Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

Συνέντευξη στην Εφημερίδα των Συντακτών

Όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα:

«Ο παλιός παράνομος Αντώνης μου έκλεινε συνωμοτικά το μάτι»

Ο Δημήτρης Κουφοντίνας εξηγεί στην «Εφ.Συν.» πώς και γιατί έγραψε το βιβλίο του και δίνει απαντήσεις στους επικριτές του - «Για μένα, φυλακή δεν είναι το κελί, το υπόγειο, το τσιμέντο, τα σίδερα. Φυλακή είναι η απάρνηση, η προδοσία, ο διαχωρισμός...» .


Ο Δημήτρης Κουφοντίνας εξηγεί στην «Εφ.Συν.» πώς και γιατί έγραψε το βιβλίο του και δίνει απαντήσεις στους επικριτές του

«Για μένα, φυλακή δεν είναι το κελί, το υπόγειο, το τσιμέντο, τα σίδερα. Φυλακή είναι η απάρνηση, η προδοσία, ο διαχωρισμός. Αυτό είναι που πονά. Η φυλακή είναι ένα αναμενόμενο, ένα “φυσικό” ενδεχόμενο για τον παράνομο. Ενα “ατύχημα” πάλης των τάξεων. Φυλακή για μένα ήταν το μη αναμενόμενο: η προδοσία συντρόφων και ιδεών»

Της Κατερίνας Κατή

Δύο χρόνια, από τον Ιούνιο του 2011 μέχρι τον Απρίλιο του 2013, ο Δημήτρης Κουφοντίνας ήταν ο μοναδικός ένοικος της πτέρυγας… στα υπόγεια των ειδικών κελιών…

Μοναδική του παρέα «η γάτα μας, η Ρόζα».

Εκείνη την περίοδο «της μεγάλης απομόνωσης, στην καρδιά της, στην κορύφωση της μοναξιάς, το καλοκαίρι του 2012», ξεκίνησε να γράφει το βιβλίο, η έκδοση του οποίου προκάλεσε οξεία πολιτική αντιπαράθεση, με τη Νέα Δημοκρατία να επαναλαμβάνει τα περί σχέσεως της Αριστεράς με την τρομοκρατία εστιάζοντας στον Νίκο Γιαννόπουλο που επιμελήθηκε και προλόγισε το βιβλίο, και με μερίδα μεγάλων Μέσων Ενημέρωσης να εγκαλεί τον συγγραφέα αλλά και τον εκδοτικό οίκο που τόλμησε να το εκδώσει.

Ελάχιστες ημέρες από την κυκλοφορία του, το βιβλίο του Δημήτρη Κουφοντίνα «Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη» ήδη έχει εξαντληθεί και πάει για δεύτερη έκδοση.

«Κομμάτι της αλήθειας»

Για το περιεχόμενό του έχουν γραφτεί πολλά, από πολλούς. Για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες κυοφορήθηκε μέσα στην απομόνωση του κελιού, τις εσωτερικές διεργασίες του συγγραφέα, που κάποια στιγμή, μετά από ένα ισχυρό σωματικό σοκ, το άφησε για περίπου ένα χρόνο, αλλά και για την επιλογή να γράψει το συγκεκριμένο «κομμάτι της αλήθειας», μιλάει ο ίδιος στην «Εφ.Συν.».

Τόσο χρόνια, μας λέει, «το είχα μέσα μου, πίεζε να βγει. Οσο πάλευα με τα κλασικά εργαλεία των ιστορικών να τιθασεύσω το έντυπο υλικό που άπλωνε σιγά σιγά και γέμιζε όλο το κελί, τόσο πιο πολύ πίεζε να βγει. Στα χειρόγραφα στα οποία ταξινομούσα αντικειμενικά, ιστορικά γεγονότα, σταθμούς και ρεύματα, στο περιθώριό τους σημείωνα μια φράση, μια εικόνα από τα παλιά που ανάβλυζε. Ο παλιός παράνομος Αντώνης έλεγε το λογάκι του, έκλεινε συνωμοτικά το μάτι, διεκδικούσε τον χώρο του».

• Και πώς πήρε τελικά την απόφαση;

Απλώς «μια ξάγρυπνη νύχτα παραμέρισα έντυπα και χειρόγραφα, άνοιξα μια γωνία στο πλαστικό τραπέζι, άνοιξα τη δίοδο να βγει ο συμπιεσμένος ατμός, ξημέρωσε, μεσημέριασε, ξαναβράδιασε και εγώ συνέχισα να γράφω».

Ο Δημήτρης Κουφοντίνας έγραφε, έσβηνε με μπλάνκο, ξανάγραφε τις σελίδες.

