακτης απάντησης-εκμετάλλευσής τους από την Τουρκία, τα ίδια τα γεγονότα διαψεύδουν παταγωδώς τα περί προβοκάτσιας των μυστικών υπηρεσιών.

Παρ' ότι, όπως έχουμε πει στο παρελθόν, γενικά δεν αποκλείεται μια ένοπλη σύγκρουση, περιορισμένη χρονικά, ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία, εν τούτοις στην παρούσα χρονική περίοδο, κατά την οποία έγιναν οι δύο βίαιες ενέργειες μας, κάτι τέτοιο αποκλείεται. Τα όσα ισχυρίζεται ο Μ.P., περί ενδεχόμενου πολέμου μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας σαν συνέπεια της εκτέλεσης, δείχνουν απλά ότι τα θεωρητικά του εργαλεία —όπως το έχουμε πει και πέρυσι— δεν του επιτρέπουν πια να κάνει καμιά σοβαρή πολιτική ανάλυση της κατάστασης.

Η αντίδραση της Τουρκίας ήταν αυτή ακριβώς πούχουμε προβλέψει. Η αντίδραση του ένοχου-θύτη, που δέχεται ένα χτύπημα, έστω περιορισμένο, από το θύμα του και κάνει το κορόιδο, γιατί είναι ισχυρότερος, γνωρίζει ότι αυτά είναι απόρροια του εγκλήματος του και δεν τον συμφέρει να κάνει τίποτε. Η αντίδραση του πολιτικού κόσμου και του τύπου είναι αυτή του συνενόχου, που τάχει κάνει πλακάκια με το θύτη, που ξέρει ότι η ενέργεια λειτουργεί υπέρ των ελληνοκυπριακών θέσεων και κάνει πανικόβλητος σαν τα μικρά παιδιά: Δεν είμαι εγώ, δεν τόκανα εγώ, προβοκάτσια ανθελλήνων.

Οι ίδιες οι ενέργειες τέλος λειτουργούν υπέρ των Ελληνικών και Κυπριακών θέσεων αντίθετα με όσα υποστηρίχτηκαν. Γιατί, αυθόρμητα και χωρίς κανένα κείμενο, φέρνουν στο μυαλό του καθενός τη σκέψη, που όλοι κάνουν αλλά κανείς δεν λέει: η τούρκικη αδιαλλαξία στην Κύπρο οδηγεί σ' αυτές τις ενέργειες. Η κατοχή και η συνέχιση της είναι οι αιτίες.

Αυτή τη σκέψη του κοινού ανθρώπου προσπάθησε να αποτρέψει και να συσκοτίσει η Βουλή, με την περιβόητη πρώτη της συνεδρίαση την αφιερωμένη στην 17Ν, προκαταλαμβάνοντάς τον με τη δημιουργία ψευδών εντυπώσεων περί προβοκάτσιας. Ταυτόχρονα όμως αυτή υπήρξε μια έμμεση ομολογία του φόβου του πολιτικού κόσμου, ομολογία ότι αναγνωρίζει, ότι η μόνη πραγματική αντιπολίτευση είναι η 17Ν κι ότι τόσο οι πράξεις της όσο και ο λόγος της είναι οι μόνες αξιόπιστες και πρέπει να καταπολεμηθούν αποφασιστικά από την πρώτη κιόλας συνεδρίαση.

Τέλος το γεγονός ότι η κατηγορία περί προβοκάτορας προέρχεται και από το Μ.Ρ. μας προκαλεί ορισμένες μελαγχολικές σκέψεις. Επί δεκαετίες ολόκληρες, οι διάφοροι τροτσκιστές κι ανάμεσα τους και ο Πάμπλο υπέφεραν τα πάνδεινα και θεωρούνταν, από τους σταλινικούς, προβοκάτορες και πράκτορες του εχθρού. Να έρχεται λοιπόν σήμερα, που κατάρευσαν τα σταλινικά καθεστώτα και η σταλινική ιδεολογία, ένας τροτσκιστής ή πρώην με πείρα δεκαετιών και να υιοθετεί τη σταλινική μεθοδολογία, είναι κι αυτό δείγμα της πλήρους ιδεολογικής σύγχυσης που επικρατεί, ενώ δεν αποκλείεται νάναι επιβεβαίωση της θέσης για κοινό ιδεολογικό υπόβαθρο, το σταλινοτροτσκισμό (ιδίως αν αναλογιστούμε τις θέσεις του Τρότσκι του 18 για στρατιωτικοποίηση της εργασίας και στη δεκαετία του 20 για τη βίαια κολεκτιβοποίηση, μπροστά στις οποίες ωχριούσαν οι σταλινικές θέσεις).

