Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

Επιστολή Κουφοντίνα και Γουρνά στο Ποντίκι

«Το νομοσχέδιο για τις φυλακές δη­μιουργεί τα ελληνικά Γκουαντάναμο. Οι έγκλειστοι σε αυτές τις ειδικού τύ­που φυλακές:

♦ Στερούνται όλα τα δικαιώματα των άλλων φυλακισμένων (άδειες, ανα­στολές κ.ά.).
♦ Περιορίζονται (σχεδόν μηδενίζο­νται) τα επισκεπτήρια και οι τηλεφω­νικές επικοινωνίες.
♦ Παραμένουν κλεισμένοι στα κελιά ακόμα και 23 ώρες το εικοσιτετρά­ωρο.
♦ Μπαίνει σε αυτές τις φυλακές ειδική αστυνομία με απόρρητες αρμοδι­ότητες και εξουσίες.

Αυτό το ασφυκτικό καθεστώς κρά­τησης παραπέμπει στο αμερικανικό Γκουαντάναμο. Το νομοσχέδιο αυτό του Σαμαρά, του Δένδια και του Αθα­νασίου είναι φασιστικής έμπνευσης και κοπής. Είναι έκφραση του κρά­τους μόνιμης έκτακτης ανάγκης. Εί­ναι το αντίστοιχο μνημόνιο για τους κρατούμενους.

Η μικροκοινωνία των φυλακισμέ­νων δεν θα έμενε αλώβητη από την ολομέτωπη επίθεση στην ελληνική κοινωνία. Την ώρα που σε παγκόσμια κλίμακα ο νεοφιλελεύθερος καπιταλι­σμός για να ξεπεράσει την κρίση του καταπατεί κατακτήσεις δεκαετιών, εφαρμόζει στην ελληνική κοινωνία την πιο απάνθρωπη εκδοχή αυτής της στρατηγικής.

Η στρατηγική αυτή δεν αφήνει βαλβίδες αποσυμπίεσης, αντίθετα συμπιέζει, εκτός από την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, κάθε επιθυ­μία για αντίσταση. Αυτή τη λογική εκ­φράζει και το νομοσχέδιο για τις φυ­λακές: δημιουργεί το φόβητρο των φυλακών Τύπου Γ. Φόβητρο για τους φυλακισμένους, αλλά και ολόκληρη την αγωνιζόμενη κοινωνία. Πρώτος στόχος του νομοσχεδίου είναι η απο­μόνωση των πολιτικών κρατουμένων. Πρότυπό του είναι το μοντέλο που οι­κοδομήθηκε για τους συλληφθέντες για τη 17Ν το καλοκαίρι του 2002.

Σκοπός του είναι να νομιμοποιήσει και να μονιμοποιήσει ένα παρόμοιο καθεστώς απομόνωσης. Να μη φτά­νει ο λόγος των πολιτικών κρατουμέ­νων στην κοινωνία που αναζητά αντισυστημικές κατευθύνσεις. Όμως, όπως το 2002 οι αγώνες των φυλακισμένων και του κινήματος αλληλεγ­γύης ανέτρεψαν αυτούς τους σχεδι­ασμούς, ανατρέποντας την πολιτική απομόνωση, έτσι θα γίνει και τώρα.

Καλούμε όλους τους πολιτικούς κρατούμενους, τους αγωνιζόμενους κρατούμενους, το κίνημα αλληλεγ­γύης, την αγωνιζόμενη κοινωνία να ενώσουν τη φωνή και τη δράση τους, για να μην περάσει το φασιστικό νομοσχέδιο. Ο Αγώνας αυτός είναι κομμάτι του αγώνα ενάντια στα μνη­μόνια που διαλύουν ολόκληρη την κοινωνία.

ΥΓ.: Το νομοσχέδιο εφαρμόζεται στις φυλακές πριν ακόμα ψηφιστεί. Το κόψιμο των αδειών, το κλείσιμο κάθε βαλβίδας αποσυμπίεσης, οδηγούν ήδη σε τραγικά αποτελέσματα: το μα­χαίρι στο Μαλανδρίνο κρατούσαν οι τρεις εμπνευστές του νομοσχεδίου».

Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

Συνέντευξη στην Εφημερίδα των Συντακτών

Όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα:

«Ο παλιός παράνομος Αντώνης μου έκλεινε συνωμοτικά το μάτι»

Ο Δημήτρης Κουφοντίνας εξηγεί στην «Εφ.Συν.» πώς και γιατί έγραψε το βιβλίο του και δίνει απαντήσεις στους επικριτές του - «Για μένα, φυλακή δεν είναι το κελί, το υπόγειο, το τσιμέντο, τα σίδερα. Φυλακή είναι η απάρνηση, η προδοσία, ο διαχωρισμός...» .


Ο Δημήτρης Κουφοντίνας εξηγεί στην «Εφ.Συν.» πώς και γιατί έγραψε το βιβλίο του και δίνει απαντήσεις στους επικριτές του

«Για μένα, φυλακή δεν είναι το κελί, το υπόγειο, το τσιμέντο, τα σίδερα. Φυλακή είναι η απάρνηση, η προδοσία, ο διαχωρισμός. Αυτό είναι που πονά. Η φυλακή είναι ένα αναμενόμενο, ένα “φυσικό” ενδεχόμενο για τον παράνομο. Ενα “ατύχημα” πάλης των τάξεων. Φυλακή για μένα ήταν το μη αναμενόμενο: η προδοσία συντρόφων και ιδεών»

Της Κατερίνας Κατή

Δύο χρόνια, από τον Ιούνιο του 2011 μέχρι τον Απρίλιο του 2013, ο Δημήτρης Κουφοντίνας ήταν ο μοναδικός ένοικος της πτέρυγας… στα υπόγεια των ειδικών κελιών…

Μοναδική του παρέα «η γάτα μας, η Ρόζα».

Εκείνη την περίοδο «της μεγάλης απομόνωσης, στην καρδιά της, στην κορύφωση της μοναξιάς, το καλοκαίρι του 2012», ξεκίνησε να γράφει το βιβλίο, η έκδοση του οποίου προκάλεσε οξεία πολιτική αντιπαράθεση, με τη Νέα Δημοκρατία να επαναλαμβάνει τα περί σχέσεως της Αριστεράς με την τρομοκρατία εστιάζοντας στον Νίκο Γιαννόπουλο που επιμελήθηκε και προλόγισε το βιβλίο, και με μερίδα μεγάλων Μέσων Ενημέρωσης να εγκαλεί τον συγγραφέα αλλά και τον εκδοτικό οίκο που τόλμησε να το εκδώσει.

Ελάχιστες ημέρες από την κυκλοφορία του, το βιβλίο του Δημήτρη Κουφοντίνα «Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη» ήδη έχει εξαντληθεί και πάει για δεύτερη έκδοση.

«Κομμάτι της αλήθειας»

Για το περιεχόμενό του έχουν γραφτεί πολλά, από πολλούς. Για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες κυοφορήθηκε μέσα στην απομόνωση του κελιού, τις εσωτερικές διεργασίες του συγγραφέα, που κάποια στιγμή, μετά από ένα ισχυρό σωματικό σοκ, το άφησε για περίπου ένα χρόνο, αλλά και για την επιλογή να γράψει το συγκεκριμένο «κομμάτι της αλήθειας», μιλάει ο ίδιος στην «Εφ.Συν.».

Τόσο χρόνια, μας λέει, «το είχα μέσα μου, πίεζε να βγει. Οσο πάλευα με τα κλασικά εργαλεία των ιστορικών να τιθασεύσω το έντυπο υλικό που άπλωνε σιγά σιγά και γέμιζε όλο το κελί, τόσο πιο πολύ πίεζε να βγει. Στα χειρόγραφα στα οποία ταξινομούσα αντικειμενικά, ιστορικά γεγονότα, σταθμούς και ρεύματα, στο περιθώριό τους σημείωνα μια φράση, μια εικόνα από τα παλιά που ανάβλυζε. Ο παλιός παράνομος Αντώνης έλεγε το λογάκι του, έκλεινε συνωμοτικά το μάτι, διεκδικούσε τον χώρο του».

• Και πώς πήρε τελικά την απόφαση;

Απλώς «μια ξάγρυπνη νύχτα παραμέρισα έντυπα και χειρόγραφα, άνοιξα μια γωνία στο πλαστικό τραπέζι, άνοιξα τη δίοδο να βγει ο συμπιεσμένος ατμός, ξημέρωσε, μεσημέριασε, ξαναβράδιασε και εγώ συνέχισα να γράφω».

Ο Δημήτρης Κουφοντίνας έγραφε, έσβηνε με μπλάνκο, ξανάγραφε τις σελίδες.