«Το πιο δύσκολο είναι με τις μεταφράσεις, λέει, που δεν μπορείς να υποχρεώσεις τον “δαχτυλογράφο” του εκδοτικού οίκου να παιδεύεται με τα χειρόγραφά σου. Το πρώτο βιβλίο που μετέφρασα το έγραψα τρεις φορές. Κοντά 2.000 χειρόγραφες σελίδες συνολικά. Χειροτεχνία. Μανουφακτούρα».

Εγραφε νύχτα κυρίως, μέχρι το χάραμα. Αλλά και πρωί, απόγευμα. Συνέχεια…

«Μέχρι να παραλύσει το χέρι απ’ το σφίξιμο του στιλό. Ή να παραφορτιστεί το μυαλό κι η καρδιά».

• Γιατί στο χέρι; τον ρωτάμε αφελώς.

«Δεν έχουμε κειμενογράφο. Το υπουργείο το θεωρεί διαβολικό εργαλείο, θέλει να μας σωφρονίσει με τις παλιές μεθόδους. Το αποτέλεσμα είναι ένα χειρόγραφο όλο σβησίματα, παραπομπές, πυκνή γραφή ανάμεσα στις αράδες. Πραγματικά η Αννα, η Αρια, ο Νίκος, ο άλλος Νίκος έκαναν μεγάλη προσπάθεια να βγάλουν άκρη. Και η Αγγελική, βεβαίως, παρ’ ότι από σεμνότητα δεν θέλει να αναφέρω τη συμβολή της, πολύτιμη και αναντικατάστατη, που δίχως αυτήν δεν θα ’χε βγει το βιβλίο αυτό».

• Πόσο κράτησε η γραφή;

«Ολο σχεδόν το καλοκαίρι του 2012. Σταμάτησα τον Σεπτέμβριο, όταν με κάλεσαν μάρτυρα υπεράσπισης οι σύντροφοι του Επαναστατικού Αγώνα. Αρχές Σεπτεμβρίου του 2012».

• Γιατί σταμάτησε τότε;

«Ηταν ένα ισχυρό σωματικό σοκ, ένας δραστικός βομβαρδισμός στις αισθήσεις. Είχα δέκα χρόνια να βαδίσω τόσες δεκάδες μέτρα, απ’ το υπόγειο κελί μέχρι τη διπλανή αίθουσα του δικαστηρίου. Χρόνια να δει το μάτι σε ευθεία μεγαλύτερη από τα 18 μέτρα του προαυλίου. Η κατάμεστη αίθουσα μου φάνηκε επίπεδη, από τις δύο διαστάσεις της ξαφνικά ξεκόλλησε μια φιγούρα, ο Κώστας Γουρνάς, με αγκάλιασε. Ο πρόεδρος, η μια δικαστής, ο εισαγγελέας με άκουγαν προσεκτικά, ξανάζησα λίγο τις δικές μας δίκες. Φεύγοντας, συνθήματα. Χαιρέτησα με τη γροθιά».

Υστερα «το άφησα κοντά ένα χρόνο. Ενδιάμεσα έκανα μεταφράσεις, το άφηνα να ωριμάζει μέσα μου. Επειτα ανήμερα 17 Νοέμβρη 2013 το ξανάπιασα και με εξοντωτικούς ρυθμούς το τελείωσα μέσα σε τρεις μήνες. Ουσιαστικά όμως το δούλευα μέχρι την παραμονή, πριν μπει στο τυπογραφείο».

• Ζήτησε μια πρώτη γνώμη για το χειρόγραφο;

«Η πρώτη γραφή ήταν γύρω στις 160 χειρόγραφες σελίδες. Συνοπτική, πυκνή, συμπυκνωμένη. Την έστειλα σε τρεις συντρόφους. Ρωτούσα τη γνώμη τους. Επρεπε να συνεχίσω; Να επεκταθώ στο ίδιο πνεύμα; Δεν ξέρω αν θα ήθελαν να αναφέρω τα ονόματά τους. Δεν νομίζω να έχουν πρόβλημα, όμως δεν τους έχω ρωτήσει».

• Ποιες ήταν οι εσωτερικές διεργασίες κατά τη γραφή;

«Για μένα, φυλακή δεν είναι το κελί, το υπόγειο, το τσιμέντο, τα σίδερα. Φυλακή είναι η απάρνηση, η προδοσία, ο διαχωρισμός. Αυτό είναι που πονά. Η φυλακή είναι ένα αναμενόμενο, ένα “φυσικό” ενδεχόμενο για τον παράνομο. Ενα “ατύχημα” πάλης των τάξεων. Σαν το ατύχημα του εργάτη, του οικοδόμου στη σκαλωσιά. Φυλακή για μένα ήταν το μη αναμενόμενο: η προδοσία συντρόφων και ιδεών».