Περνώντας στο ζήτημα της «τρομοκρατίας», παρατηρούμε κι εδώ σύγχυση ανεξήγητη εκ πρώτης όψεως, για έναν πεπειραμένο επαναστάτη σαν το Μ.Ρ. Κατ' αρχήν δεν είναι η «τρομοκρατία», έννοια που επέβαλαν οι δυτικές μυστικές υπηρεσίες, αλλά η ένοπλη επαναστατική πάλη ή τα ένοπλα αντάρτικα, που χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα κυρίως του Τρίτου Κόσμου, στην πάλη ενάντια σε δικτατορικά καθεστώτα και στην πάλη σε κοινοβουλευτικά δημοκρατικά καθεστώτα, όπως λέει. Η τρομοκρατία είναι είδος αυτής της ένοπλης πάλης και μπορεί να υπάρχει ακόμη και στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα. Είναι τυφλές ενέργειες, χωρίς συγκεκριμένο ανθρώπινο στόχο, κυρίως σε πολυσύχναστους χώρους, μαγαζιά, καφενεία, δρόμους, σταθμούς κλπ. και που στοχεύουν κυρίως στο μαζικό εκφοβισμό και τρόμο. Επειδή λοιπόν μας είναι αδιανόητο, πώς αυτός, ένας επαναστάτης, μας χαρακτηρίζει τρομοκράτες και τη δράση μας τρομοκρατία, θα του θυμίσουμε, τι είναι τρομοκρατία.

Γύρω στο 55, το ΕΑΜ της Αλγερίας, που αγωνίζονταν ένοπλα ενάντια στη γαλλική αποικιοκρατία και το οποίο βοηθούσε υλικά τότε ο Πάμπλο και με το οποίο συνεργάζονταν στενά, κατέφυγε στην τρομοκρατία, βάζοντας βόμβες στα τυφλά, σε καφετέριες όπου σύχναζαν μόνο Γάλλοι και κυρίως νεαροί και σε γήπεδα ποδοσφαίρου, σε κερκίδες με Γάλλους θεατές. Χτυπώντας δηλαδή «οποιονδήποτε Γάλλο». Αυτές είναι ενέργειες τυφλής τρομοκρατίας, τις οποίες ποτέ δεν διανοήθηκε να πραγματοποιήσει η 17Ν. Όταν λοιπόν ο Μ.Ρ. μας κατηγορεί για τρομοκρατία και για πρωτόγονο εθνικισμό, φαίνεται ότι ξέρει καλά για τι μιλάει.

Πάμε τώρα κάτω, όπου ο Μ.Ρ. μας κατηγορεί για μικροαστούς. Σαν πρώην παράνομος και επαναστάτης, γνωρίζει καλά, ότι καμιά συζήτηση δεν μπορεί να γίνει δημόσια, για τον τρόπο δουλειάς και την εσωτερική λειτουργία της 17Ν. θα μπορούσε να στηρίξει αυτή την κατηγορία του στην στοιχειωδώς σοβαρή μελέτη των κειμένων μας, πράγμα που, όπως είπαμε πιο πάνω, δεν επιθυμεί, θα μπορούσε ίσως να επιχειρήσει να τη στηρίξει στη σοβαρή μελέτη της πολιτικής πρακτικής των Ερυθρών Ταξιαρχιών, αφού η Ιταλία πλησιάζει περισσότερο προς τη χώρα μας, παρ' ότι κάθε χώρα είναι μια διαφορετική περίπτωση, αλλά δεν το κάνει.