«Το πιο δύσκολο είναι με τις μεταφράσεις, λέει, που δεν μπορείς να υποχρεώσεις τον “δαχτυλογράφο” του εκδοτικού οίκου να παιδεύεται με τα χειρόγραφά σου. Το πρώτο βιβλίο που μετέφρασα το έγραψα τρεις φορές. Κοντά 2.000 χειρόγραφες σελίδες συνολικά. Χειροτεχνία. Μανουφακτούρα».

Εγραφε νύχτα κυρίως, μέχρι το χάραμα. Αλλά και πρωί, απόγευμα. Συνέχεια…

«Μέχρι να παραλύσει το χέρι απ’ το σφίξιμο του στιλό. Ή να παραφορτιστεί το μυαλό κι η καρδιά».

• Γιατί στο χέρι; τον ρωτάμε αφελώς.

«Δεν έχουμε κειμενογράφο. Το υπουργείο το θεωρεί διαβολικό εργαλείο, θέλει να μας σωφρονίσει με τις παλιές μεθόδους. Το αποτέλεσμα είναι ένα χειρόγραφο όλο σβησίματα, παραπομπές, πυκνή γραφή ανάμεσα στις αράδες. Πραγματικά η Αννα, η Αρια, ο Νίκος, ο άλλος Νίκος έκαναν μεγάλη προσπάθεια να βγάλουν άκρη. Και η Αγγελική, βεβαίως, παρ’ ότι από σεμνότητα δεν θέλει να αναφέρω τη συμβολή της, πολύτιμη και αναντικατάστατη, που δίχως αυτήν δεν θα ’χε βγει το βιβλίο αυτό».

• Πόσο κράτησε η γραφή;

«Ολο σχεδόν το καλοκαίρι του 2012. Σταμάτησα τον Σεπτέμβριο, όταν με κάλεσαν μάρτυρα υπεράσπισης οι σύντροφοι του Επαναστατικού Αγώνα. Αρχές Σεπτεμβρίου του 2012».

• Γιατί σταμάτησε τότε;

«Ηταν ένα ισχυρό σωματικό σοκ, ένας δραστικός βομβαρδισμός στις αισθήσεις. Είχα δέκα χρόνια να βαδίσω τόσες δεκάδες μέτρα, απ’ το υπόγειο κελί μέχρι τη διπλανή αίθουσα του δικαστηρίου. Χρόνια να δει το μάτι σε ευθεία μεγαλύτερη από τα 18 μέτρα του προαυλίου. Η κατάμεστη αίθουσα μου φάνηκε επίπεδη, από τις δύο διαστάσεις της ξαφνικά ξεκόλλησε μια φιγούρα, ο Κώστας Γουρνάς, με αγκάλιασε. Ο πρόεδρος, η μια δικαστής, ο εισαγγελέας με άκουγαν προσεκτικά, ξανάζησα λίγο τις δικές μας δίκες. Φεύγοντας, συνθήματα. Χαιρέτησα με τη γροθιά».

Υστερα «το άφησα κοντά ένα χρόνο. Ενδιάμεσα έκανα μεταφράσεις, το άφηνα να ωριμάζει μέσα μου. Επειτα ανήμερα 17 Νοέμβρη 2013 το ξανάπιασα και με εξοντωτικούς ρυθμούς το τελείωσα μέσα σε τρεις μήνες. Ουσιαστικά όμως το δούλευα μέχρι την παραμονή, πριν μπει στο τυπογραφείο».

• Ζήτησε μια πρώτη γνώμη για το χειρόγραφο;

«Η πρώτη γραφή ήταν γύρω στις 160 χειρόγραφες σελίδες. Συνοπτική, πυκνή, συμπυκνωμένη. Την έστειλα σε τρεις συντρόφους. Ρωτούσα τη γνώμη τους. Επρεπε να συνεχίσω; Να επεκταθώ στο ίδιο πνεύμα; Δεν ξέρω αν θα ήθελαν να αναφέρω τα ονόματά τους. Δεν νομίζω να έχουν πρόβλημα, όμως δεν τους έχω ρωτήσει».

• Ποιες ήταν οι εσωτερικές διεργασίες κατά τη γραφή;

«Για μένα, φυλακή δεν είναι το κελί, το υπόγειο, το τσιμέντο, τα σίδερα. Φυλακή είναι η απάρνηση, η προδοσία, ο διαχωρισμός. Αυτό είναι που πονά. Η φυλακή είναι ένα αναμενόμενο, ένα “φυσικό” ενδεχόμενο για τον παράνομο. Ενα “ατύχημα” πάλης των τάξεων. Σαν το ατύχημα του εργάτη, του οικοδόμου στη σκαλωσιά. Φυλακή για μένα ήταν το μη αναμενόμενο: η προδοσία συντρόφων και ιδεών».