Στην αρχή, ο Δημήτρης Κουφοντίνας είχε ξεκινήσει να γράφει την ιστορία της μεταπολιτευτικής ένοπλης πάλης.

«Τελικά, μ’ αυτό το βιβλίο έδωσα μια συμβολή σ’ αυτή την ιστορία».

Εξηγεί ότι δεν έδωσε το βιβλίο που αρχικά σχεδίασε, κυρίως γιατί «μέσα από τη φυλακή δεν είχα πρόσβαση στις πηγές που ήθελα. Ξεκινώντας από τα σώματα των εφημερίδων, περνώντας στα έντυπα και τα βιβλία, και φτάνοντας στις πηγές της προφορικής μας ιστορίας. Ομως δεν έχω παραιτηθεί από αυτήν την ιδέα».

• Λες, τον ρωτήσαμε, δεν θα πω την αλήθεια ολόκληρη, όμως ό,τι πω θα είναι αλήθεια. Με ποια κριτήρια λες αυτά και όχι άλλα;

«Προφανώς -απαντά- όλη την αλήθεια τη λέει ένας απόμαχος, ένας συνταξιούχος. Στα εγγονάκια του ή στον επίμονο ιστορικό που θα τον αναζητήσει στα βαθιά γεράματα. Αλλά και πάλι δεν θα πει τα πάντα, πολλά θα τα πάρει μαζί του, έτσι πρέπει.

Για μένα αποκλειστικό κριτήριο είναι πώς θα συμβάλω όσο μπορώ, ως διαρκώς δρων πολιτικό ον, στη συζήτηση, στις διεργασίες για την αυτογνωσία και την προοπτική του κινήματος. Ιδιαίτερα σήμερα που γύρω η χώρα διαλύεται, ο λαός καταστρέφεται και είναι επείγουσα ανάγκη ένας σηκωμός».

Για τον θόρυβο, την οξεία πολιτική αντιπαράθεση που προκάλεσε το βιβλίο, για το οξύμωρο αυτοί που τον χαρακτηρίζουν ποινικό να χρησιμοποιούν το βιβλίο για πολιτική αντιπαράθεση με την Αριστερά, απαντά:

«Η κοινωνική σύγκρουση»

«Διαχρονικά η εξουσία, οι κυρίαρχοι, δημιουργούν πάντοτε την εικόνα ενός δαιμονικού τέρατος για να ξορκίσουν και να καταστείλουν τη λαϊκή εξεγερτικότητα. Απελάτες, κλέφτες, συμμορίτες, τρομοκράτες, είναι μερικά από αυτά τα ονόματα. Που όμως η λαϊκή ψυχή τα αντιστρέφει. Πιστεύει στα σοβαρά κανείς ότι είμαστε απλοί ποινικοί; Οσο για την πολιτική αντιπαράθεση, το βιβλίο δεν είναι απλώς αφορμή γι’ αυτήν, είναι αιτία. Δεν κρύβει καμία οίηση αυτό. Η ουσία ενός τέτοιου βιβλίου είναι η κοινωνική σύγκρουση, πυρήνας του βιβλίου, η ιδεολογική πάλη. Αυτό που ζητούν από την Αριστερά δεν είναι η καταδίκη του βιβλίου, είναι η καταδίκη της δυναμικής υπεράσπισης των λαϊκών συμφερόντων. Αυτό που πρέπει να απαντήσει η Αριστερά στους ταξικούς επικριτές της είναι ότι δεν μπορούν αυτοί να χρησιμοποιούν όλα -μα όλα, τα πιο βίαια και τρομοκρατικά- τα μέσα εναντίον του λαού και η Αριστερά να μη διατηρεί το δικαίωμα να απαντήσει με τα μέσα που θεωρεί κάθε φορά πρόσφορα για να υπερασπίσει τα λαϊκά συμφέροντα, να σώσει τον λαό από την καταστροφή, τη δουλοπαροικία. Αυτός είναι ο ιστορικός της ρόλος. Το αντίθετό θα ήταν ιστορική προδοσία».

«Α, εντελώς άσχετα», λέει καθώς τελειώνει την κουβέντα μας, «μόλις έμαθα ότι οι βουλευτές ψήφισαν την άρνηση του αναδρομικού “πόθεν έσχες” για τους ίδιους. Αλήθεια, τι έγινε με εκείνες τις περιβόητες λίστες; Ή τη λίστα Χριστοφοράκου; Ή τη φυγάδευση του Καραβέλα;».