Η κατηγορία του λοιπόν δεν είναι μόνο αυθαίρετη και αστήριχτη αλλά, όταν προέρχεται από τον Μ.Ρ. Πάμπλο, είναι και όλως διόλου κωμική. Ποιος μας κατηγορεί για μικροαστούς; Ένας άνθρωπος που δεν δούλεψε πολιτικά, με έστω δέκα εργάτες, σε κάποιο μαζικό χώρο. Που δεν εκλέχθηκε από κανένα μαζικό σώμα και διορίσθηκε από τα πάνω, από τον Τρότσκι, γραμματέας της 4ης Διεθνούς. Μια Διεθνή που διηύθυνε γραφειοκρατικά με διαταγές από το κέντρο. Μια Διεθνή που φιλοδοξούσε να ξεσηκώσει το παγκόσμιο προλεταριάτο ενάντια στους σταλινικούς, διορίζοντας, από τα πάνω, τμήματα της σε κάθε χώρα αποτελούμενα από 2-3 άτομα ξεκομμένα τελείως από κάθε μαζική πολιτική δουλειά. Που απέτυχε οικτρά, λόγω κυρίως αυτής της μικροαστικής και υπεργραφειοκρατικής λειτουργίας της.

Μας κατηγορεί για μικροαστούς ένας άνθρωπος που ακόμη και οι σύντροφοι του, μετά τις αλλεπάλληλες διασπάσεις, κατηγορούσαν για τον μικροαστικό τρόπο δουλειάς του, λέγοντας ότι δούλευε μόνο μέσω των προσωπικών σχέσεων με προσωπικότητες. Πολλές από τις οποίες, σαν γόνοι τζακιών και «αρχαιόπλουτοι», προσπαθούσαν, μέσω της επανάστασης, να «διασκεδάσουν την πεζότητα της ζωής τους». Και που εξ αιτίας αυτού κυρίως του λόγου, οι διάφοροι ηγέτες των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων και άλλων αριστερών οργανώσεων, για τους οποίους επαίρεται ο Μ.Ρ. ότι είναι φίλοι του, δεν μιλούσαν γι' αυτόν με τα καλύτερα λόγια. Η κατηγορία του λοιπόν αυτή μόνο γέλια μας προκαλεί.

Μας κατηγορεί για μαοϊκούς. Πρέπει να σημειώσουμε εδώ, ότι αυτή η κατηγορία, σε ένα ορισμένο χώρο τροτσκιστογενών, είναι η πιο βαρεία ύβρις, αφού σημαίνει σταλινικός. Όπως και η αντίστοιχη κατηγορία του τροτσκιστή στο χώρο των σταλινικών είναι εξ ίσου ύβρις, αφού σημαίνει πράκτορας του κεφαλαίου. Καταφεύγοντας λοιπόν σ' αυτήν την κατηγορία ο Μ.Ρ. αφ' ενός υιοθετεί κι εδώ τη σταλινική πρακτική της αντιμετώπισης του διαφωνούντα με αυθαίρετες εττικέτες-ρετσινιές κι αφ' ετέρου δείχνει την αναχρονιστική κι αδιόρθωτη προσήλωση του στα ξεπερασμένα δόγματα του σταλινο-τροτσκισμού, που δεν του επιτρέπουν πια καμιά σοβαρή ανάλυση. Δεν είναι τυχαίο, ότι ένα τόσο σοβαρό κοινωνικό φαινόμενο για τους επαναστάτες όσο αυτό των Ερυθρών Ταξιαρχιών σε δυτικό κοινοβουλευτικό καθεστώς, το αποφεύγει όπως ο διάβολος το λιβάνι, ενώ όσοι το επιχείρησαν με αυτά τα εργαλεία δεν μπόρεσαν παρά, σαν τον Μ.P., να πάνε πιο πέρα απ' το να χαρακτηρίσουν τους Ερυθροταξιαρχίτες, οι μεν τροτσκιστές οι δε μαοϊκούς.

Τη χρεοκοπία του σταλινοτροτσκισμού εξέφρασε αποκαλυπτικά ένα στέλεχος των κομμουνιστών πρόσφατα λέγοντας: είχαμε απαντήσεις για όλα τα προβλήματα αλλά μας άλλαξαν τις ερωτήσεις. Οι λύσεις που επιχείρησε να δώσει ο φασισμός σε συγκεκριμένα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο καπιταλισμός στο μεσοπόλεμο, δίνονται σήμερα τελείως διαφορετικά, σ' ένα διαφορετικό καπιταλισμό, μέσα στα πλαίσια αυτού του κοινοβουλευτισμού. Κι αν χρειαστεί εκτροπή, αυτή θάναι προσωρινή και βραχυχρόνια, με άμεση επιστροφή στη συνταγματική νομιμότητα.