Στην αρχή, ο Δημήτρης Κουφοντίνας είχε ξεκινήσει να γράφει την ιστορία της μεταπολιτευτικής ένοπλης πάλης.

«Τελικά, μ’ αυτό το βιβλίο έδωσα μια συμβολή σ’ αυτή την ιστορία».

Εξηγεί ότι δεν έδωσε το βιβλίο που αρχικά σχεδίασε, κυρίως γιατί «μέσα από τη φυλακή δεν είχα πρόσβαση στις πηγές που ήθελα. Ξεκινώντας από τα σώματα των εφημερίδων, περνώντας στα έντυπα και τα βιβλία, και φτάνοντας στις πηγές της προφορικής μας ιστορίας. Ομως δεν έχω παραιτηθεί από αυτήν την ιδέα».

• Λες, τον ρωτήσαμε, δεν θα πω την αλήθεια ολόκληρη, όμως ό,τι πω θα είναι αλήθεια. Με ποια κριτήρια λες αυτά και όχι άλλα;

«Προφανώς -απαντά- όλη την αλήθεια τη λέει ένας απόμαχος, ένας συνταξιούχος. Στα εγγονάκια του ή στον επίμονο ιστορικό που θα τον αναζητήσει στα βαθιά γεράματα. Αλλά και πάλι δεν θα πει τα πάντα, πολλά θα τα πάρει μαζί του, έτσι πρέπει.

Για μένα αποκλειστικό κριτήριο είναι πώς θα συμβάλω όσο μπορώ, ως διαρκώς δρων πολιτικό ον, στη συζήτηση, στις διεργασίες για την αυτογνωσία και την προοπτική του κινήματος. Ιδιαίτερα σήμερα που γύρω η χώρα διαλύεται, ο λαός καταστρέφεται και είναι επείγουσα ανάγκη ένας σηκωμός».

Για τον θόρυβο, την οξεία πολιτική αντιπαράθεση που προκάλεσε το βιβλίο, για το οξύμωρο αυτοί που τον χαρακτηρίζουν ποινικό να χρησιμοποιούν το βιβλίο για πολιτική αντιπαράθεση με την Αριστερά, απαντά:

«Η κοινωνική σύγκρουση»

«Διαχρονικά η εξουσία, οι κυρίαρχοι, δημιουργούν πάντοτε την εικόνα ενός δαιμονικού τέρατος για να ξορκίσουν και να καταστείλουν τη λαϊκή εξεγερτικότητα. Απελάτες, κλέφτες, συμμορίτες, τρομοκράτες, είναι μερικά από αυτά τα ονόματα. Που όμως η λαϊκή ψυχή τα αντιστρέφει. Πιστεύει στα σοβαρά κανείς ότι είμαστε απλοί ποινικοί; Οσο για την πολιτική αντιπαράθεση, το βιβλίο δεν είναι απλώς αφορμή γι’ αυτήν, είναι αιτία. Δεν κρύβει καμία οίηση αυτό. Η ουσία ενός τέτοιου βιβλίου είναι η κοινωνική σύγκρουση, πυρήνας του βιβλίου, η ιδεολογική πάλη. Αυτό που ζητούν από την Αριστερά δεν είναι η καταδίκη του βιβλίου, είναι η καταδίκη της δυναμικής υπεράσπισης των λαϊκών συμφερόντων. Αυτό που πρέπει να απαντήσει η Αριστερά στους ταξικούς επικριτές της είναι ότι δεν μπορούν αυτοί να χρησιμοποιούν όλα -μα όλα, τα πιο βίαια και τρομοκρατικά- τα μέσα εναντίον του λαού και η Αριστερά να μη διατηρεί το δικαίωμα να απαντήσει με τα μέσα που θεωρεί κάθε φορά πρόσφορα για να υπερασπίσει τα λαϊκά συμφέροντα, να σώσει τον λαό από την καταστροφή, τη δουλοπαροικία. Αυτός είναι ο ιστορικός της ρόλος. Το αντίθετό θα ήταν ιστορική προδοσία».

«Α, εντελώς άσχετα», λέει καθώς τελειώνει την κουβέντα μας, «μόλις έμαθα ότι οι βουλευτές ψήφισαν την άρνηση του αναδρομικού “πόθεν έσχες” για τους ίδιους. Αλήθεια, τι έγινε με εκείνες τις περιβόητες λίστες; Ή τη λίστα Χριστοφοράκου; Ή τη φυγάδευση του Καραβέλα;».

Κυριακή, 9 Μαρτίου 2014

Η συνέντευξη που ζήτησε το "Βήμα", λογοκρίθηκε και δημοσιεύτηκε στο "Χωνί"

Εισαγωγή της εφημερίδας:


Ο Δημήτρης Κουφοντίνας είναι το πρόσωπο των ημερών.

Η κυκλοφορία του βιβλίου του, «Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη», από τις εκδόσεις Λιβάνη έσκασε σα βόμβα. Κάποιοι μίλησαν για «ματωμένα χρήματα», άλλοι «αναγούλιασαν», όμως ο κόσμος έσπευσε στα βιβλιοπωλεία, εξαντλώντας τα 10.000 αντίτυπα της πρώτης έκδοσης μέσα σε λίγες ώρες.
Ο επιχειρησιακός αρχηγός της 17Ν, της οργάνωσης που σημάδεψε τη μεταπολίτευση όσο καμία άλλη, παραμένει έγκλειστος στις φυλακές Κορυδαλλού επί 12 έτη. Γράφοντας μέσα από το κελί, βρέθηκε πάλι στο επίκεντρο της επικαιρότητας. Τόσο, που ακόμη και η εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη -ό,τι πιο συστημικό έχει να… επιδείξει το ελληνικό μιντιακό κατεστημένο- σκίστηκε για να εξασφαλίσει την πρώτη και αποκλειστική συνέντευξη του φυλακισμένου συγγραφέα. Και την εξασφάλισε Μόνο που, μετά… άλλαξε γνώμη! Και, λίγο πριν το κλείσιμο της εφημερίδας, κατά τις 8μ.μ της Παρασκευής ενημέρωσε ότι δεν προτίθεται να δημοσιεύσει τη συνέντευξη γιατί -λέει- «δεν έχει να πει τίποτε καινούριο»!
Το ΧΩΝΙ δημοσιεύει το πλήρες κείμενο της συνέντευξης, ώστε να κρίνουν οι αναγνώστες αν ο Δημήφης Κουφσντίνας λέει «κάτι καινούριο». Αν αυτός ήταν ο πραγματικός λόγος που ΤΟ ΒΗΜΑ, αφού κίνησε γη και ουρανό για να εξασφαλίσει την πρώτη συνέντευξη του συγγραφέα, αποφάσισε τελικά να μην τη δημοσιεύσει Να πετάξει, δηλαδή οτον κάλαθο των άχρηστων μια αδιαμφισβήτητη δημοσιογραφική επιτυχία, μετά το ντόρο όλων των τελευταίων ημερών.


 Γιώργος Χριστοφορίδης

Ακολουθεί η συνέντευξη:


■ Κυκλοφόρησε το βιβλίο σας και από την πρώτη ματιά, από το εξώφυλλο ήδη ξεκίνησε ο προβληματισμός και δέχεστε σφοδρές επικρίσεις. Σας κατηγορούν ότι ήδη από το εξώφυλλο επιχειρείτε «καπηλεία» ιστορικών γεγονότων με μεγάλη σημασία. Τι έχετε να πείτε;



- Συγκινητικό ίο ενδιαφέρον των επικριτών μου για την ιστορία των αγώνων αυτού του τόπου. Και γεννιέται η απορία, τόσο πολύ, τόσοι πολλοί από τους επικριτές μου εμπνέονται ξαφνικά από τον ένοπλο αγώνα του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ και από την εξέγερση του Νοέμβρη;

Ας βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους. Για μένα το εξώφυλλο του βιβλίου συμβολίζει τη συνέχεια του αγώνα, νοιώθω παιδί αυτών των αγώνων. Οι επικριτές μας ας μείνουν αυτό που είναι, παιδιά των ταγματασφαλιτών, των εκοφιτών, αυτών που στήριξαν με άμεσο και έμμεσο τρόπο τα αυταρχικά καθεστώτα της πρόσφατης ιστορίας και απολαμβάνουν διαχρονικά τους καρπούς των κόπων τους.


■ Μίλησαν πολύ για επιδίωξη προσωπικού κέρδους από το βιβλίο και κάποιοι μίλησαν για «ματωμένα χρήματα».