Η ανάλυση συνεπώς δεν μπορεί να γίνει σήμερα με γνώμονα τις απαντήσεις που έδωσε ο Λένιν, για τον κοινοβουλευτισμό των αρχών του αιώνα, γιατί είναι τελείως διαφορετικός. Είναι «άλλη ερώτηση». Και όταν γίνεται με τα ξεπερασμένα θεωρητικά εργαλεία του σταλινο-τροτσκισμου, όπως το κάνει ο Μ.P., καταλήγει σε γελοιότητες πρώτου μεγέθους: Όπως η θέση του, ότι υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα κίνδυνος δικτατορικών εκτροπών, ακόμη και «φασιστικών»,

Και ότι σε μια σημερινή Ελλάδα, όπου δεκάδες κοινωνικά προβλήματα και άμεσης επιβίωσης μαστίζουν και συνθλίβουν καθημερινά, μέχρις απόγνωσης, τα πλατιά στρώματα των εργαζομένων, η λύση δίνεται από το δόγμα της Αγίας Τριάδας, συγγνώμη, το «πλατύ μέτωπο των δημοκρατικών και προοδευτικών δυνάμεων, για τη διαφύλαξη του δημοκρατικού πλαισίου και για να μην πάμε ταχύτερα προς τη δικτατορία». (!)

Αν ο Μ.Ρ. έβγαινε λίγο από το γνωστό «τρίγωνο της αμαρτίας» της πλατείας Κολωνακίου και κυκλοφορούσε σε πιο λαϊκές -γειτονιές, θ' αντιλαμβάνονταν, ότι αυτό που του είπαν κάποιοι «σοβαροί πολίτες»: «λυπούμαστε αληθινά που δεν είσαστε ο αρχηγός» θα του τόλεγαν εκατοντάδες άλλοι και θ' αντιλαμβάνονταν, ότι η υποστήριξη της 17Ν από τον κόσμο είναι πολύ μεγαλύτερη απ' όση θα μπορούσε να φανταστεί. Γιατί αυτός ο κόσμος ξέρει, ότι η 17Ν είναι η μόνη πολιτική δύναμη που αγωνίζεται πραγματικά για τα προβλήματα του, η μόνη που δεν έχει χρεοκοπήσει και η μόνη αντιπολίτευση. Ένα και μόνο παράδειγμα αρκεί. Αν σήμερα και μετά από σχεδόν ενάμιση χρόνο, με μια κυβέρνηση τελείως εξωνημένη, έτοιμη να ξεπουλήσει τα πάντα σε χαριστικές τιμές στους ημέτερους, βιομηχανίες, δημόσιες επιχειρήσεις, βραχονησίδες κλπ., αυτές οι «ιδιωτικοποιήσεις»-ξεπούλημα δεν έχουν προ-γωρήσει σχεδόν καθόλου μέχρι σήμερα, αυτό οφείλεται, όπως γνωρίζουν όλοι οι παροικούντες στην Ιερουσαλήμ, κατά κύριο λόγο στη 17Ν και στη δράση της και δευτερευόντως σε αυθόρμητες μαζικές κινητοποιήσεις εργαζομένων, έξω από τα συνδικάτα και κόμματα.

Ακόμη λοιπόν κι αν αυτό ήταν το μόνο μας επίτευγμα —που κάθε άλλο παρά είναι— η δράση μας θάταν δικαιωμένη, θάμασταν απόλυτα ικανοποιημένοι και θα ενθαρρυνόμαστε για να την αναπτύξουμε ακόμη περισσότερο.

Τελειώνοντας θα προσθέταμε, ότι, παρ' ότι διαφωνούμε στη λύση που έδωσε ο Λαφάργκ στο γνωστό πρόβλημα, το διάβασμα του άρθρου του Μ.Ρ. μας έβαλε σε σοβαρές σκέψεις, με αποτέλεσμα να αμφιβάλουμε πια, κατά πόσο και η δική του λύση είναι η σωστή.

Επαναστατική Οργάνωση 17 ΝΟΕΜΒΡΗ
Αθήνα 24-10-91