- Ναι είναι «ματωμένα» τα χρήματα της δικής μας πλευράς. Για τους αδύναμους, τους άνεργους, τους νέους που πλημμύρισαν τα βιβλιοπωλεία, όπου σε λίγες ώρες εξαντλήθηκαν τα 10.000 αντίτυπα της πρώτης έκδοσης, αυτά τα 15 ευρώ της τιμής, στις συνθήκες της κρίσης, αντιπροσωπεύουν κόπο και αίμα.

Απέναντι μας υπάρχουν τα πραγματικά αιματοβαμμένα  χρήματα: Των πάμπλουτων -μέσα στην κρίση- ανεπάγγελτων, μεγάλων πολιτικών οικογενειών. Της ΛΜΑΤ που θησαυρίζει και τώρα ακόμη, απομυζώντας και την τελευταία σταγόνα αίματος της κοινωνίας, και που μπορεί, σε καιρό κρίσης, να διαθέτει τα κλεμμένα για να απεργάζεται τα επόμενα σχέδια κατά του λαού και να αμείβει μέσα στα άλλα πλουσιοπάροχα τους τηλεαστέρες επικριτές μας που την υπηρετούν.
Οσο για το «προσωπικό κέρδος», όταν ύστερα από 12-14 μήνες προκύψει κάτι από συγγραφικά δικαιώματα, αυτά τα χρήματα θα χρησιμεύσουν για να στηρίξουν λίγο τις οικογένειες των πολιτικών κρατούμενων, που οι άνθρωποι τους καταδιώκονται, στοχοποιούνται, αποκλείονται από την πρόσβαση σε δουλειά και υποφέρουν.


■ Γιατί επιλέξατε τις εκδόσεις Λιβάνη: Γιατί δεν βάλατε το βιβλίο σας στο Internet ας πούμε;



- Πρώτα απ” όλα να πω ότι αγαπώ τα βιβλία σαν τέτοια. Το βιβλίο είναι όμορφο να μπορείς να το κρατάς, να το χαϊδεύεις, να το ξεφυλλίζεις. Αρα, δεν θα επέλεγα το Internet.

Οσο για την επιλογή του έκδοτη, όπως έχετε δει, στα 10 τελευταία χρόνια συνεργάστηκα σαν μεταφραστής και σε (άτυπη) επιμέλεια βιβλίων με διάφορους μικρούς εκδοτικούς οίκους, που με στήριξαν και με τίμησαν και τιμώ το θάρρος τους να βγάλουν τα βιβλία τους με το όνομά μου.
Αυτό το βιβλίο ήταν βέβαιο ότι θα δεχόταν μια λυσσαλέα επίθεση. Και το κόστος μιας τέτοιας επίθεσης θα μπορούσε να συντρίψει ένα μικρό εκδοτικό εγχείρημα, που είναι εκτεθειμένο στο μένος των εχθρών μας. Ενας εκδοτικός οίκος σαν τον Λιβάνη θα μπορούσε να πάρει ένα τέτοιο ρίσκο χωρίς να συντριβεί. Αυτός ήταν ο λόγος που απευθύνθηκα στον Λιβάνη, που ήδη από παλιά είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον και ανταποκρίθηκε θετικά και αυτήν τη φορά.
Πρέπει όμως εδώ, να σας αποκαλύψω και κάτι ακόμη: συμβαίνει να μας έχει συνδέσει μια παλιά γνωριμία με τον οίκο Λιβάνη. Με τον Ηλία Λιβάνη καθόμασταν σε διπλανά θρανία, μαθητές, όταν πηγαίναμε μαζί στο 5ο Γυμνάσιο Εξαρχείων!


■ Τι θα λέγατε: Εχουν δίκιο αυτοί που επικρίνουν την έκδοση αυτού του βιβλίου;



- Ο,τι υπάρχει στο βιβλίο είναι αλήθειες που τεκμηριώνονται με δικαστικές αποφάσεις και εισαγγελικά πορίσματα και με αδιάψευστα στοιχεία που αναδείχθηκαν και στη δίκη.

Να σας θυμίσω ακόμη ότι όλα αυτά τα χρόνια, δημοσιεύτηκαν δεκάδες φορές άρθρα και συνεντεύξεις μου σε εφημερίδες κάθε τύπου και τα περισσότερα σε έντυπα του αστικού φάσματος του Τύπου. Και τα περισσότερα (αν όχι όλα) ήταν με αίτημα των εκδοτών. Τότε βέβαια δεν ήταν τόσο βαθιά η κρίση δεν τα έπαιζαν όλα για όλα, τόσο πολύ όσο σημερα.
Ακούστε, τα μνημόνια κάνουν αναγκαία την ανάλογη μνημονιακή «δημοκρατία»: που θα καίει σωρούς τα επαναστατικά βιβλία, όπως τα φασιστικά καθεστώτα που είχαν ανακύψει μετά τη μεγάλη κρίση το 1929. Που θα καταδιώκει, όχι μόνον αυτούς που τα γράφουν αλλά και αυτούς που τα διαβάζουν.
Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι οι πιο εξέχοντες τηλεεπικριτές μας μόλις μέχρι πριν από λίγους μήνες κόπτονταν για τη δημιουργία μιας «σοβαρής» Χρυσής Αυγής!
Ξέρετε, η ιδεολογική καταστολή είναι βασικό μνημονιακό προαπαιτούμενο.


■ Τι θα είχατε να πείτε για την σημερινή κατάσταση και το ρόλο της Αριστεράς σημερα στην Ελλάδα;



- Τα βλέπουμε, τα ζούμε. Φωνάζαμε από το 1985, από το 2008 μιλώ συνεχώς με άρθρα και συνεντεύξεις για αυτά που φαινόταν ότι έρχονται. Για την απόλυτη κοινωνική και εθνική καταστροφή την αποικιοποίηση της χώρας, τη δουλοπαροικία των εργαζόμενων. Σημερα, είναι πιο αναγκαίο από ποτέ ένα μέτωπο λαϊκής σωτηρίας.

Και η Αριστερά πρέπει να καταλάβει, ότι όταν την χαϊδεύουν, όσο την χτυπούν συγκαταβατικά στην πλάτη, αυτό σημαίνει ότι δεν είναι στο σωστό δρόμο, ότι θα εξευτελιστεί, θα σβήσει. Οταν όμως συγκρούεται, όταν την πολεμούν, τότε στέκει καλά στον ιστορικό της ρόλο.


■ Πώς θα σχολιάζατε το γεγονός ότι σημερα  οι ομάδες ένοπλης βίας στελεχώνονται κυρίως από παιδιά αστικών οικογενειών;



- Δεν ξέρω αν ισχύει αυτό. Αν όμως είναι έτσι, περισσότερη τιμή τους που απαρνήθηκαν την τάξη των πλούσιων για να παλέψουν για τα συμφέροντα των φτωχών. Αφιερώνω και σ” αυτούς το βιβλίο μου που το διατρέχουν δυο βασικές ιδέες: Υποκειμενικά, η σύγκρουση των αξιών, που τους οδήγησε κι αυτούς στο λαϊκό μετερίζι. Και αντικειμενικά η συνέχιση του αγώνα, που απαιτεί τη γείωση με την επαναστατική παράδοση και την εναρμόνιση της δυναμικής πάλης με τους ρυθμούς των κινημάτων.






Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

"Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη" | Κουφοντίνας Δημήτρης

Εκείνο το βράδυ στα Σεπόλια έγιναν πολλές αναποδιές. Ήμασταν τέσσερις, είχαμε επισημάνει μια καμιονέτα. Στην οδό Αυλώνος, όπως κατεβαίναμε από τη Ρόδου.
Τα δύο περιπολικά είχαν κατεβεί από την οδό Ρόδου. Το πρώτο προσπέρασε τη γωνία με την Αυλώνος, ύστερα έκανε όπισθεν. Πετάχτηκε ένας, ο καουμπόης. Με προτεταμένο το περίστροφο και την αλαζονεία της εξουσίας διέταξε «Ψηλά τα χέρια». Λάθος πόρτα χτύπησε. Βουτήξαμε πίσω από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Ανταλλάξαμε πυροβολισμούς. Ο καουμπόης καλύφθηκε. Νομίζω τον πήρε μια σφαίρα. Αργότερα, μετά τους πυροβολισμούς του εναντίον μου. Καλύφθηκαν και οι άλλοι από τα δύο περιπολικά που κατέβηκαν τη Ρόδου. Ρίχναμε αραιά πυρά – δεν είχαμε πολλές σφαίρες. Μία μία, να τους κρατάμε καθηλωμένους όσο αποχωρούσαμε.
Υποχωρούσαμε στην Αυλώνος. Πήρα μια χειροβομβίδα από ένα σύντροφο. Την πέταξα πίσω από τους οχυρωμένους αστυνομικούς. Πάνω που είχαν ξεθαρρέψει και έβγαιναν από το καβούκι τους. Λούφαξαν ξανά. Ο ένας από αυτούς είχε βγει στη μέση του δρόμου με το αυτόματο, έτοιμος να ρίξει. Θα μας χτυπούσε, θα χτυπούσε και το συγκεντρωμένο κόσμο πίσω μας. Έριξα τη χειροβομβίδα εκεί, για να λουφάξει. Ανάμεσά τους. Εκεί δεν υπήρχε κόσμος, δεν κινδύνευε κανένας, μόνο οι αστυνομικοί τραυματίστηκαν, τρόμαξαν, κρύφτηκαν. Υποχωρήσαμε στην Αυλώνος, προς Αθήνα. Πολλά αυτοκίνητα είχαν σταματήσει, έκλειναν το δρόμο. Μπροστά ήταν ένα παλιό ταξί. Βγάλαμε τον πελάτη του. Βγάλαμε τον ταξιτζή. «Μια στιγμή να πάρω τις εισπράξεις», «Καλά, πάρ’ τες».
Οι αστυνομικοί από τη μεριά της Ρόδου πήγαν να ξεμυτίσουν. Τους φώναξα «Ρίχνω κι άλλη χειροβομβίδα». Ξαναλούφαξαν. Πρώτος αυτός με το αυτόματο.
Ένα –τρίτο ή τέταρτο;– περιπολικό ήρθε στην Αυλώνος από τη μεριά της Αθήνας. Μπλοκαρίστηκε από τα σταματημένα αυτοκίνητα. Κατέβηκαν, μας έριχναν από πίσω, από δυο τρία μέτρα απόσταση. Ανταποδώσαμε τα πυρά. Ξεκίνησα αργά, έστριψα αριστερά, στη Χρηστομάνου, ξανά αριστερά στη Δυρραχίου, ξανά αριστερά, πήρα την Αγίου Μελετίου. Ακούσαμε σειρήνα πίσω μας. Είπα να πετάξουν χειροβομβίδες. Δεν μας κυνηγούσαν, μετέφεραν τους τραυματίες τους. Όταν άκουσαν τις εκρήξεις, εξαφανίστηκαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα.

Σημείωμα του εκδότη

Ο Εκδοτικός Οίκος Λιβάνη έχει αποδείξει την πίστη του στον πλουραλισμό των ιδεολογικών, πολιτικών, κοινωνικών και πολιτιστικών ρευμάτων. Οι εκδόσεις μας κατά τη διάρκεια της πενηντάχρονης περίπου διαδρομής τους έχουν δείξει ότι δεν έχουν εμμονές σε μονομερείς αφηγήσεις για κρίσιμα θέματα της ιστορικής εξέλιξης στην Ελλάδα και δεν διακατέχονται από προκαταλήψεις. Πιστεύουμε ότι πρέπει να φωτιστούν όλες οι πτυχές της ελληνικής ιστορίας σε κρίσιμες και αμφισβητούμενες ιστορικές περιόδους. Με πίστη σε αυτή τηναρχή της διερεύνησης κρίσιμων φάσεων της ιστορικής και πολιτικής εξέλιξης και με μοναδικό κριτήριο να χυθεί άπλετο φως, προχωρήσαμε στην έκδοση του βιβλίου αυτού. Είναι αυτονόητο ότι ο Εκδοτικός Οίκος, βασιζόμενος στις παραπάνω αρχές, έχει εκδώσει και άλλα βιβλία σχετικά με την ύπαρξη και τη δράση της 17Ν, που αποδεικνύουν κάθε φορά ότι η έκδοση ενός βιβλίου δεν σημαίνει ότι ο Εκδοτικός Οίκος συμμερίζεται ή ταυτίζεται με τις απόψεις των συγγραφέων. Οι απόψεις που αναλύονται από το συγγραφέα στο βιβλίο αυτό είναι αντίστοιχες με τα κείμενα των προκηρύξεων της 17Ν, όπως αυτά έχουν δημοσιοποιηθεί από τα ΜΜΕ (εφημερίδες - ραδιόφωνα - τηλεόραση - internet) και επίσης έχουν αναδειχθεί μέσα από τη διαδικασία της πολύκροτης δίκης και έχουν καταχωριστεί στα πρακτικά της δίκης.